ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ - Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ

Βασιλεύουσα, Νέα Ρώμη, Βυζάντιο, Επτάλοφος… Πόσες λέξεις – πόσα προσωνύμια κρύβονται μέσα στην έννοια της Πόλης! Της Κωνσταντινούπολης.

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Στη νέα δεκαετία με ή χωρίς θρησκεία;

γράφει για το Amen.gr ο Δρ Κωνσταντίνος Βασ. Ζορμπάς, Κοινωνιολόγος-Θεολόγος-Πολιτικός Επιστήμων*

Το τελευταίο διάστημα γίναμε μάρτυρες μιας σειράς συνεχών και ποικίλων προβληματισμών γύρω από τις σχέσεις Εκκλησίας-Κοινωνίας (προτιμώ αυτόν τον διαχωρισμό παρά εκείνον Εκκλησίας-Πολιτείας). Πολλοί ήταν εκείνοι που αντιδράσανε γύρω από το ύφος και το περιεχόμενο του κειμένου για την οικονομική κρίση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας την Ελλάδος «Προς το Λαό». Για πολλούς μάλιστα το κείμενο θεωρήθηκε ως «παρέμβαση της Εκκλησίας πολιτική και ως εκτροπή από την αποστολή της». Οι αντιδράσεις και από τις δύο πλευρές ποικίλες: από την δήθεν παρέμβαση της Εκκλησίας στην Πολιτική και από την άλλη η αντίδραση των πολιτικών για την παρέμβαση αυτή! Έχουμε την εντύπωση ότι τελικά, παρά την οποιαδήποτε αποδοχή ή μη των λεχθέντων του παραπάνω κειμένου, όσο και το πλήθος των Εγκυκλίων (Χριστουγεννιάτικες και Πρωτοχρονιάτικες) των Μητροπολιτών της Εκκλησίας της Ελλάδος, δεν απαντούν σε ένα ουσιαστικό ερώτημα. Ότι δηλαδή, ούτε οι μεν ούτε οι δε, λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους την ίδια τη Θρησκεία. Διότι η μεν Πολιτική δεν αποδέχεται ότι η Θρησκεία μπορεί να παίξει ένα σοβαρό ρόλο στην κοινωνική ζωή ενός τόπου, αλλά και η Εκκλησία επιμόνως αγωνιά για κάτι που γνωρίζει καλά: ότι δεν πολιτικολογεί στην ζωή αυτή αλλά η ζωή πολιτεύεται!

*

Για πολλά χρόνια υπήρχε η εντύπωση ότι οι θρησκείες στις δυτικές αναπτυγμένες κοινωνίες θα είχαν, αργά ή γρήγορα, ένα τέλος! Αυτό όμως όχι μόνον δεν πραγματοποιήθηκε αλλά είναι «καιρός στην αρχή της νέας δεκαετίας η  πολιτική να λάβει σοβαρά υπόψη της τη Θρησκεία»(Τόνυ Μπλαίρ). Ο αριθμός των ανθρώπων οι οποίοι εκφράζουν την πίστη τους, στην ιδιωτική ή τη δημόσια σφαίρα,  σε ολόκληρο τον κόσμο αυξάνεται συνεχώς. Αυτό είναι ορατό κυρίως στον Ισλαμικό κόσμο. Ενώ στην Ευρώπη τα ποσοστά γεννήσεων παραμένουν τα ίδια ο Αραβικός πληθυσμός, σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία, θα τριπλασιασθεί τις επόμενες δεκαετίες και ο πληθυσμός θα αυξηθεί σε πολλές Χώρες της Ευρώπης από την μετακίνηση των πληθυσμών, κυρίως από τον Ασιατικό Ισλαμικό κόσμο. Ο Χριστιανισμός επίσης πρόκειται να αυξηθεί εκτός Ευρώπης και μάλιστα σε Χώρες που δεν το περιμένουμε!

Η θρησκευτικότητα των πολιτών της Κίνας αποτελεί ένα αξιοπρόσεκτο ερευνητικό γεγονός. Υπάρχουν περισσότεροι Μουσουλμάνοι στην Κίνα από ό,τι στην Ευρώπη, περισσότεροι Προτεστάντες από ό,τι στην Αγγλία και την Αμερική και περισσότεροι Καθολικοί από ό,τι στην Ιταλία. Επιπλέον, ανάλογα με τις τελευταίες εκτιμήσεις περίπου 100 εκατ. Κινέζοι θεωρούν τους εαυτούς τους Βουδιστές, και, φυσικά, ο Κομφουκιανισμός, ο οποίος είναι περισσότερο ένα ηθικό και φιλοσοφικό σύστημα  και όχι  Θρησκεία, εκ-τιμάται δεόντως. 

Επίσης, θα πρέπει να υπογραμμισθεί η ύπαρξη ενός σημαντικού κινήματος Ευαγγελικών στην Βραζιλία και το Μεξικό. Η πίστη συνεχίζει να διαμορφώνει την αμερικανική κοινωνία και αυτό γιατί αποτελεί ένα ζωτικό κομμάτι στην ζωή των αμερικανών πολιτών. Ακόμη και στην Ευρώπη ο αριθμός των ανθρώπων –παρά την εκκοσμίκευση- οι οποίοι εκφράζουν την πίστη τους στον Θεό παραμένει υψηλός. Και βέβαια δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την ύπαρξη των Ινδουιστών, του Σιχισμού (Sikhism) και των Εβραίων.

Από την άλλη δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι οι πιστοί σε ολόκληρο τον κόσμο πραγματοποιούν μεγάλα φιλανθρωπικά έργα. Περίπου το 40% της ιατρικής περίθαλψης στην Αφρική πραγματοποιείται από ιατρικές οργανώσεις – οι οποίες βασίζονται στις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ομάδες Μουσουλμάνων δραστηριοποιούνται στην μάχη εναντίον της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Σε κάθε έθνος βρίσκει κανείς την ανιδιοτελή περίθαλψη προς τους αναξιοπαθούντες, τους πονεμένους, τα άτομα χωρίς αγαθά και χωρίς ευκαιρίες κ.ά. Και οι άνθρωποι που προσφέρουν εθελοντικά τις υπηρεσίες τους δρουν με μοναδικό κίνητρο την πίστη τους. Το κοινό σημείο σε όλες τις μεγάλες Θρησκείες είναι η ανθρώπινη ισότητα ενώπιον του Θεού!

Δυστυχώς, η συμπόνια και η διακονία του πλησίον δεν είναι ο μόνος συσχετισμός στον οποίο δραστηριοποιούνται οι ποικίλες θρησκείες. Η Θρησκεία μπορεί να προωθήσει επίσης ακρότητες ακόμη και την τρομοκρατία! Εδώ η πίστη γίνεται σημείο ταυτότητας σε αντίθεση με όλους αυτούς που δεν ανήκουν στην ίδια Θρησκεία.

Ένα είδος ‘πνευματικού εθνικισμού’ που βλέπει όλους τους υπόλοιπους ως άπιστους και άρα στο τέλος τους άλλους ως εχθρούς. Ως ένα βαθμό, αυτό προϋπήρχε μέσα σε όλες τις Θρησκείες. Τι άλλαξε όμως τα τελευταία χρόνια; Εκείνο που βοήθησε την συντόμευση των ακραίων εντάσεων μεταξύ των θρησκειών είναι η τεχνολογία. Η τεχνολογία βοήθησε τους λαούς να έλθουν πιο κοντά ο ένας στον άλλον, ενώ την ίδια στιγμή τα ιδεολογικά σύνορα συρρικνώνονται (π.χ. facebook). Πριν από 50 χρόνια σπάνια συναντούσες κάποιον από ένα διαφορετικό πολιτισμό ή πολύ περισσότερο με διαφορετική πίστη. Σήμερα, όλα και όλοι είναι δίπλα σου!

Αυτός ο νέος κόσμος που γεννιέται με γρήγορους ρυθμούς απαιτεί τον αλληλοσεβασμό και την απομάκρυνση της καχυποψίας απέναντι στους άλλους. Ο κόσμος αυτός που γεννιέται προκαλεί το «ομόθρησκο» επιζητώντας από τους πολίτες είτε να τον επιλέξουν συνειδητά  είτε  να τον πολεμήσουν!

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το κεντρικό σημείο τριβής. Για κάποιους αυτή η θρησκευτική δύναμη αποτελεί μια απειλή εναντίον της συντηρητικής κοινωνίας. Και για όλους αυτούς για τους οποίους η Θρησκεία σημαίνει «κάτι» πολλές φορές συνοδεύεται από την επιθετική εκκοσμίκευση, η οποία κάνει πολλούς πιστούς να νοιώθουν άβολα! Αφιερώνουμε πολύτιμο χρόνο στις αδυναμίες και τις διαφορές μας και ελάχιστα ασχολούμαστε με το πως θα συνυπάρξουμε. Δεν έχουμε ακόμη συνειδητοποιήσει το γεγονός ότι οι περισσότερες πολιτικές συγκρούσεις στον κόσμο έχουν κυρίως θρησκευτική διάσταση και θρησκευτικό υπόβαθρο (Diplomatie, 44(2010)56). Οι θρησκευτικές ακρότητες του Ισλάμ δεν φαίνεται να μειώνονται. Κι αυτό δεν πρόκειται να μειωθεί εάν δεν αναθεωρηθεί η στάση της Πολιτικής απέναντι στη Θρησκεία και δεν αποφασίσει να την εντάξει στα εθνικά μέτρα ασφαλείας (π.χ. Αίγυπτος). Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός, αργά αλλά σταθερά, παράγει πολιτική αντίδραση όπως μπορεί κανείς να το διαπιστώσει από τις τελευταίες πολιτικές νίκες των ισλαμοφοβικών πολιτικών κόμματων, καθώς και από τις δηλώσεις ευρωπαίων ηγετών ότι η πολυπολιτισμικότητα απέτυχε (Άγγελλα  Μέρκελ).

Εβραίοι φονταμενταλιστές εμποδίζουν κάθε προσπάθεια ειρηνικής συνύπαρξης στην Μέση Ανατολή και δημιουργούν νέες παράνομες αποικίες. Οι μουσουλμάνοι φονταμενταλιστές κατανοούν το τζιχάντ (ιερός πόλεμος) ως ένα είδος τρομοκρατικού πολέμου ενάντια στη Δύση και διακηρύσσουν μία νέα μουσουλμανική αυτοκρατορία από τον Ατλαντικό ως τον Ειρηνικό.  Μέλη των Ευαγγελικών Εκκλησιών της Αμερικής συνδυάζουν τα θρησκευτικά τους πιστεύω με τον τραχύ ατομικισμό των πρώτων κατοίκων της Αμερικής (Alexis de Tocqueville, De la démocratie en Amérique). Μουσουλμάνοι φονταμενταλιστές εκτιμούν ότι αυτό που εμείς στη Δύση θεωρούμε ως απελευθερωτική επιρροή της τεχνολογικής προόδου και της παγκοσμιοποίησης είναι μια επανάληψη του δυτικού αποικισμού. Αποτέλεσμα όλων αυτών ο οξύς και καταστροφικός δογματισμός, κάθε είδους θρησκευτικού φονταμενταλισμού, ο οποίος έχει ένα κοινό σημείο: την αγανάκτηση, το φόβο και την απαξίωση του σύγχρονου κόσμου.
Αλλά πώς μπορεί να εξηγήσει κανείς το σημαντικό ενδιαφέρον κορυφαίων πολιτικών για την Θρησκεία; Πώς εξηγείται το γεγονός ότι ο Μπάρακ Ομπάμα, Πρόεδρος των Αμερικής, σε κάθε του επίσκεψη στις μακρινές Χώρες επισκέπτεται τα Πανεπιστήμια και συζητά για το ρόλο της Θρησκείας και ειδικότερα του Ισλάμ στην κοινωνία; Πώς μπορεί να ερμηνεύσει κανείς την συνειδητή ενασχόληση του πρώην Πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας Τόνυ Μπλαίρ με το Ίδρυμα για την πίστη (Faith Foundation); Πώς εξηγείται η εμμονή πολλών Οργανισμών (π.χ. ΟΗΕ, Συμβούλιο της Ευρώπης κ.ά.) να εντάσσουν τη Θρησκεία στις προτεραιότητες τους; Τί μπορεί να μας προσφέρει το Άρθρο 17 της νέας Συνθήκης της Λισσαβόνας για τον «ανοικτό, διαφανή και συνεχή» διάλογο των θρησκευτικών κοινοτήτων με τα ευρωπαϊκά όργανα και κατ’ επέκταση με τις ίδιες τις Χώρες τους στα πλαίσια της επικουρικότητας;

Η Θρησκεία αποτελούσε πάντοτε μέρος πολιτικών συγκρούσεων. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η Θρησκεία θα πρέπει να υποτιμηθεί ή να περιθωριοποιηθεί. Αυτό θα δημιουργούσε μεγαλύτερες κοινωνικές εντάσεις. Απεναντίας, απαιτεί μια ειδική προσέγγιση και μεταχείριση. Δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί η Θρησκεία από την Πολιτική ως ένα ακόμη ανθρώπινο ιδεολόγημα. Η θρησκευτικότητα, όσο και εάν απειλείται -σε Ανατολή και Δύση- αυξάνει συνεχώς. Κάθε χώρος και τόπος πρέπει να έχει ως κυρίαρχο δόγμα την αλληλοκατανόηση μεταξύ των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Δεν δικαιολογείται κανένας πόλεμος, καμία αδικία, επιθετικότητα ή βία στο όνομα της Θρησκείας. Το λάδι της Θρησκείας είναι για να επουλώνει τις πληγές και να μαλακώνει τις καρδιές, να βοηθά τους ανθρώπους να βρουν την ελπίδα και ποτέ για επιθετικούς σκοπούς (Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος). Οι προπαγανδιστές των θρησκευτικών φονταμενταλιστικών αντιλήψεων δαπανούν δισεκατομμύρια δολάρια κατ’ έτος για την προώθηση αυτής της θρησκευτικής αντίληψης (Karen Armstrong, The Case for God: What Religion Really Means, 2010).

Τι συμβαίνει λοιπόν; Εάν παρακολουθήσει κανείς τα δημοσιευμένα κείμενα από τα θεσμικά ευρωπαϊκά όργανα ή ακόμη και τους λόγους πολλών ευρωπαίων πολιτικών ηγετών, θα διαπιστώσει ότι στα περισσότερα από αυτά, εάν όχι σε όλα, την αναφορά τους στην κοινωνική συνοχή. Ο ορισμός της κοινωνικής συνοχής εξαρτάται από το γεγονός ότι η ίδια μπορεί να αποδοθεί μέσα από πολλαπλές έννοιες και κάθε έννοια οδηγεί αναπόφευκτα στην απεικόνιση μιας διαφορετικής κοινωνικής πραγματικότητας. Πολλοί μελετητές προσπάθησαν να ορίσουν με τα δικά τους επιστημονικά κριτήρια την έννοια της κοινωνικής συνοχής, η οποία αναφέρεται στη σχέση μεταξύ των ατόμων και των ομάδων από την άποψη της αποδοχής. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα η συνεχής εισροή μεταναστών, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, επηρέασε αρκετά την ελληνική κοινωνική συνοχή. Όπως ήταν φυσικό ένα πλήθος προβλημάτων ταυτίστηκαν με το πρόβλημα της κοινωνικής συνοχής, όπως η οικονομική συνοχή, οι κοινωνικές ανισότητες, οι κοινωνικές διαφορές και οι αντιφάσεις. Στην Ελλάδα η κοινωνική συνοχή υποστηρίζονταν πάντοτε μέσα από την παραδοσιακή κοινή πολιτιστική ταυτότητα, με επίκεντρο την ελληνική γλώσσα, την ορθόδοξη χριστιανική πίστη και τις παραδόσεις. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του 20ου αιώνα, τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο Βαλκάνια και στην Ευρώπη οδήγησαν σε μια μετατόπιση της αντίληψης της κοινωνικής συνοχής. Έτσι το προτεινόμενο μοντέλο μιας κοινωνίας, η οποία θα κρατήσει την κοινωνική συνοχή της ελληνικής κοινωνίας, κυρίως μετά το 1981, με τη δημιουργία ενός συνεκτικού δεσμού, ο οποίος θα βασίζεται στην ιδέα της οικονομικής ισότητας, αντικατέστησε τον γνωστό συναισθηματικό και εμπειρικό ιστό της ελληνικής κοινωνίας.

Το αποτέλεσμα ήταν τα κύματα των αλλοδαπών οικονομικών μεταναστών που εισέρευσαν στην Ελλάδα, άλλοτε επίσημα και άλλοτε ανεπίσημα, να προκαλέσουν σοβαρά πλήγματα στον παραδοσιακό συνεκτικό ιστό, διότι η ελληνική κοινωνία βρέθηκε απροετοίμαστη για να αντιμετωπίσει τη νέα πραγματικότητα της πολυπολιτισμικότητας. Ο ελληνικός κοινωνικός ιστός αντιστάθηκε, προκαλώντας φόβο και  τρόμο, και αντιδρώντας στις αλλαγές στο όνομα της πολυπολιτισμικότητας. Εκείνο όμως που είναι πολύ σημαντικό και δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής της κάθε πολιτικής οικογένειας είναι το γεγονός ότι ο μόνος τρόπος που μπορεί να κρατήσει την κοινωνική συνοχή μιας Χώρας είναι αποκλειστικά η Θρησκεία. θεωρούμε ότι η θρησκευτική εκπαίδευση θα πρέπει να αποτελεί μέρος του κορμού των υποχρεωτικών μαθημάτων, εάν θέλουμε να δούμε στις επόμενες γενιές, -κυρίως στην Ελλάδα γιατί σε άλλα ευρωπαϊκά Κράτη ήδη έχει γίνει αποδεκτό- ανοικτές κοινωνίες χωρίς φόβο και θρησκευτική επιθετικότητα απέναντι στο διαφορετικό. Η μετακίνηση των πληθυσμών, είτε το θέλουμε είτε όχι, δεν μπορεί να σταματήσει. Ούτε μπορεί η Ελλάδα να αποστασιοποιηθεί απέναντι στους χιλιάδες ξένους που έρχονται στη Χώρα μας. Τα σχόλια πολλών εκκλησιαστικών ανδρών ότι «εμείς θα πορευθούμε μόνοι μας και όσοι θέλουν ας μας ακολουθήσουν» δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, αλλά ούτε και να λέγονται με παρόμοια ευκολία. Κάπου-κάπου ας ρίχνουμε και καμία ματιά στην «Προς Διόγνητον» απολογητική επιστολή του 2ου αιώνα για να αποδεχθούμε επιτέλους τη «μετανάστευση της αγάπης»!

*

Το 2011 είναι αφιερωμένο στον εθελοντισμό. Ο εθελοντισμός ως εκδήλωση «αγαθού βίου» ή ως σχέση αυτονομίας μεταξύ πολιτείας και ενεργών πολιτών δημιουργεί ένα νέο σώμα στην κοινωνία το «σώμα των πολιτών». Αυτό το νέο «σώμα» είναι φυσικό να το αντιλαμβάνεται η Πολιτική ως δικό του σώμα και να συν-τάσσεται με τις δραστηριότητες του. Πιστεύουμε ότι η μεγαλύτερη  πρόσκληση για την σημερινή Εκκλησία είναι η σχέση της με την Κοινωνία των Πολιτών (ΚτΠ).

Ο εκκλησιαστικός οργανισμός είχε την ικανότητα να εμπνέει και να κινητοποιεί σε εθελοντική δράση. Σήμερα όμως βρισκόμαστε αντιμέτωποι  με ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Η Εκκλησία ελάχιστα εμπνέει ενώ η ΚτΠ εξελίσσεται με γρήγορους ρυθμούς. Εδώ υπάρχει ένα πολύ σοβαρό ερώτημα που αξίζει να μελετηθεί. Προς τα πού στράφηκε η μάζα αυτή μετά την εκκλησιαστική της αποδέσμευση; Τί ήταν εκείνο που μπόρεσε να αφομοιώσει τη δύναμη αυτών των ανθρώπων; Προς τα πού διοχετεύθηκε η δυναμική των εκκλησιαστικών φιλανθρωπικών οργανώσεων; Αξίζει εδώ να σημειώσουμε την τεράστια επιτυχία του Ράντυ Πάους, ο οποίος έγραψε το βιβλίο "Η τελευταία ομιλία" (The last lecture) και αποτελεί αναφορά για πολλούς νέους που επιδίδονται σε εθελοντικές δραστηριότητες.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών των εθελοντικών κινητοποιήσεων δεν έχει καμία σχέση με την Πολιτική, αλλά ούτε και με την Εκκλησία, αλλά ένα μεγάλο μέρος αυτών των οργανώσεων δραστηριοποιούνται με κριτήρια καθαρά φιλανθρωπικά. Η εθελοντική κίνηση μέσω των ποικίλων συλλόγων και οργανώσεων δεν μπόρεσε να διατηρηθεί μέσα στην ενορία, γι’ αυτό και αυτή η νέα πραγματικότητα θα μπορούσε να έχει πολύ μεγάλη σημασία για την ελλαδική Εκκλησία, κυρίως όταν τίθενται ερωτήματα: Πρώτον, υπάρχουν κάποιες αξίες στην ΚτΠ που μπορούν να προστεθούν στις ήδη υπάρχουσες αξίες της Εκκλησίας; Δεύτερον, η ύπαρξη της ΚτΠ έγινε αιφνίδια στην κοινωνία μας ή προϋπήρχε; Τρίτον, τί ήταν αυτό που ανάγκασε τη δημιουργία της και δεν μπόρεσε να το συμπληρώσει η Εκκλησία; Πώς η Εκκλησία, που έχει συμβάλει στην εμφάνιση αυτών των νέων κοινωνικών δομών, λαμβάνει υπόψη της σήμερα αυτές τις εξελίξεις; Μέχρι ποιό σημείο η Εκκλησία έχει θέση η ίδια μέσα στο νέο αυτό περιβάλλον; 

*

Το μήνυμα, από όλα τα παραπάνω, είναι και προς δύο κατευθύνσεις. Οι εκκλησιαστικοί ηγέτες πρέπει να αποδεχθούν μια νέα ευθύνη. Η Εκκλησία δεν μένει αμέτοχη στις εξελίξεις αυτές. Πορεύεται μέσα στον κόσμο των αλλαγών χωρίς όμως η ίδια να ταυτίζεται με τον κόσμο. Προσπαθεί να κατανοήσει τα προβλήματα του ανθρώπου και να συμβάλει, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, στην επίλυσή τους. Μέσα στην Εκκλησία καλλιεργείται η αληθινή «εν Χριστώ» κοινωνία της αγάπης, που οδηγεί και στην «εν Χριστώ» σωτηρία. Η Κοινωνία προσπαθεί να αποδείξει την παντοδυναμία της, ενώ η Εκκλησία προσπαθεί να περισώσει την ιερότητα του ανθρώπου ως εικόνας του Θεού. Ασφαλώς και τα προβλήματα ζητούν απαντήσεις. Υπάρχουν θέματα που εύκολα επιλύονται. Υπάρχουν όμως και καινοφανή θέματα που απαιτούν επεξεργασία, σκέψη, υπομονή, διάθεση μαθητείας. Ο κίνδυνος της Εκκλησίας στον 21ο αιώνα είναι να γίνει η ίδια πληκτική, ανιαρή και καταστρεπτική. Μια Εκκλησία που θα ταυτισθεί με τον κόσμο γίνεται επιθετική, διαβρώνεται και «κοσμοποιείται». Την αντιπαλότητα αυτή, μεταξύ «ιερού και βέβηλου», περιγράφει πολύ όμορφα ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης  Βαρθολομαίος Α΄ στο Πρωτοχρονιάτικο Μήνυμά του (2011).

Από την άλλη πλευρά η Πολιτική πρέπει να επαναπροσδιορίσει τη στάση της απέναντι στη Θρησκεία. Να εντάξει στην όλη Πολιτική της προβληματική την διασφάλιση της κάθε Θρησκείας, η οποία οδηγεί στον σεβασμό απέναντι στους ανθρώπους με διαφορετική πίστη. Οι αυστηροί οπαδοί της εκκοσμίκευσης και οι αποδέκτες του λεγόμενου «λαϊκού» ή ουδετερόθρησκου  Κράτους δεν μπορούν πλέον να πορευθούν με παλαιωμένες αντιλήψεις για τη Θρησκεία. Η συνύπαρξη Πολιτικής και Κοινωνίας αποτελεί μια αληθινή πρόσκληση. Εάν η Πολιτική δεν εντάξει την Θρησκεία στις προτεραιότητες της τότε η ίδια η Θρησκεία θα ορίζεται μέσα από μια συνεχή θρησκευτική διαμάχη, η οποία θα ελέγχεται αποκλειστικά και μόνον από τις  θρησκευτικές κοινότητες και η Πολιτική θα είναι απλός παρατηρητής των εξελίξεων και θα δηλώνει ότι αυτά είναι έμφυτα στην Θρησκεία. Αυτό όμως θα ήταν η τραγωδία ή μάλλον η αυτοκτονία της κοινωνίας μας. Γιατί πάνω από όλα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης η πίστη πρέπει να αποτελεί λόγο ύπαρξης και προόδου. Η Θρησκεία δεν πεθαίνει και ούτε θα πρέπει να πεθάνει, γιατί ο κόσμος χρειάζεται την πίστη.

*Σημείωση: Ο Δρ Κωνσταντίνος Βασ. Ζορμπάς είναι Σύμβουλος για εκκλησιαστικά θέματα στην Αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Πηγή: http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=4402

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Ἀντιφώνησις τῆς Α.Θ.Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου κατὰ τὴν δεξίωσιν ἐπὶ τῇ πρώτῃ τοῦ ἔτους(01.11.2011)

Ἱερώτατοι ἀδελφοί Ἀρχιερεῖς,
Ἐντιμότατε κ. Πρόξενε τῆς Ἑλλάδος,
Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες,
Ἐλλογιμώτατοι, Ἐντιμότατοι,
Προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Ἑορτάζει σήμερον ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὡς «τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου» (Ἐφεσ. 1, 23), τήν κατά σάρκα Περιτομήν τοῦ «πάντα δρακί περιέχοντος καί ἐν σπαργάνοις εἰληθέντος» Σωτῆρος ἡμῶν καί τήν ἱεράν μνήμην τοῦ «ἱεραρχίας στολαῖς ἠγλαϊσμένου» οὐρανοφάντορος Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, ὅστις «τῇ Ἐκκλησίᾳ δέδοται παρά Θεοῦ, χαράκωμα καί τεῖχος ὀχυρόν».

Ἑορτάζομεν ἡμεῖς, τά πιστά τέκνα τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰς τήν εὐλογημένην γῆν τῶν Πατέρων ἡμῶν, ἐν Φαναρίῳ, εἰς τό Σεπτόν Κέντρον τῆς Ὀρθοδοξίας, τήν εὐχαριστίαν τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδος καί τῆς ἀγάπης, αἰσθανόμενοι ὁμοθυμαδόν, ὅπως γράφει ἐπιφανής σύγχρονος θεολόγος, «σάν στό σπίτι μας», «παιδιά στό σπίτι τοῦ Πατέρα μας». Ὄντως, ὅπως προσθέτει ἄλλος σπουδαῖος μύστης τῆς ἱερᾶς ἐπιστήμης, «ἡ βαθύτερη ἐμπειρία πού ἔχουμε γιά τήν Ἐκκλησία εἶναι αὐτή τοῦ ‘οἴκου’». Εἴμεθα δεμένοι μέ τήν Ἐκκλησίαν «ἄμεσα, σωματικά, ὅπως δένεται τό παιδί μέ τή μάνα του». Εἶναι «ἡ ζωή» αὐτό πού συνδέει ἡμᾶς τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς μέ τήν Ἐκκλησίαν καί «ὄχι οἱ ἰδέες».

«Γενεά πορεύεται καί γενεά ἔρχεται» (Ἐκκλ. 1, 4) καί ὅλοι ἡμεῖς, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, φυλάσσομεν τόν τόπον, ὅν ἐλάβομεν εἰς κληρονομίαν, τά ὅσια καί τά ἱερά τοῦ Γένους, ἐπί τῶν ὁποίων ὁ πανδαμάτωρ χρόνος δέν φαίνεται νά ἔχῃ πραγματικήν ἐξουσίαν. Ἡ αἰωνιότης εὑρίσκεται ἐκεῖ, ὅπου ὁ χρόνος δέν ἔχει καί δέν ἠμπορεῖ νά ἔχῃ δύναμιν. Διά τοῦτο δέν ἰσχύει δι’ ἡμᾶς τό «χρόνου φείδου», ἀναφορικῶς πρός τήν διακονίαν καί τήν προθυμίαν νά φυλάσσωμεν τοῦτον τόν τόπον. Βιοῦμεν τήν ζωήν ἡμῶν ὡς «πλήρωμα χρόνου, φυλακῆς καί μαρτυρίας», ἐνδυναμούμενοι ἀπό τήν ἐπαγγελίαν τοῦ Χριστοῦ: «Καί ἰδού ἐγώ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 20).

Τό «φυλάσσειν τόν ἱερόν τόπον», τόν ὁποῖον γνωρίζομεν, ἐπειδή ἀκριβῶς τόν ἀγαπῶμεν, καί ἀγαπῶμεν ἐπειδή τόν γνωρίζομεν, εἶναι συνυφασμένον ἀρρήκτως μέ τό «φυλάσσειν τόν τρόπον τοῦ βίου», τήν Ὀρθοδοξίαν, τήν ὀρθήν λατρείαν καί δοξολογίαν καί τήν ὀρθοπραξίαν. Αὐτός ὁ ἐκκλησιαστικός τρόπος ζωῆς ἐβιώθη καί ὑμνήθη ἀπό ἐνθέους ἁγίους, ἀπό μάρτυρας καί ἀσκητάς, κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, ποιητάς καί μελωδούς, ἀπό ἁγιογράφους καί χαρισματικούς τεχνίτας, ἀπό εὐλογημένους χριστιανούς, διακόνους τῆς φιλανθρωπίας. Εἶναι πίστις καί δόγμα, ἀγάπη καί ἦθος, ἐλπίς εἰς Χριστόν καί ἄσβεστος πόθος τῆς αἰωνιότητος, βιωμένη ἐλευθερία, δέσιμο μέ τόν τόπον καί ἐμπειρία οἰκειότητος, ἀλληλεγγύη καί κοινωνία, αὐθυπέρβασις καί μαρτυρία ζωῆς ἐν Χριστῷ.

Ὅλα αὐτά συμπυκνώνονται καί ἀποκαλύπτονται εἰς τάς ἑορτάς, αἱ ὁποῖαι δι’ ἡμᾶς ἀποτελοῦν τόν ἄξονα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. «Ὁ πιστός ζεῖ ἀπό γιορτή σέ γιορτή», σημειώνει ὁ μακαριστός πατήρ Ἀλέξανδρος Σμέμαν. Πράγματι, ἡ ἑορτή, ἡ ὁποία εἶναι πάντοτε κάτι περισσότερον καί πολυτιμότερον ἀπό τόν «ἐλεύθερον χρόνον» καί συνδέεται οὐσιαστικῶς καί ἀναποσπάστως μέ τήν θείαν λατρείαν, εἶναι καιρός ἀποκαλύψεων. Ἡ ἑορτή φωτίζει τήν πορείαν μας, ἀπελευθερώνει τήν ζωήν ἀπό τάς ἀντιφάσεις της, διαλύει τήν ἀχλύν τῶν βιωτικῶν μεριμνῶν, πλαταίνει τόν κόσμον, ἀνοίγει τήν διάστασιν τοῦ βάθους τῶν πραγμάτων. Ἑορτή εἶναι ἡ βίωσις τῆς ζωῆς ὡς κοινωνίας καί εὐχαριστίας. Ὁ κλειστός ἄνθρωπος, ὁ ἄνθρωπος πού περιστρέφεται γύρω ἀπό τόν ἑαυτόν του, δέν ἠμπορεῖ νά ἑορτάσῃ πραγματικά ἤ ἑορτάζει μόνον τόν ἑαυτόν του. Ὁ homo clausus δέν εἶναι δυνατόν νά ζῇ ὡς homo festivus. Ὁ χρόνος τῆς ζωῆς του δαπανᾶται διά τήν ἀτομικήν του εὐδαιμονίαν, διά τό ἔχειν τοῦ ἑαυτοῦ του καί ὄχι διά τήν κοινωνίαν, τήν κοινωνίαν μετά τοῦ Θεοῦ καί μετά τῶν ἀνθρώπων.
Δέν εἶναι διόλου τυχαῖον ὅτι κατά τάς λεγομένας «ἀργίας» ἤ κατά τόν «ἐλεύθερον χρόνον», ἐπιτείνεται ἡ αἴσθησις τῆς ματαιότητος καί ἡ ἀγωνία ὅτι ἡ ζωή περνᾶ χωρίς νά τήν ζήσουν οἱ ἄνθρωποι εἰς βάθος. Εἴμεθα προφανῶς ἐποχή τῆς ψυχαγωγίας καί τῶν διασκεδάσεων, ἀλλά ὄχι ἐποχή τῆς ἑορτῆς. Αἱ σύγχρονοι «ἑορταί» εἶναι καιρός τοῦ ἔχειν, παγίδες αὐτοπραγματώσεως, ἐκδιονυσιασμοῦ τῆς ζωῆς καί ἐπιδεικτικοῦ καταναλωτισμοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικόν ὅτι τάς ἑορτάς, τό περιεχόμενον καί τήν μορφήν των διαχειρίζονται σήμερον οἱ διαφημισταί, ἡ τηλεόρασις, οἱ ταξιδιωτικοί πράκτορες καί οἱ πωλοῦντες καί ἀγοράζοντες.
Καί τό ἀρχαῖον «βίος ἀνεόρταστος, μακρά ὁδός ἀπανδόκευτος», τονίζει μέν τήν ἀνάγκην καί τό νόημα τῆς ἑορτῆς διά τόν ὁδοιπόρον ἄνθρωπον, ἠμπορεῖ ὅμως νά κατανοηθῇ μέ τήν ἔννοιαν ὅτι τό πανδοχεῖον εἶναι «ὁ οἶκος» τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὑπογραμμίζουν ὅτι «Τά παρόντα ὁδός ἐστιν» καί ὅτι «Πανδοχεῖόν ἐστιν ὁ παρών βίος», τότε τοποθετοῦν τήν πατρίδα ἡμῶν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί θεωροῦν τόν παρόντα βίον πορείαν πρός τήν ἀληθινήν ζωήν. Αὐτήν τήν ζωήν ὑπενθυμίζουν αἱ ἑορταί, καθώς καί τήν προσωρινότητα τῶν παρόντων. Ἡ ἑορτή ἔχει οὐσιαστικήν ἐσχατολογικήν ἀναφοράν. Ὄχι μόνον δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά βλέπωμεν τό «πανδοχεῖον» ὡς «οἶκον», ἀλλά τρέφει τήν νοσταλγίαν τῆς «πατρίδος». «Οὐ γάρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. 13, 14). Αὐτήν τήν ζωήν τῶν ἐσχάτων ὑμνεῖ ὑπερεχόντως ὁ ἑορταζόμενος σήμερον Μέγας Βασίλειος, ὅστις «ἀπέρριψεν τῶν οὐκ ὄντων τόν πόθον» καί «χαίρων ἀνεκήρυξεν τό εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας».

Ἱερώτατοι, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Ἡ κακή ἀλλοίωσις τῶν ἑορτῶν ἤ ἀκόμη ἡ λήθη τοῦ νοήματος τοῦ ἑορτάζειν δέν εἶναι κάτι νέον. Τό παρελθόν δέν εἶναι «ὁ χαμένος παράδεισος». Ὅσον ἄτοπον εἶναι ὅμως νά πιστεύωμεν ὅτι παλαιότερα ἦσαν ὅλα καλύτερα, τόσον λανθασμένον εἶναι νά κλείνωμεν τούς ὀφθαλμούς ἔναντι ὅσων ἀρνητικῶν συμβαίνουν σήμερον. Ἐμφανέστατα ἡ ἐποχή μας ἀπολυτοποιεῖ πλεῖστα ὅσα ἀσήμαντα καί ἀπαξιώνει πολλά σημαντικά. Παραλλήλως πρός τάς ἐκπληκτικάς προόδους, ζῶμεν σήμερον τήν ἀδυσώπητον κοινωνικήν ἀδικίαν, τήν ἀλαζονίαν τῶν ἰσχυρῶν, τήν καταστροφήν τῆς φύσεως, τήν σχάσιν τῶν σχέσεων καί τόσα ἄλλα δεινά. Ζωτικαί ἀλήθειαι, αἱ ὁποῖαι ἔδιναν νόημα εἰς τήν ζωήν τῶν ἀνθρώπων, πολύτιμοι παραδόσεις αἰώνων, περιφρονοῦνται καί χλευάζονται. Ἀπεδείχθη περιτράνως ὅτι κάθε βῆμα πρός τά ἐμπρός δέν ἀποτελεῖ πρόοδον.

Ἰσχύει, ἀντιστοίχως, ὅτι κάθε στροφή εἰς τήν παράδοσιν δέν ἀποτελεῖ ὀπισθοδρόμησιν. Ἔχομεν ἡμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι μίαν παράδοσιν ἀληθείας, ἐλευθερίας καί φιλανθρωπίας, ἡ ὁποία τροφοδοτεῖ τό παρόν καί τό μέλλον μας, μίαν παρακαταθήκην πίστεως, ἡ ὁποία ἀπελευθερώνει μέσα μας ἀνεξαντλήτους δυνάμεις κατ’ ἀλήθειαν ζωῆς καί διακονίας. Δέν ἀνήκει τό μέλλον εἰς τόν αὐτάρεσκον ἀτομιστήν, εἰς τόν ἄνθρωπον «αὐτοείδωλον», ὁ ὁποῖος ζῇ ἀποκλειστικῶς διά τόν ἑαυτόν του καί ἀρνεῖται νά ἀναγνωρίσῃ εἰς τόν πλησίον τον «ἀδελφόν» τοῦ Χριστοῦ, Ἐκείνου ὅστις ἀπεκαλύφθη ὡς «Θεός μεθ’ ἡμῶν» καί Θεός «ὑπέρ ἡμῶν».

Ὁ συγκαταβάς τῶν γένει τῶν ἀνθρώπων Σωτήρ ἡμῶν, ἄς χαρίζῃ εἰς ὅλους ἡμᾶς, πρεσβείαις τοῦ «ἐκ Καισαρείας καί Καππαδόκων χώρας» ἱεροφάντορος Μεγάλου Βασιλείου, ἕνα εὐλογημένον καί ἀγλαόκαρπον ἐνιαυτόν μέ ὑγείαν κατ’ ἄμφω καί ἄς κατευθύνῃ τά διαβήματα ἡμῶν εἰς τήν ὁδόν τῆς εἰρήνης, τῆς «πάντα νοῦν ὑπερεχούσης» (Φιλιππ. 4, 7).


Πηγή: http://fanarion.blogspot.com/

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Καιρός για περισσότερη θεολογική σοβαρότητα

του Γεωργίου Στριλιγκά

Η χρονιά που πέρασε δεν ήταν η καλύτερη για τα θεολογικά μας πράγματα. Ενδεικτική η κατακλείδα, τα πρόσφατα επεισόδια της δημόσιας αντιπαράθεσης για το μάθημα των Θρησκευτικών. Ο θεολογικός κόσμος τα πληροφορήθηκε, μέσα στο κλίμα των αγίων ημερών, με έκπληξη και αρκετή λύπη. Ηθικός αυτουργός, που έδωσε αφορμή για το νέο θόρυβο, η επιστολή της 7ης Δεκεμβρίου 2010 προς την Υπουργό Παιδείας και στη συνέχεια η μονόπλευρη σχετική ανακοίνωση του Διοικητικού Συμβουλίου της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων. 

Όλοι οι θεολόγοι εκπαιδευτικοί, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο γράφων, παρακολουθούμε με ειλικρινή έγνοια και τελικά με έντονη ανησυχία, κάθε λέξη που γράφεται, κάθε πρόταση που κατατίθεται για το μάθημά μας. Όλοι μας έχουμε άποψη, την οποία προσπαθούμε ταπεινά να βελτιώσουμε. Όλοι αγωνιζόμαστε, με όσες δυνάμεις διαθέτουμε, να συμβάλουμε στο έργο της αγωγής των παιδιών μας και να βρούμε τον καλύτερο τρόπο για τη συνέχιση και τη δημιουργική ανανέωσή της. Προσωπικά θεωρώ τις προσπάθειες όλων των επιστημονικών ενώσεων των θεολόγων ωφέλιμες, κάθε πρόταση καλοπροαίρετη και κάθε συνάδελφο ως άνθρωπο καλής θέλησης.

Όμως, όταν από μια σπίθα ξεσπά πυρκαγιά και ο δημόσιος διάλογος ντύνεται το μανδύα αγοραίας χυδαιότητας η έστω επικοινωνιακής επιπολαιότητας, τότε η όποια ανησυχία μετατρέπεται σε αγωνία. Είναι η στιγμή που οι θεολόγοι, εάν δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε με παιδαγωγικούς όρους, οφείλουμε να ανατρέξουμε στη θεολογική γλώσσα για να αναζητήσουμε ξανά το νόημα των όρων διάκριση, συγχώρηση και κοινωνία.

Ας ξαναπάμε στην αρχή των γεγονότων. Όταν διάβασα τις απλουστευτικές και γενικευτικές κρίσεις στα κείμενα του Δ.Σ. της Π.Ε.Θ., θορυβήθηκα για τις ευάριθμες ανυπόστατες ανακρίβειες. Τα πράγματα βοούσαν ότι ήταν βεβιασμένη και αδικαιολόγητη ενέργεια. Αυτό τεκμηριώνεται αβίαστα και ακράδαντα από το ιστορικό του θέματος και την πλούσια βιβλιογραφία και αρθρογραφία για τα σχετικά ζητήματα. Έτσι, δεν εξεπλάγην όταν ακολούθησε έντονη διαμαρτυρία-διάψευση από το Σύμβουλο του Π.Ι., ο οποίος δεν ήταν ο μόνος θιγόμενος.

Η υπαναχώρηση από πλευράς Π.Ε.Θ. ήταν μονόδρομος. Πράγματι, πριν τη φωνή αλέκτορος, η Γραμματεία της Π.Ε.Θ. με νέα ανακοίνωση ανακάλεσε τα τρία βασικά σημεία της αρχικής καταγγελίας. Παρ’ όλα αυτά, η ανακοίνωση δημιούργησε νέα έκπληξη αφήνοντας εμβρόντητο κάθε νουνεχή αναγνώστη. Εκείνα τα «κακώς ίσως (= «κατά το δοκούν») αντιληφθήκαμε», «κατά τη δική μας φαντασία», «πιθανώς η ομάδα να μην είναι τόσο μονόπλευρη, όσο την νομίσαμε» δεν είναι ήσσονος σημασίας, παρά την αμφιλεγόμενη ελαφρυντική επίκληση, στο προοίμιο της ανακοίνωσης, ότι «δεν μπορεί να συζητάς με λογική βάση». Η μετάνοια δεν μπορεί να είναι μεμψίμοιρη, ειρωνευόμενη, επιθετικά εγωιστική. Αυτονόητα πράγματα για θεολόγους.

Επιπλέον, οι αρχικές ανακρίβειες, δίκην καταγγελιών, ήταν περιεχόμενο βαρύνουσας επιστολής προς την Υπουργό Παιδείας. Εάν, όπως φαίνεται στην όψιμη ανακοίνωση, δεν υπήρξε ακριβής αποτίμηση και αποτύπωση μιας διεξαχθείσας συζήτησης, άραγε, στάλθηκε διόρθωση στο βασικό αποδέκτη των καταγγελιών; Γιατί σιώπησαν οι υπαίτιοι όταν ακολούθησε σκόπιμη και βορβορώδης αναπαραγωγή των ανακριβειών και ο απαξιωτικός θόρυβος στράφηκε πέρα από τα πρόσωπα στο ίδιο το μάθημα των Θρησκευτικών;

Είναι απαράδεκτο θεολόγοι να εγκαλούν θεολόγους, να  βάζουν απέναντι όσους, κατά τη δική τους εκτίμηση, έχουν διαφορετική άποψη, να χρωματίζουν «κατά το δοκούν» και να υπαινίσσονται αβάσιμα. Πολύ περισσότερο, αυτή η τακτική δεν επιτρέπεται σε Μέλη Συμβουλίου που εκπροσωπεί θεολόγους.

Δεν θα άξιζε να ασχοληθεί κανείς με όλα τα παραπάνω, εάν αυτά δεν είχαν τεράστια σημασία για τα μείζονα και σπουδαία του μαθήματός μας. Υπάρχουν πολλά ζητήματα, ακόμη και στις θέσεις της Π.Ε.Θ., που χρειάζονται αποσαφήνιση. Ίσως, τα πράγματα δεν είναι άσπρα η μαύρα. Για παράδειγμα, απολύτως επιλεκτικά και δειγματικά, ενδιαφέρομαι πάρα πολύ να μάθω εάν η πρόταση που παρουσίασε η Π.Ε.Θ. για το Λύκειο, στο Υπόμνημα της 11η Ιουνίου 2010, είναι επίσημη και τελική πρόταση για το Λύκειο. Ενδιαφέρομαι να μάθω περισσότερα πράγματα γι’ αυτό που αναφέρεται στην πρόταση «να καταστήσουμε το μάθημα των Θρησκευτικών ένα «ανοικτό» και διαλεγόμενο με την εποχή μας μάθημα». Με ενδιαφέρει πάρα πολύ να πληροφορηθώ πως αντιλαμβάνονται οι συντάκτες της πρότασης τη διδακτική προσέγγιση στις ενότητες 1-6, των κεφαλαίων Α  και Β  της Γ  Λυκείου. Παραθέτω ως έχει το σχετικό ενδιαφέρον απόσπασμα από την πρόταση, με τις προτεινόμενες διδακτικές ενότητες:

Α’ Ο Θεός

1. Ο θεός των φιλοσόφων
α) Προσωκρατικοί - κλασσικοί, β) Καντ – Πασκάλ, γ) Νίτσε – Καμύ, δ) Σάρτρ - Βιττγκεστάϊν

2. Ο θεός των επιστημόνων
α) Γαλιλαίος – Νεύτων, β) Δαρβίνος - Αϊνστάϊν, γ) Hawking, δ) Collins

3. Ο θεός των αθέων
α) Φιλοσοφική αθεΐα: Νίτσε, β) «Επιστημονική» αθεΐα: Dawkins, Davies

4. Ο θεός των σκηνοθετών
α) Ταρκόφσκυ, β) Μπέργκμαν, γ) Ντράγιερ

5. Ο θεός των καλλιτεχνών
α) Έλιοτ, β) Ντοστογιέφσκυ, γ) Tavener, δ) Τσαρούχης

Β’ Το πρόσωπο του Ιησού
6.  Ο Ιησούς των καλλιτεχνών
α) Τζεφιρέλλι, β) Γκίμπσον, γ) Σκορτζέζε, δ) Καζαντζάκης

Πολύ περισσότερο, ενδιαφέρομαι να μάθω γιατί, τη στιγμή που κανείς δεν ζητά αναθεώρηση του status του μαθήματος, τουλάχιστον για την υποχρεωτική εκπαίδευση, η Ένωση προτείνει διπλό μάθημα Θρησκευτικών, δηλ. «οργάνωση διδασκαλίας της δικής τους θρησκευτικής αντίληψης και σ' αυτούς που δεν είναι ορθόδοξοι, χωρίς κανέναν ρατσιστικό αποκλεισμό. (όπως γίνεται στη Γερμανία)». Βλ., στο Υπόμνημα της Π.Ε.Θ., στις 10 Μαρτίου 2010, προς τη Συνοδική Επιτροπή για την Παιδεία. Πως θα γίνει αυτό στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο; Επίσης, τι σημαίνει «όπως γίνεται στη Γερμανία»; Δηλ. με έγκριση του διορισμού των θεολόγων εκπαιδευτικών από τις θρησκευτικές κοινότητες; Συμφωνούν όλοι οι θεολόγοι με αυτές τις προτάσεις η μήπως είναι θέσεις που διεκδικούν το αλάθητο;

Τέτοια θέματα, που είναι πολύ σοβαρά, και πολλά άλλα, θα μπορούσαν να είναι ερωτήματα εργασίας, με ζητούμενο τη συνεννόηση.

Θα περίμενε κανείς από την καθ’ όλα σεβαστή Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων να συγκαλέσει μια έκτακτη γενική συνέλευση για τα φλέγοντα θέματα που μας απασχολούν. Να προκαλέσει η ίδια ένα γόνιμο και δημιουργικό διάλογο, με μοναδικό ερώτημα «πως μπορεί να γίνει το μάθημα των Θρησκευτικών καλύτερο και πιο δυνατό».

Να καλέσει όλα τα παραρτήματά της και τις λοιπές Θεολογικές Ενώσεις και Συνδέσμους της χώρας για ανταλλαγή απόψεων και προτάσεων. Να διεκδικήσει από τις Θεολογικές Σχολές τεκμηρίωση και από τη διοικούσα Εκκλησία ομοψυχία. Να ηγηθεί συνθετικά και αποτελεσματικά στο δρόμο για την προάσπιση και προαγωγή του μαθήματός μας. Τέτοιες ενέργειες, ακόμη και εάν δεν τελεσφορούσαν, θα έδειχναν ότι οι θεολόγοι έχουμε κουλτούρα διαλόγου και θα έδιναν μια καλή μαρτυρία αποφασιστικής ενότητας όπου χρειάζεται. Επιπλέον, ο πρωταγωνιστής θα αποσπούσε αξιωματικά τον πανελλήνιο έπαινο.

Αντί όλων αυτών, γινόμαστε κοινωνοί ανακοινωθέντων, καταγγελιών, ανεπαρκών δημοσιευμάτων από μεμονωμένους αρθρογράφους που αυτοπροβάλλονται ως εκπρόσωποι του θεολογικού κόσμου. Βεβαίως, ακόμη και αυτά δεν είναι ολοσχερώς απορριπτέα, φτάνει να είναι τόποι κοινής αναφοράς η, κυρίως, να είναι αποτελέσματα εμβριθούς επεξεργασίας και χαρισματικής πνοής. Απεναντίας, είναι αποδοκιμαστέα όταν δεν αίρονται στο ύψος των περιστάσεων, όταν είναι ανεπαρκή, όταν χρησιμοποιούν παρωχημένη και ξύλινη γλώσσα, όταν είναι αντιφατικά, όταν προσφέρονται για αξιοποίηση από τους μισαλλόδοξους, τους αδιάβαστους και τους φοβικούς.

Βρισκόμαστε σε μια εποχή που οι διακονούντες το μάθημα των Θρησκευτικών επιβάλλεται με φρόνηση και σοβαρότητα να επιστρατεύσουμε όλες μας τις δυνάμεις για ενότητα. Για την επίτευξη του σκοπού επιβάλλεται διάλογος με πνεύμα γόνιμης συνάντησης με την άλλη άποψη, που ενδεχομένως να μην είναι άλλη άποψη.

Ο Σωτήρας του κόσμου, φανερώθηκε στην ταπεινή Βηθλεέμ, αντί της Ναζαρέτ, με αφορμή τη θύραθεν εξουσιαστική προσταγή της απογραφής. Στη συνέχεια, «νόμον εκπληρών» καταδέχθηκε την περιτομή, την οποία αργότερα κατάργησε. Τα εμπόδια δεν σταμάτησαν την πραγματοποίηση των προφητειών και των οραμάτων. Το ξεκίνημα έγινε. Εμείς δυσκολευόμαστε ακόμη και να συζητήσουμε; Το τραπέζι είναι κοινό, όπως διδάσκει η γνωστή παραβολή. Ο οικοδεσπότης είναι ένας. Εάν είχα τη δυνατότητα να επιλέξω ρόλο ανάμεσα στους δυο γιους του φιλεύσπλαχνου πατέρα, θα προτιμούσα εκείνον που τελικά βρέθηκε στο τραπέζι συνδαιτημόνας.
*Σημείωση: Ο Γιώργος Στριλιγκάς είναι Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων και Πρόεδρος του Παγκρήτιου Συνδέσμου Θεολόγων.

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011

Οκουμενικό Πατριαρχείο: Ιστορική δικαίωση και μεγάλες προσδοκίες

ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΠΑΚΑΛΙΔΟΥ

«Θύμα» των δυσκολιών που πέρασαν (και περνούν) οι ελληνοτουρκικές σχέσεις αλλά και της τακτικής έναντι των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων στη χώρα, το Φανάρι αναμένει την απόδοση δικαιωμάτων του, όπως η δυνατότητα να εκπαιδεύει τους κληρικούς του, γεγονός που θα επιτρέψει η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.

Οι συνθήκες για την επαναλειτουργία της ιστορικής σχολής, 40 χρόνια μετά το κλείσιμό της με νόμο του τουρκικού κράτους το 1971, έχουν ωριμάσει, όπως τουλάχιστον προκύπτει από δηλώσεις ανώτατων αξιωματούχων της τουρκικής κυβέρνησης. Αναλυτές προεξοφλούν δε ότι αυτό μπορεί να συμβεί μέσα στο 2011 και χωρίς πολλές νομικές διαδικασίες, αφού υπάρχει ήδη ο κανονισμός της λειτουργίας της σχολής (στη βάση όσων ίσχυαν μέχρι το 1971) με την ψήφιση ενός νέου νόμου. Ωστόσο, μέχρι πρόσφατα παρά τις θερμές δηλώσεις των αξιωματούχων, δεν έχει υπάρξει ανταπόκριση της τουρκικής κυβέρνησης στο αίτημα που έχει διατυπώσει το Φανάρι για τη σύγκληση μίας μεικτής επιτροπής για την εξέταση των ζητημάτων που αφορούν στο ενδεχόμενο επαναλειτουργίας. Η δικαίωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με την επανεγγραφή στην ιδιοκτησία του του ακινήτου του Ορφανοτροφείου στην Πρίγκηπο και την έμμεση αναγνώριση νομικής υπόστασης, η απόδοση τουρκικής υπηκοότητας στους ιεράρχες του θρόνου, που ανοίγει τον κλειστό κύκλο των υποψηφίων για μελλοντική εκλογή Πατριάρχη, και αναμφισβήτητα, η άδεια για την τέλεση Θείας Λειτουργίας στο μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά τον περασμένο Δεκαπενταύγουστο στον Πόντο, αποτελούν τα γεγονότα που σημάδεψαν το 2010 και άλλαξαν σε ένα βαθμό το προφίλ της Τουρκίας σε σχέση με τον τρόπο που αντιμετωπίζει τις μη μουσουλμανικές κοινότητες.

Οικολογία, βιοηθική και διαθρησκειακός διάλογος

Σε κέντρο μελετών διεθνούς εμβέλειας σε θέματα που απασχολούν το σύγχρονο άνθρωπο φιλοδοξεί να μετατρέψει το κτίριο του Ορφανοτροφείου στην Πρίγκηπο, το Φανάρι. Η μελέτη λειτουργικότητας που βρίσκεται σε εξέλιξη αυτό το διάστημα, προβλέπει τη δημιουργία τριών γραμματειών που θα παρακολουθούν τις εξελίξεις στα περιβαλλοντικά προβλήματα του πλανήτη, τα ζητήματα βιοηθικής που προκύπτουν από την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και όχι μόνο και την ενίσχυση του ακαδημαϊκού διαλόγου μεταξύ των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών (Ισλάμ, Χριστιανισμός, Ιουδαϊσμός) στη βάση της καλλιέργειας της συνοχής των κοινωνιών, της συνύπαρξης, της ανεξιθρησκίας και της αποφυγής φαινομένων μισαλλοδοξίας. Στο πλαίσιο αυτό το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα αναζητήσει τη συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς που ασχολούνται με αυτά τα ζητήματα σ' ολόκληρο τον κόσμο. «Η Εκκλησία δεν μπορεί να μην αναγνωρίζει τα σημεία των και να μην αφουγκράζεται τις ανάγκες των ανθρώπων», ανέφεραν εκκλησιαστικές πηγές και πρόσθεταν ότι οι άνθρωποι αναμένουν από εκείνη να λάβει θέσεις σε σοβαρά ζητήματα, όπως αυτό των ηθικών διαστάσεων της εξέλιξης της τεχνολογίας. Από την ολοκλήρωση της μελέτης χρήσης θα προκύψει και η μελέτη για την κατασκευή του χώρου, με το Πατριαρχείο να επιθυμεί τη διατήρηση του ξύλινου κτίσματος του Ορφανοτροφείου.

Οι Εκκλησίες του Γαλατά

Εκτός από τη διευθέτηση των ζητημάτων των περιουσιών των μειονοτικών ιδρυμάτων που εξετάζεται από τη Γενική Διεύθυνση Βακουφίων της Τουρκίας, με πολλές ενστάσεις γύρω από τις εξαιρέσεις που περιέχει ο νέος νόμος - πληγή για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εξακολουθεί να παραμένει το θέμα των εκκλησιών που σφετερίστηκε το λεγόμενο «Τουρκικό Ορθόδοξο Πατριαρχείο». Πρόκειται για τη λεγόμενη «Εκκλησία» που εγκαθίδρυσε ο κληρικός παπα - Ευτύμ, με τις «ευλογίες» του κεμαλικού καθεστώτος και την κατάληψη τριών ελληνορθόδοξων ναών στο Γαλατά καθώς και ευαγών ιδρυμάτων. Η γνωστή στην Τουρκία ως «εκκλησία χωρίς ποίμνιο», είχε ως εκπρόσωπο Τύπου την Σεβγκί Ερενερόλ, αδερφή του σημερινού «ψευδοπατριάρχη», η οποία διοργάνωνε και συμμετείχε σε εκδηλώσεις κατά του Πατριαρχείου και του κ. Βαρθολομαίου και σήμερα βρίσκεται κατηγορούμενη για συμμετοχή στο σκάνδαλο Εργκένεγκον, καθώς -σύμφωνα με τον τουρκικό Τύπο- εκκλησίες του Γαλατά αναφέρονται στο κατηγορητήριο ως τόπος συνάντησης εθνικιστών. Η έκβαση της δίκης για το σκάνδαλο Εγκένεγκον, για την κ. Ερένερολ, αποκτά μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς ήταν από εκείνους που ζητούσαν επίμονα και με κάθε ευκαιρία να φύγει το Πατριαρχείο από την Τουρκία. Σε δηλώσεις του στον τουρκικό Τύπο, ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπογράμμισε ότι τις εκκλησίες που κατέλαβε το λεγόμενο «Τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο», το Φανάρι συνεχίζει να τις διεκδικεί.

Το «θαύμα» της Παναγίας Σουμελά

Ως μία από τις πιο συγκλονιστικές εμπειρίες της ζωής του περιέγραψε ο κ. Βαρθολομαίος την τέλεση Λειτουργίας τον περασμένο Δεκαπενταύγουστο στο μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά. Η άδεια που δόθηκε από το υπουργείου Πολιτισμού της Τουρκίας για την τέλεση της λειτουργίας (κάθε Δεκαπενταύγουστο πλέον από τον Οικουμενικό Πατριάρχη) αλλά και η υποδοχή αυτής της παράδοσης και των πολυάριθμων προσκυνητών από τις τοπικές αρχές και την κοινωνία ανοίγει ένα νέο δρόμο στις προσπάθειες αλληλοκατανόησης και αντιμετώπισης των θρησκευτικών μειονοτήτων στη χώρα. Από την άλλη πλευρά, συνεχίζονται οι προετοιμασίες για τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, με την προπαρασκευαστική επιτροπή που αναμένεται να συνέλθει το Φεβρουάριο στο Σαμπεζί της Γενεύης. Η ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας και η σύγκληση της Συνόδου αναμένεται να σηματοδοτήσουν μία νέα αφετηρία συνεργασίας μεταξύ των ορθόδοξων Εκκλησιών και να βοηθήσει στην εξάλειψη ενδεχόμενων προστριβών.

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

«Θεού Γράμματα, Σπουδάσματα - Μια πρόταση για την διδασκαλία των Θρησκευτικών»

«Θεού Γράμματα, Σπουδάσματα
Μια πρόταση για την διδασκαλία των Θρησκευτικών»
του κ. Τριαντάφυλλου Σιούλη, Σχολικού Συμβούλου Θεολόγων
Πεποίθησή μας είναι πως κάθε κρίση, εν προκειμένω η πνευματική, θα πρέπει να αποτελεί ευκαιρία ανατροφοδότησης και ανασύνταξης με σκοπό την υπέρβασή της. Τελευταία το Υπουργείο Παιδείας προχωρά στην εκπόνηση νέων προγραμμάτων σπουδών για την υποχρεωτική εκπαίδευση. Αυτό σημαίνει αλλαγές στο περιεχόμενο και το χαρακτήρα των μαθημάτων. Σε πρόσφατο Συνέδριο θεολόγων που έγινε στην Ηγουμενίτσα (23-11-2010) είχαμε μιλήσει για το θέμα αυτό προτείνοντας: «…όσον αφορά στο περιεχόμενο του μαθήματος και την απάντηση που πρέπει να δώσουμε. Τι κομίζει αυτή η χώρα ως πρόταση ζωής διαχρονικά που να ερμηνεύει τον πολιτισμό της να απαντά σε θέματα ουσιώδη του κοινωνικού, πολιτικού, προσωπικού γίγνεσθαι; Ποιο μοντέλο παιδείας είναι κατάλληλο με ποιον προσανατολισμό και με ποιο περιεχόμενο στα προγράμματα σπουδών προς την κατεύθυνση αυτή; Φρονώ πως το μάθημα των θρησκευτικών, ως προς το περιεχόμενο πρέπει να ανταποκρίνεται σε όλα τα παραπάνω. Δεν πρέπει να απομακρύνεται από γεγονότα και καταστάσεις που έχουν χρωματίσει αυτόν τον τόπο, τον έχουν χαράξει, τον έχουν χαρακτηρίσει διαχρονικά, του έχουν δώσει λύσεις και διεξόδους. Τελικά ένα σύγχρονο μάθημα θρησκευτικών δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να υποβαθμίζει ή να απαξιώνει την Παράδοση του με την οποία πορεύτηκε, επιτυχώς πανθομολογουμένως, ανά τους αιώνες. Διαφορετικά είναι σαν να κόβουμε το κλαδί του δένδρου πάνω στο οποίο καθόμαστε. Πιστεύω λοιπόν πως πρέπει να παραμείνει ο ομολογιακός χαρακτήρας του μαθήματος των θρησκευτικών.... Και για να μη παίζουμε με τις λέξεις, εννοώ χαρακτήρας χρωματισμένος με την κουλτούρα αυτού του τόπου όπως προανέφερα που να μη κινδυνεύει να διολισθήσει στην ρηχή, αποστεωμένη και επιφανειακή παρουσίαση ενός Ορθόδοξου χριστιανικού πολιτισμού αλλά να διατηρεί τον θεολογικό – παιδαγωγικό και ηθοπλαστικό του ρόλο, που να δίνει στήριγμα, όραμα, ελπίδα και απαντήσεις σε υπαρξιακά θέματα. Στην Ελλάδα ζούμε δεν ζούμε στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Αγγλία ή την Αμερική. Παράλληλα όμως δεν μπορεί ένα μάθημα θρησκευτικών σήμερα να μην πληροφορεί τους μαθητές επαρκώς και για το θρησκευτικό φαινόμενο σε παγκόσμιο επίπεδο, δίνοντας τις αναγκαίες προεκτάσεις, ώστε να μπορούν να ερμηνεύουν συμπεριφορές, πράγματα και καταστάσεις, πολιτικές, κοινωνικές κ.λπ.».

Στηριγμένοι στο βιβλίο του Στέλιου Ράμφου με τον ομώνυμο τίτλο (Στέλιου Ράμφου, Θεού Γράμματα, Σπουδάσματα, Μια πρόταση για την διδασκαλία των Θρησκευτικών, Εκδόσεις Ακρίτας, Α΄ Ανατύπωση, Αθήνα 1999) συμφωνούμε πως «…η πρόταση καθ’ εαυτήν αποτελεί μια προβολή ελληνορθόδοξης αυτεπιγνώσεως, που επιχειρεί δυναμικά να αποτινάξη το επίχρισμα της τόσο συχνά ξενόφερτης επιστημοσύνης και εκλογικεύσεως, η οποία έχει αποξενώσει το μάθημα των Θρησκευτικών από το ουσιαστικό του αντικείμενο, την βιωματική δηλαδή προσέγγιση από τον μαθητή της αγιότητος και ανθρωπιάς, για να το μεταβάλη σε στείρο και ανιαρό αναμάσημα ιδεολογικοποιημένων αληθειών της πίστεως» και παρουσιάζοντας αποσπάσματα του βιβλίου καλούμε για έναν γόνιμο προβληματισμό. «Η σχολική διδασκαλία της ορθοδόξου πίστεως ξεκινά από την αρχή ότι αποκάλυψις είναι η αγιότης και δευτερευόντως μόνο η παράδοση και η Γραφή. Άγιος δεν είναι κάποιο άτομο με δυνατότητες υπερκόσμιες, είναι ο άνθρωπος που μετενόησε, που εξεπλήρωσε τον σκοπό για τον οποίο οι χριστιανοί αγωνιζόμαστε και υπάρχει στην συνείδηση της Εκκλησίας ως παράδειγμα της εν Χριστώ ζωής. Η διδασκαλία τούτη απευθύνεται κατά συνέπεια κυρίως στο αίσθημα, σκοπεύει δε το καθόλου ανθρώπινο, είναι δηλαδή όσο το δυνατόν λιγώτερο βιβλιακή και όσο γίνεται περισσότερο άτυπη. ‘Άτυπη’ δεν σημαίνει απλώς λυτρωμένη από δουλειές σαν της βαθμολογίας ή των εξετάσεων, αλλά στενά συνδεδεμένη με τα ήθη της λαϊκής ευσέβειας. Τα ήθη και τα έθιμα γίνονται πρόξενος εκκοσμικεύσεως, όταν η πίστις, αντί να αναφέρεται σε αλήθεια υπερβατική, τίθεται στην υπηρεσία τους και όχι όταν εκφράζουν, καθώς στην περίπτωση του ελληνισμού, την αρχέγονη εκείνη συνυφή Εκκλησίας και κοινότητος, οπότε καθρεφτίζουν την λαϊκή ψυχή και την καθαρίζουν με τον αγιασμό της κοινής πίστεως. Εν αντιθέσει με τις κοινωνίες της Ευρώπης και της Αμερικής, όπου η θρησκεία είναι υπόθεση ατομικού πιστεύω, η δε κοινωνία βασίζεται σε υλικά συμφέροντα και οικονομικούς νόμους, στην Ελλάδα, που η Εκκλησία ρίζωσε στην κοινότητα, η λαϊκή ψυχή εμπεδώνει με τα ήθη και τα έθιμα τον κανόνα μιας κοινωνικής ζωής διαφορετικής, μια συνοχή η οποία αναπαύεται στην ανιδιοτέλεια. Έτσι το μάθημα των Θρησκευτικών ξεπερνά την δεοντολογία της μεταδόσεως δογματικών αληθειών και αναδεικνύεται παράγων αντιστάσεως του εθνικού οργανισμού στον προϊόντα μαρασμό, ο οποίος κατά βάθος οφείλεται σε χωρισμό της κοινωνίας μας από την Εκκλησία …».

«Υπό το φως της αγιότητος, το μάθημα των Θρησκευτικών αποβάλλει τον χαρακτήρα ιστορικής αφηγήσεως του βίου των παθών και της αναστάσεως του Ιησού, που εξαντλείται σε γνωριμία περιστατικών και συναγωγή καλλιεργητικών υποκρισίας ηθοπλαστικών διδαχών, και κατ’ αυτό τον τρόπο εισάγει εκ των ένδον το παιδί στη ζωή της Εκκλησίας ως κοινωνίας πνεύματος, στην τετελεσμένη και αεί προοδεύουσα προοπτική της εσωτερικής μεταμορφώσεως. Όσο αναπτύσσεται το θρησκευτικό βίωμα, τόσο αναγνωρίζει το μυστήριο του Θεού και αποκρούει την εκλογίκευσή του, με αποτέλεσμα η απορρέουσα διδακτική και τα συναφή εγχειρίδια να μην αναφέρωνται στην τρέχουσα πραγματικότητα, αλλά στην εν Χριστώ ζωή».

«… η επαφή του παιδιού με την θρησκεία χρονολογείται από την πιο τρυφερή ηλικία, ενώ στις δύο πρώτες τάξεις αναπτύσσεται με όλες εκείνες τις ουσιαστικές αφορμές, που προσφέρει ο κύκλος των εκκλησιαστικών εορτών και η γνήσια μεταφυσική ανησυχία των μικρών μαθητών.

Στην Τρίτη Δημοτικού η διδασκαλία δεν παρακολουθεί ωρισμένο εγχειρίδιο, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα, διότι προσαρμοζόμενη στον ψυχισμό του παιδιού, ο οποίος αναπτύσσεται σύμφωνα με ανθρώπινα πρότυπα και όχι με ιδέες, αποκτά έντονη προσωπική διάσταση. Συγκεκριμένα ο δάσκαλος αφηγείται βίους αγίων, συνδυάζοντας την τάξη του εορτοδρομίου με τα ονόματα των μαθητών του (για τους μη έχοντες επώνυμο άγιο καταφεύγει δημιουργικά στην χάρη των Αγίων Πάντων και των μυριάδων ανωνύμων μαρτύρων), επιμένει δε στην πνευματική ακτινοβολία και τα θαύματα των ανθρώπων του Θεού, για να διακρίνη μεταξύ γενεθλίων και φυσικής γεννήσεως και αναγεννήσεως του βαπτίσματος και να συνδέση μέσω του επώνυμου αγίου, το όνομα με τον σκοπό της ζωής εκείνου που το φέρει. Το μάθημα ωστόσο δεν εξαντλείται εις το πνευματικό περιεχόμενο των εορτών. επεκτείνεται στα διάφορα ήθη και έθιμα, των οποίων την τήρηση ο δάσκαλος προτείνει στην τάξη, αφού πριν εξηγήσει την σημασία τους. Με τους ύμνους, τα τραγούδια ή εάν το καλή η περίσταση, τα κάλαντα που μαθαίνουν, τα γλυκά και φαγώσιμα που ετοιμάζουν, τις σχετικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούν, τα παιδιά μπαίνουν σύσσωμα στην Εκκλησία και την ζουν όχι μόνο σαν τύπο λατρείας ευχαριστιακής, αλλά και ως κοινωνία πνεύματος στον δικό τους χώρο.

Στην Τετάρτη Δημοτικού, όπου επίσης δεν χρησιμοποιούμε βιβλίο, θέμα της διδασκαλίας είναι ο βίος του Χριστού, εν συνδυασμώ πάντοτε με την λειτουργική εκκλησιολογική του διαρρύθμιση και τις εθιμικές του εμβιώσεις. Ο βίος του Θεανθρώπου ακολουθεί στην σχολική κλίμακα τους βίους των αγίων, αντί να προηγείται, όπως θα ήθελε η τυπική λογική, όχι διότι τα παιδιά τον γνωρίζουν μέσες – άκρες από την προσχολική περίοδο και τα δύο πρώτα χρόνια του Δημοτικού, ούτε γιατί στην ηλικία τούτη γίνεται πιο κατανοητός, αλλά επειδή μόνο μετά τη συνάντηση της αγιότητος και την επίσκεψη του ιδίου ονόματος, ο μαθητής θα προβάλη στην ιστορία του Ιησού την ιστορία και το φως της ψυχής του. Χωρίς την λαμπρότητα των αγίων και την πνευματική ευωδία που αναδίδει το όνομά τους, τα σπουδαία και παράδοξα γεγονότα των ευαγγελίων, όσο ενδιαφέρον και αν προκαλούν, όσο κι αν ερεθίζουν το πνεύμα ενός παιδιού, δεν εισχωρούν στον εσωτερικό κόσμο, επειδή δεν σφραγίζουν την μοίρα του.

Από την Πέμπτη Δημοτικού, η διδασκαλία των Θρησκευτικών συνδυάζεται με βιβλίο. Πρόκειται για κατανυκτικούς βίους αγίων στο πρωτότυπο, που διανθίζονται με σχετικά στοιχεία Ιεράς Γεωγραφίας, γραμμένα στο πνεύμα και το ύφος αναλόγων περιγραφών του Φωτίου Κόντογλου, συνυφαίνονται δε με αντίστοιχα κείμενα του Εορτοδρομίου και Κυριακοδρομίου. Σημειώνω πως το εν λόγω βιβλίο δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να λειτουργή σαν διδακτικό εγχειρίδιο, εφ’ όσον προορισμός του είναι να γίνη εντρύφημα, πηγή ύδατος ζωής και όχι αντικείμενο εκμαθήσεως.

Στην Έκτη Δημοτικού, ο κόσμος των αγίων της Ορθοδοξίας συνδέεται άμεσα με τον Νεώτερο ελληνισμό και την ιστορία του μέσω των νεομαρτύρων, εις τρόπον ώστε το παιδί να αισθανθή, πέραν του πνευματικού δεσμού, και τον δεσμό αίματος που το ενώνει μαζί τους. Το βιβλίο αρχίζει εν προκειμένω με το Θρηνητικό συναξάρι του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (Φ. Κόντογλου) και αφού περάσει το θυσιαστήριο της Τουρκοκρατίας και της Επαναστάσεως, φτάνει μέχρι σήμερα. Περιλαμβάνονται χαρακτηριστικά συναξάρια από το Νέον Μαρτυρολόγιον του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. η θαυμάσια πάνυ και ψυχωφελής διήγηση, που παραθέτει ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος εις την εισαγωγή της συλλογής δημοτικών ασμάτων, τα οποία εξέδωσε το 1852. ο Φτωχός Άγιος του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. αποσπάσματα από την βιογραφία του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, γραμμένη από το Φάνη Μιχαλόπουλο. αποσπάσματα από τον Παπουλάκο του Κωστή Μπαστιά, από το συναξάρι Αρσενίου του Καππαδόκου, πόνημα του αγιορείτη μοναχού Παϊσίου, από το Σημείον Μέγα του Φώτη Κόντογλου. κείμενα για τη ζωή και το μαρτύριο Γρηγορίου του Ε΄, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Χρυσοστόμου, Επισκόπου Σμύρνης, καθώς επίσης συναξάρια νεομαρτύρων της Κύπρου. Η εθνική και η εκκλησιαστική μας ιστορία εδώ συμπορεύονται.

Στο Γυμνάσιο η διδασκαλία των Θρησκευτικών μεταβάλλει περιεχόμενο, προσαρμοζόμενη στην, λόγω ηλικίας, σχετικά αυτόνομη ανάπτυξη της διανοητικής λειτουργίας του παιδιού. Ο μαθητής έρχεται πλέον απ’ ευθείας σε επαφή με την Αγία Γραφή και διδάσκεται χριστιανική ιστορία.

Έτσι στην Πρώτη Γυμνασίου γνωρίζει τον κόσμο της Παλαιάς Διαθήκης, μέσω μιας καλής επιλογής κειμένων από τους Εβδομήκοντα, με εντός παρενθέσεως νεοελληνικές ερμηνευτικές αποδόσεις δυσκόλων σημείων ή λέξεων, ενώ στην Δευτέρα, μελετά έναν ευαγγελιστή από το πρωτότυπο κατά προτίμηση τον Λουκά, σε μια προοπτική πνευματικής εμβαθύνσεως. Τα στοιχεία της Ιεράς Ιστορίας, που προσέλαβε στις δύο πρώτες γυμνασιακές τάξεις, θα τα συμπληρώσει στην Τρίτη, διδασκόμενος την ευαγγελική προπαρασκευή και την εκκλησιαστική ιστορία. Και στην μεν ευαγγελική προπαρασκευή παρακολουθεί από τα κείμενα των αρχαίων φιλοσόφων και τα δόγματα των προχριστιανικών θρησκειών, την μακρά προετοιμασία της ανθρωπότητος, να δεχθή τον Χριστό και Σωτήρα, στην δε εκκλησιαστική ιστορία, όπου εξετάζεται και ο μωαμεθανισμός σαν χριστιανική αίρεσις, μελετά την πορεία της Εκκλησίας από την Πεντηκοστή μέχρι σήμερα. Και στα δύο μέρη του βιβλίου η έκθεση δεν έχει χαρακτήρα απρόσωπο και αντικειμενικό, αλλά χρονογραφικό, ώστε να νομιμοποιείται τόσο η ζωντανή έκφραση, όσο και ο στοχαστικός χειρισμός, χωρίς να βιάζεται ή και να προδίδεται η ιστορική αλήθεια. Ο απόφοιτος λοιπόν του Γυμνασίου, εάν μεν εγκαταλείψη τα θρανία, θα έχη βαθειές εντυπώσεις θρησκευτικές και ασφαλείς γνώσεις, εάν πάλι συνεχίση τις σπουδές, θα είναι παρασκευασμένος για κατακτήσεις υψηλότερες.

Στο Λύκειο η διδασκαλία τείνει σε περαιτέρω καλλιέργεια της θρησκευτικής συνειδήσεως, και τούτο όχι με σωρευτική μετάδοση θεολογικών αξιωμάτων, αλλά με εισαγωγή του μαθητού δημιουργικά (οδηγητική κατεύθυνση εν τοιαύτη περιπτώσει είναι το θρησκευτικό σύμβολο να τίθεται ως πηγή νοήματος και να μην αγκυλώνεται ως περιεχόμενο) στην αλήθεια της Εκκλησίας, της κοινωνίας δηλαδή του πνεύματος. Έτσι ο μαθητής της Πρώτης Λυκείου καλείται να περάση με δυναμική ερμηνεία, κατά το πρότυπο του Νικολάου Καβάσιλα, από τον τύπο της Θείας Ευχαριστίας και των μυστηρίων που διδάσκεται, στην αγιαστική σημασία τους για την ζωή μας, ζωή κοινοτικής αλληλεγγύης, εδραιωμένη στην ευθύνη ενός εκάστου έναντι πάντων και όχι στα ατομικά διακιώματα, εκ παραλλήλου δε προς τα μυστήρια και συναφώς πάντα προς αυτά, να πλησιάση τη βυζαντινή υμνογραφία και τέχνη εν γένει, συνάπτοντάς την με τα μεγάλα εκκλησιαστικά «γεγονότα» της Γεννήσεως, του Ευαγγελισμού, του Πάσχα, της Πεντηκοστής, καθώς επίσης και με την καθάρσια αγωνιστική περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Τα μυστήρια όμως της Εκκλησίας δεν φέρνουν καθ’ εαυτά την ποθητή ολοκλήρωση, εάν ο πιστός δεν προσφέρει αδιάκοπα την θέλησή του – ως συντριβή και αγάπη και μετάνοια – να δεχθή και διασώση μέσα του την χάρη τους.

Αυτό το πνεύμα της χριστιανικής βιοτής, θα γνωρίση ο μαθητής της Δευτέρας Λυκείου από τα κείμενα των αναχωρητών της ερήμου και των ησυχαστών (κατά βάσιν του Γεροντικού και της Φιλοκαλίας), που ανθολογούνται στο βιβλίο του, με την αρχαία πάντα γλωσσική τους μορφή, υπό την έννοια στάθμης της υπάρξεως και όχι ιδεολογικής τοποθετήσεως, οπότε ενθαρρύνεται η δι’ αυτογνωσίας και αυθυπερβάσεως καταξίωσή του, αποκλείεται δε ο «φιλοσοφικός» του χρωματισμός.

Τέλος, κατά οργανική συνέπεια και προέκταση της διδασκαλίας των δύο προηγουμένων ετών, ο μαθητής της Τρίτης Λυκείου έρχεται σε κοινωνία με το μήνυμα της Ορθοδοξίας στο σύγχρονο κόσμο της δυνάμεως και της αρνήσεως των πνευματικών αξιών, της απορρίψεως του Θεού, της θρησκείας και της παραδόσεως. Η διδασκαλία αποβλέπει σε στοχαστικό διάλογο, βασίζεται δε σε ανθολόγιο αντιπροσωπευτικών κειμένων ορθοδόξου σκέψεως, ελληνικής και μη, κριτήριο επιλογής των οποίων δεν είναι η θεωρητική επεξεργασία θεμάτων της πίστεως, είναι κατά πρώτο λόγο η μαρτυρική κατάθεση των συγγραφέων περί της σωστικής της αλήθειας. Τέτοιες μαρτυρίες θα βρη κανείς από ελληνικής πλευράς, με αφετηρία το έτος 1754, όπου εμφανίζεται στο Άγιον Όρος το ανανεωτικό κίνημα των Κολλυβάδων, συνεχίζεται δε με ποικίλες μορφές μέχρι σήμερα, σε λόγους του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού και του Παπουλάκου, σε διηγήματα του Παπαδιαμάντη, κείμενα του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, του Κοσμά Φλαμιάτου, του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, του Κωστή Μπαστιά, του Κόντογλου, του Λαούρδα και στην προσφορά άλλων νεώτερων ή παλαιοτέρων, ενώ από μη ελληνικής πλευράς, θα βρη μεταξύ άλλων στο έργο του Ντοστογιέφσκη (Μύθος του Μεγάλου Ιεροεξεταστού, Το όνειρο ενός γελοίου, Ο υπόγειος), στις επιστολές του Γκόγκολ, σε σελίδες του Μπερντιάεφ (τα περί γνώσεως και πίστεως, λόγου χάριν, στο Αλήθεια και Αποκάλυψις), στα έργα του Αλεξάνδρου Σμέμαν Για να ζήσει ο κόσμος και Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ του Σολζενύτσιν».

«Είναι προφανές, και τα προηγούμενα δεν αφήνουν, νομίζω, την παραμικρή αμφιβολία, ότι άξων της διδασκαλίας των Θρησκευτικών παύει να υπάρχη το εγχειρίδιο, αντ’ αυτού δε αναδεικνύεται ο θεολόγος. Τα βιβλία γίνονται οδηγοί εργασίας, στοχασμού και διαλόγου, διδακτικές αφορμές και όχι υλικό προς αποστήθιση ή εκμάθηση. Η αλλαγή αυτή του άξονος διδασκαλίας, υποχρεώνει τον καθηγητή να περάση από το παθητικό και νυσταλέο αναμάσημα των κεφαλαίων του παλαιού βοηθήματος, στην δημιουργική παράδοση, προκαλεί δε ηυξημένη παιδευτική ευθύνη, που συνιστά ουσιώδη προϋπόθεση της θετικής ασκήσεως του λειτουργήματός του. Διότι δεν πρόκειται απλώς περί αυτενέργειας κατά την διεξαγωγή του μαθήματος, πρόκειται, για κάτι πολύ πιο λεπτό και πιο κρίσιμο: τα σημερινά παιδιά, στα οποία καλείται να μεταλαμπαδεύση το εκκλησιαστικό πνεύμα, δεν έχουν γεωργημένη, έστω στην ατμόσφαιρα της γειτονιά, κοινοτική συνείδηση των προηγούμενων γενεών. είναι τυπικά προϊόντα των διαμερισμάτων, ασθενικοί και απομονωμένοι βλαστοί διαλυμένων ή υπό διάλυσιν οικογενειών, θρεμμένοι εξ απαλών ονύχων με την ψυχοφθόρα ιδεολογία των ατομικών συμφερόντων και δικαιωμάτων, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι για να καρποφορήση η διδασκαλία του, πρέπει να μεταπλάθη αδιάκοπα την τάξη σε μικρή κοινωνία πνεύματος, προσφέροντας ο ίδιος πρώτα τον εαυτό του».

Υποστηρίζεται και από πολλούς σήμερα μια κοινωνιολογική προσέγγιση του μαθήματος των Θρησκευτικών ή γνωσιολογική. Ο συγγραφέας απαντά ως εξής:

«Το αξιοσημείωτο στον μεταρρυθμιστικό προσανατολισμό (που σημειωτέον διαθέτει τον αέρα της ηθικής και πνευματικής υπεροχής απέναντι σε ένα παρελθόν γεμάτο αδυναμίες) είναι ότι μετακινεί τον άξονα του μαθήματος και τον μεταθέτει από τον χώρο της πίστεως στον χώρο του λόγου. Η εσχατολογία μιας λυτρώσεως κοινωνικής γίνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο περιεχόμενο της θρησκευτικής πίστεως, το δε μάθημα αντί να προβάλη τις δικές του καθολικής δυνάμεως αξίες, εις τις οποίες οφείλει την σημασία του, προβάλλει ωρισμένη κοινωνιολογική διδασκαλία κατοχυρομένη θρησκευτικά από το δράμα ενός Θεού που σταυρώθηκε για να σώση τον κόσμο και που ζητεί από εμάς να αρθούμε στο ηθικό μεγαλείο του με πράξεις δικαιοσύνης. Έτσι από αυτοδυναμία περνούμε σε εξάρτηση, χωρίς προηγουμένως να διευκρινισθή εάν ευθύνεται η πίστις για την έκπτωση ή η απιστία και χωρίς να έχη γίνει συνείδηση ότι στην πρώτη περίπτωση το μάθημα έπρεπε να καταργηθή ως κατ’ ουσίαν απαράδεκτο και ανεπίδεκτο άρα βελτιώσεως, ενώ στη δεύτερη έπρεπε ακριβώς να εξαρθή το στοιχείο της πίστεως και όχι να εξοστρακισθή εν ονόματι του ανθρωπίνου λόγου. …. Γιατί από την στιγμή που ο άξων του μαθήματος παύει να είναι οργανικός για να καταντήσει δάνειος, η πίστις καταρρέει μετατρεπόμενη σε – αγοραία ή φιλοσοφημένη αδιάφορο – κοσμοαντίληψη, περιεχόμενο της οποίας γίνεται πολύ εύκολα η έννοια της κοινωνικής διακαιοσύνης, της λυτρώσεως δια μεταβολής των υλικών όρων της υπάρξεως και θεραπείας του συμπτωματικού ιστορικού κακού, όχι δι’ εσωτερικής αναμορφώσεως του ανθρώπου και θεραπείας του ριζικού μεταφυσικού κακού, που προκαλεί τις οδύνες του κόσμου. … Εντοπίζοντας το κακό στις εξωτερικές συνθήκες βλέπω απλώς το σύμπτωμα και όχι την αρρώστεια, παύει να με αφορά ο συγκεκριμένος άνθρωπος και μεταθέτω την περιορισμένη πλέον ευθύνη μου σε απρόσωπους οργανισμούς, που την αναλαμβάνουν με μισθολογικές κρατήσεις. … Αντίθετα με την ιδεολογική πεποίθηση, που ωθεί το παιδί να ρίξη το βάρος της ευθύνης του στις πλάτες άλλων, αφού διαλύει το μάθημα σε κοινωνιολογικής υφής προτάσεις, η πίστις ως ψυχική παράδοση άνευ όρων και ανιδιοτέλεια, καλεί τον μαθητή να βαδίση ένα δρόμο ο οποίος θα του επιτρέψη να αναπτυχθή αρμονικά, χωρίς να ακυρώση τον της γνώσεως. Το θρησκευτικό συναίσθημα, και μόνο αυτό, οδηγεί στο αίτημα της αυθυπερβάσεως και της αρνήσεως του εγωκεντρισμού από τον οποίο υποφέρει ο σύγχρονος βίος, περαιτέρω δε σε αυθεντική πνευματική ωρίμανση. Γιατί ωρίμανση πνευματική δεν είναι η βιβλιακή γνώση ούτε η πολιτικολογία, είναι η αίσθηση ευθύνης έναντι εμού και πάντων των ανθρώπων. Η … δέουσα θεραπευτική αγωγή, με γνώμονα πάντοτε το αγαθό της παιδείας … είναι το μάθημα να αρθή στο ύψος του, να ενσαρκώση δηλαδή στο σχολείο ως λόγος και ως τρόπος το πνεύμα της κοινοτικής αλληλεγγύης και της ανιδιοτέλειας. Όχι να προσαρμοσθή … στη γενικευμένη αποθρησκευτικοποίηση των βιομηχανικών χωρών της Δύσεως, αναλύοντας τα διάφορα κοινωνικά αιτήματα, αλλά να προσφέρη στο ελληνόπουλο το όραμα του άλλου κόσμου, ενός κόσμου αντίθετου και ανώτερου από τον κόσμο του συμφέροντος και του εγωισμού στον οποίο ζούμε. Έτσι όχι μόνο δεν θα χρειασθή να καταφύγη στην δεοντολογία και την μεθοδολογία των άλλων μαθημάτων, που εξηγούν και αναλύουν χωρίς να νοηματοδοτούν, και φυσικά δεν θα ξεπέση μεταβάλλοντας τη θρησκευτική πίστη σε ιδεολογική άποψη ενός ατόμου το οποίο δεν αναγνωρίζει πλέον τον εαυτό του στον χώρο της κοινότητος, αλλά αντιθέτως θα φανερώση και θα εκφράση δημιουργικά την αλήθεια της πίστεως σε μια κοινωνία η οποία πνευστιά υπό το διαλυτικό βάρος του μηχανικού ορθολογισμού της».
 

Ἡ γνωσιολογική και εκπαιδευτική ὑποχρεωτικότητα τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν

Θρησκευτική ἐλευθερία καί ἀνθρώπινα δικαιώματα.

Του Χριστόφορου Αρβανίτη *

Θα προσπαθήσω, όσο πιο σύντομα γίνεται, να καταδείξω την αναγκαιότητα του μαθήματος των θρησκευτικών, ως υποχρεωτικού στο πλαίσιο των μαθημάτων Γενικής Παιδείας, αλλά και τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες αυτό μπορεί να συμβεί. Θεωρώ απαραίτητο, εξ αρχής, να υπογραμισθεί ότι αυτή η υποχρεωτικότητα περνά μέσα από την αναγκαιότητα της αλλαγής του γνωστικού περιεχομένου του μαθήματος από ομολογιακό σε διαομολογιακό, διαθρησκευτικό και διαπολιτισμικό. Θα αναλύσω τα κοινωνιολογικά και πολιτισμικά δεδομένα, τα θεσμικά προβλήματα του μαθήματος, τις εκπαιδευτικές υποχρεώσεις του μαθήματος και θα καταλήξω εν συντομία σε συγκεκριμένα παραδείγματα.

Αυτονόητο θεωρώ το γεγονός οτι οποιαδήποτε συζήτηση με τις επιτροπές παιδείας για το Λύκειο και την υποχρεωτικότητα θα πρέπει να αποδεικνύει ότι είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε, επί τη βάση των προηγουμένων χαρακτηριστικών, που ανέφερα. Οποιαδήποτε εμμονή σε ένα μάθημα Θρησκευτικών με απόλυτο ομολογικό χαρακτήρα και ταυτισμένο με αντιλήψεις εκκλησιαστικής αγωγής, θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε ένα μάθημα επιλεγόμενο και κυριολεκτικά ανύπαρκτο σε βάθος χρόνου. Τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά δεν απεμπολούν την ομολογιακότητά του μαθήματος, όπως πολλοί διατείνονται (θα φανεί ἀλλωστε στη συνέχεια στα παραδείγματα που θα αναφέρω), αλλά αναιρούν τη μονοσήμαντη διάσταση που υπάρχει μέχρι σήμερα, καθώς πληροφορούν γνωστικά τους μαθητές για το πολύπλευρο θρησκευτικό φαινόμενο, αυξάνουν την κριτική τους προσέγγιση, επιδοκιμάζουν την κριτική τους αμφισβήτηση και δημιουργούν συνθήκες συνθετικής και θετικής προσέγγισης του θρησκευτικού. Να υπογραμμίσω εδώ οτι το νεωτερικό περιβάλλον αντιδρά αρνητικά στο άκουσμα και μόνο του θρησκευτικού, ενώ απεναντίας το μετανεωτερικό δείχνει στοιχεία θετικής προσέγγισης τα οποία θα πρέπει να εκμεταλευτούμε. Ας τα βάλουμε λοιπόν σε κάποια σειρά.

Α. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΑ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΑ

1. Παγκοσμιοποίηση καί παγκόσμια κουλτούρα.
1.1. Στό πλαίσιο τῆς παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας, ἡ προσέγγιση τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου ὑποβαθμίζεται καί ἀπό γενικό κοινωνικά διαδραστικό φαινόμενο γίνεται μερικό καί τοπικό. Θά ἔλεγα ὅτι ἄν καί αὐτό φαίνεται κατ’ἀρχάς ὡς ἀρνητικό δεδομένο, οὐσιαστικά μπορεῖ νά ἀνατραπεῖ σέ θετικό, καθώς δείνει τή δυνατότητα, μέσα ἀπό τό θρησκευτικό, νά ἀναδείξουμε στοιχεῖα κοινωνικά καί πολιτισμικά τῆς τοπικῆς ταυτότητας καί κουλτούρας.
1.2. Θά παρέκλινε σέ ἀρνητικό στοιχεῖο, ἄν μέσα ἀπό την ἀναγωγή του σέ σημαντικό συστατικό στοιχεῖο τῆς τοπικῆς πολιτισμικῆς ταυτότητας, ἐπεδίωκε νά δημιουργήσει χρηστικές ἐθνικιστικές διακρίσεις μέ κοινωνικές ἐπιπτώσεις τοῦ τύπου: «Ἕλληνας καί ἄρα Ὀρθόδοξος». Ἡ θετική ἤ ἀρνητική κατεύθυνση ἀφορᾶ κυρίως τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἐμεῖς οἱ ἴδιοι κατανοοῦμε τήν ἔννοια τῆς παράδοσης.
1.3. Θά πρέπει ἐπίσης νά γίνει κατανοητό ὅτι ἡ δῆθεν ἄνοδος τοῦ θρησκευτικοῦ καί ἡ «αὔξηση» τοῦ ποσοστοῦ τῶν θρησκευόντων εἶναι καθαρῶς ἐργαλειακή καί ἐπιφαινομενική, καθώς ὀφείλεται σέ πολιτικές καθαρῶς ἐπιλογές, κυρίως τῆς φονταμενταλιστικής καί νεοσυντηρητικῆς ἀμερικανικῆς πολιτικῆς σχολῆς. Οἱ κατά τόπους φονταμεναλιστές (καί στήν Ελλάδα φυσικά) αὐξάνουν τίς δράσεις τους μονομερῶς μέ συνέδρια τά ὁποῖα ἐλέγχουν ἀπόλυτα, ἀποκλείοντας ὅπου ἔχουν θεσμική καί συστημική ἐξουσία ἤ πρόσβαση, πρόσωπα καί ἀντιλήψεις, τά ὁποῖα δέν τούς εἶναι ἀρεστά.

2. Ἡ θρησκεία ὡς προϊόν τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ.
2.1. Θά πρέπει μέσα ἀπό τήν προοπτική τοῦ νέου μαθήματος νά γίνει σαφές πρός τήν κοινωνία, τήν ἐκπαιδευτική κοινότητα καί τό Ὑποργεῖο ὅτι ἡ θρησκεία ἀποτελεῖ προϊόν τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ καί ὡς ἐκ τούτου καλύπτει ἀνθρώπινες ἀναγκαιότητες.
2.2. Ἡ πίστη στόν Θεό ἀποτελεῖ ἀναγκαία διανοητική και συναισθηματική πράξη, ἡ ὁποία ἔρχεται νά καλύψει τά κενά τῆς λογικῆς μικρότητας τοῦ ἀνθρώπου. Κατανοητό ἐδώ ὅτι ὡς θεολόγοι ἔχουμε τίς ἀντιρρήσεις μας. Ἀποτελεῖ, ὅμως βάση γιά τήν περαιτέρω συζήτηση μέ αὐτούς πού πιθανόν νά ἀντιδράσουν. Ἔτσι ἐνώ
2.3. Ὁ Θεός, αὐτός καθ’ἑαυτός, δέν ὁρίζεται ἐρευνητικά καί ἑπομένως δέν ὁρίζεται καί διανοητικά, (πόσο μᾶλλον δέ ὅταν πρόκειται γιά τόν Θεό τῆς ἀποφατικῆς θεολογίας), ἐν τούτοις ἀποτελεῖ ἀντικείμενο-ἐρώτημα τοῦ φιλοσοφικοῦ προβλήματος. Αὐτό τό σημεῖο δικαιώνει την ἀντίληψη γιά τήν γνωστική φυσιογνωμία τοῦ μαθήματος. (Θεολογία-Αυγουστίνος-Δαμασκηνός-Θωμᾶς Ἀκινάτης).

3. Ἡ «ἀναγκαία» ἀντικατάσταση.
3.1. Ποῦ βρίσκεται λοιπόν τό πρόβλημα, τῆς ἀποδοχῆς ἤ μή, τῆς γνωστικότητας τοῦ μαθήματος.
Ἐξελικτικά, καί κατά την νεωτερικότητα, μετά τήν ἐν γένει ἀπόριψη τῶν μεταφυσικῶν προσεγγίσεων καί ἑρμηνειῶν τοῦ φυσικοῦ, ὁ ἄνθρωπος ἀντικαθιστᾶ ἐν μέρει τόν Θεό μέ ἄλλες ἀπόλυτες ἀξίες ὅπως Λογική, Ἱστορία, Ἐξουσία, Βούληση, Ἐλευθερία.
3.2. Αὐτές οἱ ἔννοιες, παρ’ὅτι ἐγγυῶνται θεωρητικά καί κατ’οὐσίαν κοινωνική σταθερότητα καί προτείνουν λύσεις στούς φόβους καί τίς ὑπαρξιακές ἀγωνίες τοῦ ἀνθρώπου, ἐν τούτοις, ὡς συμβεβηκότα, ἐμπλέκονται σέ πρακτικό ἐπίπεδο μέ τά ἀνθρώπινα συμφέροντα καί ἐμπράκτως αὐτοαναιροῦνται.

Β.ΘΕΣΜΙΚΑ
Τό θεσμικό εἶναι κατά τήν γνώμη μου τό σημαντικότερο ζήτημα καί παρουσιάζει τά χαρακτηριστά τῆς σύγχυσης πού ὑπάρχει στήν ἑλληνική κοινωνία, ὅσον ἀφορᾶ στούς διακριτούς ρόλους. Κυρίως δέ, ὅταν τό ἴδιο τό Κράτος, ἐνῶ τούς ἐπικαλείται, τούς χρησιμοποιεῖ κατά τό δοκοῦν. Ας συμφωνήσουμε grosso modo στά ἑξῆς:
1. Οἱ θρησκεῖες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, ὄχι, ὅμως πλέον τόν κύριο καί μοναδικό, στόν ἀνθρώπινο πολιτισμό:
α.στή διαμόρφωση τῶν ταξικῶν κοινωνιῶν (Marx)
β. στή γέννηση τῶν πολιτισμῶν (Durkheim, πρωτόγονοι-σύγχρονοι)
γ.στή συγκρότηση τῶν πολιτικῶν θεσμῶν (Hobbes, μοναρχία-δημοκρατία)
δ.στήν ἐπιλογή οἰκονομικῶν μοντέλων (Weber, προτεσταντισμός-καπιταλισμός).
Αὐτό σημαίνει ὅτι τό θρησκευτικό παραμένει ἕνα σημαντικό κοινωνικό φαινόμενο, τό ὁποῖο, ὅμως, θά πρέπει, καθ’ἑαυτό, νά ἀναπροσαρμόζει τήν ὅλη θεσμική του παρουσία. Ἑπομένως,
2. Σέ μιά θεσμικά καί λειτουργικά δημοκρατική κοινωνία, καί ἡ θρησκεία θά πρέπει νά ἀναπροσαρμόζει δημοκρατικά τίς θεσμικές λειτουργικές της μορφές, ὥστε νά ἔχει λόγο ἰσχυρό, ἀποδεκτό καί ἔγκυρο.
3. Σέ ἐπίπεδο θρησκευτικοῦ φαινομένου στήν Ελλάδα, αὐτή ἡ δημοκρατική θεσμική ἀναπροσαρμογή δέν ἔγινε καί, ἑπομένως, στό χῶρο τῆς ἐκπαίδευσης, ἕναν ἀπό τούς κατ’ἔξοχήν χώρους παραγωγῆς κοινωνικῶν καί πολιτισμικῶν δημοκρατικῶν ρόλων, τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν χρεώνεται, κατά παράδοξο τρόπο ὄχι ὅμως καί ἀνεξήγητο, αὐτή τή θρησκευτική ἀκύρωση.
4. Τό μάθημα ὡς μάθημα καί τό πρόσωπο τοῦ διδάσκοντος ὡς ὑποκείμενο παροχῆς τῆς γνώσης ταυτίστηκε μέ τή θεσμική ἔκφραση της θρησκείας, τήν ὁμολογιακή κατήχηση και τη ἐκλησιαστική ἀγωγή. Αὐτό, ὅμως, εἶναι τελείως ἀντιφατικό καθώς ὅλοι γνωρίζουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία θεσμικά καί τεχνοκρατικά δέν ἔχει ρόλο στό ὅλο διαμορφωμένο πλαίσιο τοῦ γνωστικοῦ καί ἐκπαιδευτικοῦ χαρακτήρα τοῦ μαθήματος. (Θεολογικές Σχολές, Θεολόγοι καθηγητές, Π.Ι., σχολικά βιβλία).
5. Ἑπομένως, θά πεῖ κάποιος, τό μάθημα ἔχει ἀπολύτως κατακτήσει τό διακριτό του ρόλο καί τήν πλήρη ἐκπαιδευτική καί γνωστική του ἀνεξαρτησία. Γιατί λοιπόν τό Ὑπουργεῖο ἀμφισβητεῖ τήν σημερινή αὐτοτέλειά του? Ἀκριβῶς γιατί τό μάθημα εἶναι ἀπολύτως ὁμολογιακό καί μονοσήμαντο καί ὡς ἐκ τούτου μή ἀποδεκτό στήν σημερινή πολυσημαντικότητα τοῦ σχολείου. Ἡ εὐθύνη λοιπόν εἶναι δική μας καί κανενός ἄλλου εἴτε καλοπροαίρετου εἴτε κακοπροαίρετου.

3. ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ.

Γενικές διαπιστώσεις:
3.1. Ἡ ὕλη τοῦ μαθήματος δέν ἀνταποκρίνεται στίς ἀπαιτήσεις μιᾶς σύγχρονης πολυπολιτισμικῆς καί πολυθρησκευτικῆς κοινωνίας.
3.2. Ἡ ὕλη τοῦ μαθήματος, μέ μοναδικές ἴσως ἐξαιρέσεις καί αὐτές κατά περίπτωση, τῶν βιβλίων τῆς Β της Γ και Α Γυμνασίου, δέν συνδέεται μέ τά σύγχρονα κοινωνικά καί ἀνθρωπολογικά προβλήματα
3.3. Συνεχίζεται ἡ κατηχητική καί μονοομολογιακή προσέγγιση τοῦ ἀντικειμένου σέ ὅλες σχεδόν τίς τάξεις. Αὐτό σημαίνει ὅτι τό μάθημα βρίσκεται σέ μονοδιάστατη θρησκευτική κατεύθυνση, κάτι τό ὁποῖο δέν συνάδει μέ τήν πολυμορφικότητα τοῦ ἴδιου τοῦ ἀντικειμένου. Ἡ κατηχητική προσέγγιση δηλώνει ἐκπαιδευτικό ὑλικό προσαρμοσμένο σέ μία καί μόνο πίστη καί, ἑπομένως, ὄχι ὑλικό μέ χαρακτήρα καθαρῶς γνωσιοκεντρικό καί ἐκπαιδευτικό.
3.4.Ἡ προσέγγιση τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου στό σχολεῖο θά ἔπρεπε, ἤδη ἀπό τήν δεκαετία τοῦ 80, νά εἶναι διαομολογική, διαθρησκευτική καί, ὅσο τό δυνατόν, πολιτισμική καί διαπολιτισμική. Ἡ γνώση τοῦ θρησκευτικοῦ μέ πολλαπλές ἰδιαίτερες ἀναφορές στό πολυθρησκευτικό, πολυπολιτισμικό καί πολυδιάστατο κοινωνικό δεδομένο ἀπαιτεῖ καθαρά ἐπιστημονική προσέγγιση καί ἅπτεται κυρίως κοινωνιολογικῶν προσεγγίσεων.
3.4. Γνωσιοκεντρικότητα τοῦ θρησκευτικοῦ ἀπό τή μιά καί κατηχητική ἀγωγή ἀπό τήν ἄλλη, ἀποτελοῦν ἔννοιες ἐπιστημονικά καί ἐρευνητικά ἀσύμβατες.

Ὑπό τό πρίσμα λοιπόν αὐτό τῶν διαπιστώσεων:
Τό κράτος, ὡς κυρίαρχος θεσμός, οἱ φορεῖς καί τά πρόσωπα πού τό ἀπαρτίζουν,ἀποδοκιμάζουν τήν μονοδιάστατη θρησκευτική ὁμολογιακή κατεύθυνση τοῦ μαθήματος καί ζητοῦν τήν ὑποβάθμισή του, καθώς αὐτό πού κυριαρχεῖ εἶναι ἡ ἀντίληψη ὅτι θρησκευτική ἐλευθερία καί ὁμολογιακός χαρακτήρας δέν συμβαδίζουν.

Ἔτσι,
α. Ὁ θεολόγος καλεῖται νά ἀποδείξει τή χρησιμότητα τοῦ μαθήματός του γνωσιολογικά καί ἐπιστημονικά. Οἱ ὁποιεσδήποτε ἐμπειρικές καί ὑπαρξιακές ἀναφορές, ὅσο ἐνδιαφέρουσες καί νά εἶναι, ἐάν δέν εἶναι γνωσιοκεντρικές, παραμένουν ἀδιάφορες καί ἀνούσιες.
β. Ὁ θεολόγος καλεῖται νά ἀποδείξει ὅτι στό σύγχρονο δημοκρατικό καί διαδραστικό σχολεῖο ἔχει σύγχρονο λόγο καί δεδομένη γνώση.
γ. Ὁ θεολόγος καλεῖται νά διαμορφώσει καί νά ἀποδείξει ὅτι τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἶναι πράγματι δικαίωμα γνωσιοκεντρικό καί ὄχι κατηχητικό-ὁμολογιακό.
ε. Ὁ θεολόγος καλεῖται νά στηρίξει τό γεγονός ὅτι ἡ διαγραφή τοῦ μαθήματος, ἀπό τά μαθήματα γενικῆς ὑποχρεωτικῆς παιδείας, ἰσοδυναμεῖ μέ γνωστικό, ἐκπαιδευτικό καί πνευματικό ἔγκλημα.

Προβλήματα:
α. Τό ΥΠΕΠΘ, θά πρέπει νά ἀποσαφηνίσει ἐάν ἐπιθυμεῖ ἕνα μάθημα θρησκευτικῶν γνωσιοκεντρικό καί γενικῆς παιδείας καί ἄρα ὑποχρεωτικό ἤ ἕνα μάθημα κατηχητικό-ὁμολογιακό, μή ὑποχρεωτικό καί ἄρα ὑποβαθμισμένο καί ἐπιλεγόμενο. Φαίνεται ὅτι τό Υπουργεῖο ἀκόμη καί σήμερα ἀμφιταλαντεύεται. Ὀφείλουμε νά τούς πείσουμε γιά τό πρῶτο.
β. Τό Π.Ι κινεῖται καί αὐτό πλέον καί πολύ σωστά πρός τό πρῶτο. Οἱ πρόσφατες ἀναφορές τοῦ κου Γιαγκάζογλου τό ἐπιβεβαιώνουν. Προσωπικά θά τίς στηρίξω ὅσο μοῦ εἶναι δυνατόν, παρά τίς ἐν μέρει διαφωνίες μου, γιατί πιστεύω ὅτι εἶναι ὅ,τι καλλίτερο ἔχουμε αὐτή τή δύσκολη γιά τό μάθημα περίοδο
γ. Οἱ Θεολογικές Σχολές ὀφείλουν νά προχωρήσουν σέ πλήρη ἀναμόρφωση τοῦ προγράμματος σπουδῶν, κρατώντας ἐν μέρει τό ὁμολογιακό καί προκρίνοντας ἐν γένει τό οἰκουμενικό, κοινωνιολογικό, διαθρησκευτικό καί διαπολιτισμικό χαρακτήρα τῶν σπουδῶν. Ἄμεση θά πρέπει νά εἶναι καί ἡ μετονομασία τῶν τμημάτων Θεολογίας σέ τμήματα Θεολογίας καί Ἐπιστήμης τῶν Θρησκειῶν.

Θά ἀναφέρω ἐδώ δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα γνωστικής προσέγγισης μέ τά χαρακτηριστικά πού προανέφερα καί πού θά πρέπει τελικά νά ἔχει τό μάθημα

Πρῶτο Παράδειγμα.

1. Τό ζήτημα τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου ἀπό τόν Θεό.

α. Διαθρησκευτική-Διαομολογική.
Ἀναφορά στόν Χριστιανισμό καί στίς ἐπιμέρους ὁμολογίες, στό Ἰσλάμ, στόν Ἰνδουϊσμό, στό Βουδισμό, στά ἀφρικανικά θρησκεύματα, στίς Ἰνδιάνικες θρησκεῖες, στόν Κομφουκιανισμό κλπ., κυρίως μέσα ἀπό τίς πηγές καί τά ἱερά κείμενα τῶν θρησκειῶν. Συγκριτική διερεύνηση τῶν πηγῶν.

β. Κοινωνιολογική.
Οἱ διάφορες προβολές τῶν θρησκευτικῶν ἀντιλήψεων πού προαναφέρθηκαν στίς ἐπιμέρους κοινωνίες, θεσμούς, οἰκονομικά καί πολιτικά συστήματα.

γ. Πολιτισμική.
Ἀντιστροφή τοῦ β. Κατά πόσο ἡ διαμόρφωση ἑνός πολιτισμοῦ ἐπηρεάζει τή διαμόρφωση τῆς πίστης σέ μιά α ἤ β θρησκευτική δοξασία. Τά πολιτισμικά δεδομένα μιᾶς περιοχῆς ἤ ἑνός λαοῦ καί κατά πόσο αὐτά ἐπιδροῦν στήν ἐμφάνιση μιᾶς θρησκείας.

Δεύτερο Παράδειγμα

2. Ὁ Γάμος.

α. Διαομολογιακή καί διαθρησκευτική παρουσίαση.
Ὁ Γάμος ὡς μυστήριο ἤ θρησκευτική τελετή στίς διάφορες θρησκεῖες. Τελετουργικό. Συγκριτικές ἀναφορές.

β. Κοινωνιολογική.
Κοινωνιολογικά δεδομένα συναφή μέ τή θεσμικότητα τοῦ γεγονότος. π.χ. Ὁ ρόλος τῆς οἰκογένειας, τοῦ πατέρα, τῆς μητέρας κλπ. Σύγχρονοι προβληματισμοί. Γάμος ὁμοφυλοφίλων, σύμφωνο συμβίωσης, πολιτικός γάμος. Ἄγαμες μητέρες. Φυλοτικά προβλήματα.

γ. Πολιτισμική.
Γάμος-οἰκογένεια σέ διαφόρους πολιτισμούς, ἤθη, ἔθιμα. Πατριαρχία, μητραρχία, κινήματα ἰσότητας.

Αὐτοῦ τοῦ εἴδους, οἱ οὔτως ἤ ἄλλως, ἐδῶ πρόχειρες παραδειγματικές διαομολογιακές, διαθρησκευτικές καί διαπολιτισμικές προσεγγίσεις τοῦ ἐπιστητοῦ τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν:

α. δέν ἀναιροῦν τήν παρουσία τοῦ ὁμολογιακοῦ
β. ἐπιτρέπουν τήν γνωσιοκεντρική, ἐπιστημονική προσέγγιση, καθώς καί τόν ἔλεγχο τῆς παρεχόμενης γνώσης,
γ. σέβονται, καθώς δέν θέτουν κἄν, τό ζήτημα τῆς πίστης ὡς δικαίωμα καί ὡς στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας.
δ.διασφαλίζουν τήν παρουσία τοῦ θρησκευτικοῦ κατά τρόπο ἐπιστημονικό καί δημοκρατικό στήν παρεχόμενη ἐκπαιδευτική γνώση.
ε. Ἐπιτρέπουν προσαρμογή στό οὐσιαστικό καί ὄχι στό ποσοτικό. Λιγότερη ύλη περισσότερη γνώση. Γιά κάθε τάξη ὄχι πάνω ἀπό 15-16 ἑνότητες. Χρήση πολυμέσων, διαδραστικών μεθόδων, διαδικτύου κ.α.
Ὅλα αὐτά χρήζουν ἰδιαίτερης προσοχής γιατί αὐτόματα καταργοῦν τίς ὅποιες προσπάθειες ἀπό κάποιους γιά ἀπαλλαγές ἀπό τό μάθημα.

Βεβαίως το θέμα της κατήχησης και της εκκλησιαστικής αγωγής παραμένει ως ζητούμενο. Ενα ζητούμενο το οποίο η Εκκλησία έχει απόλυτο δικαίωμα ως θεσμός στο πλαίσιο του διακριτού της ρόλου να λύσει όπως αυτή νομίζει καλλίτερα. Αυτό, όμως αποτελεί ένα άλλο μεγάλο θέμα, το οποίο δεν ανήκει στη σφαίρα του μαθήματος των θρησκευτικών, ως μαθήματος Γενικής Παιδείας. Πρόκειται για θέμα με άλλα χαρακτηριστικά και άλλους στόχους. Άλλωστε η μεγάλη πλειονότητα των θεολόγων περιεβάλουν πάντα με πολλή αγάπη τις τοπικές εκκλησίες στις οποίες ανήκουν, ανταποδίδοντας ειλικρινώς την αμέριστη αγάπη της τοπικής εκκλησίας πρός αυτούς. Ειδικά εδώ στην Κρήτη αυτή η αγάπη τής τοπικής εκκλησίας πρός τους θεολόγους είναι τόσο έκδηλη που θα τολμούσα να πώ ότι θα μπορούσε να αποτελεί παράδειγμα πρός μίμηση για όλη την Εκκλησία. Σε αυτό το κλίμα αγάπης πιστεύω ότι όλοι θα ήθελαν να πλαισιώσουν μιά νέα προσπάθεια, από μέρους των τοπικών εκκλησιών, για επανεξέταση του ζητήματος της κατήχησης και της εκκλησιαστικής αγωγής.

Πηγή: http://eleftherianet.blogspot.com/2010/12/blog-post_2384.html

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Νέο Σχολείο και Θρησκευτική Αγωγή

του Γεωργίου Καπετανάκη

Η «εκκλησία» έχει προοπτική: την ανάσταση! Ως μέλος του σώματος «εκκλησία» έχω προοπτική: την ανάσταση! Άρα κοιτώ μπροστά, ελπίζω στα έσχατα. Κι επειδή η ορθόδοξη εκκλησία προϋποθέτει κι απαιτεί την ορθοπραξία έχω καθήκον να μην κοιτώ μόνο αλλά και να δείχνω το δρόμο προς το επέκεινα. Μια πορεία προς την τελειότητα, την ολοκλήρωση, την αγιότητα είναι (θα έπρεπε να είναι) η ζωή μου. Μια πορεία προς την ολοκλήρωση, την ενότητα δηλαδή, θα έπρεπε να είναι η πορεία του σώματος «εκκλησία». Ως οδοδείκτης, ως πρωτοπόρος θα έπρεπε να λειτουργεί η «εκκλησία», αφού είναι ίδιο χαρακτηριστικό της η ριζοσπαστικότητα:

ü      Οι προφήτες της ΠΔ δημιουργούν ρήγμα στην εξουσία των Βασιλέων

ü      Ο Ιησούς Χριστός σπάει τόσο τις βιολογικές σχέσεις και τις αντικαθιστά με τις πνευματικές όσο και τις κοινωνικές (Ιουδαίοι, Ρωμαίοι) και σταυρώνεται για αντι καθεστωτική δράση

ü      Οι μάρτυρες που αμφισβητούν την εξουσία του Ρωμαίου Αυτοκράτορα και παραδίνουν τη σκυτάλη του αγώνα στους νεομάρτυρες, αλλά και οι μοναχοί που ως χαρισματικές προσωπικότητες διαρρηγνύουν την επισκοπική εξουσία / διαδοχή.

«Η εκκλησία οφείλει να κατανοήσει τον εαυτό της με δυναμισμό σαν εθελοντική πρωτοπορία (Avantgarde) της βασιλείας τον Θεού, η θεολογία πρέπει να καταστεί θεολογία της κοινωνικής μεταβολής και η χριστιανική πίστη να αναπτύξει δυνάμεις ενός πολιτισμικού εξορκισμού» (Moltman, 2008 :36).

 Πιστεύω  σε μια πρωτοπόρα εκκλησία που αποδέχεται τη διαφορετικότητα των χαρισμάτων : «4 Υπάρχουν, βέβαια, διάφορα χαρίσματα αλλά το Πνεύμα είναι ένα και το αυτό. Ρωμ. 12:6; 1Πέτ. 4:10; 5 Υπάρχουν επίσης διαφορετικοί τομείς να υπηρετήσει κανείς, αλλά ο Κύριος είναι ο ίδιος. 6 Υπάρχουν και διάφοροι τρόποι δράσεων, αλλά είναι ο ίδιος Θεός, που παρέχει τη δύναμη σε όλους για το καθετί. 7 Στον καθένα, λοιπόν, παρέχεται η φανέρωση του Πνεύματος για το συμφέρον του έργου. 8 Έτσι, στον έναν δίνεται μέσω του Πνεύματος το χάρισμα να μιλά με σοφία. Σε άλλον το χάρισμα να μιλά με γνώση σύμφωνα με το ίδιο Πνεύμα. 9 Σε άλλον το χάρισμα της πίστης από το ίδιο Πνεύμα. Σε άλλον χαρίσματα θεραπειών από το ίδιο Πνεύμα. 10 Σε άλλον το χάρισμα της πραγματοποίησης θαυμάτων, σε άλλον το χάρισμα της μεταβίβασης θείων μηνυμάτων, σε άλλον το χάρισμα να ξεχωρίζει τα πνεύματα. Σε έναν άλλο το χάρισμα να μιλά διάφορα είδη γλωσσών, σε άλλον, πάλι, το χάρισμα να μεταφράζει γλώσσες. 11 Κι όλα αυτά τα πραγματοποιεί το ένα και το αυτό Πνεύμα, που κατανέμει ατομικά στον καθένα, όπως θέλει. Ρωμ. 12:3; Ρωμ. 12:6; Εφεσ. 4:7; 1Κορ. 7:7; 2Κορ. 10:13;
 12 Για παράδειγμα, όπως ακριβώς το σώμα είναι ένα, όμως έχει μέλη πολλά, και όλα τα μέλη του σώματος, ενώ είναι πολλά, αποτελούν ένα σώμα, έτσι κι ο Χριστός. Ρωμ. 12:4-5; Εφεσ. 4:16; 13 Κι αυτό, επειδή όλοι εμείς - είτε Ιουδαίοι είμαστε είτε Έλληνες είτε δούλοι είτε ελεύθεροι - βαφτιστήκαμε μ' ένα Πνεύμα σ' ένα σώμα, και όλοι σε ένα Πνεύμα ποτιστήκαμε. Γαλ. 3:28; 14 Οπωσδήποτε όμως, το σώμα δεν αποτελείται από ένα μέλος, αλλά από πολλά. 15 Αν έλεγε το πόδι: «Αφού δεν είμαι χέρι, δεν ανήκω στο σώμα», θα σήμαινε τάχα με τούτο πως δεν ανήκει στο σώμα; 16 Κι αν έλεγε το αυτί: «Αφού δεν είμαι μάτι, δεν ανήκω στο σώμα», θα σήμαινε τάχα με τούτο πως δεν ανήκει στο σώμα; 17 Αν όλο το σώμα αποτελούνταν από ένα μάτι, πώς θα ακούγαμε; Αν όλο το σώμα ήταν αυτί πώς θα οσφραινόμασταν; 18 Μα το γεγονός είναι πως ο Θεός τοποθέτησε στο σώμα το κάθε μέλος όπως ο ίδιος θέλησε. 19 Κι αν όλα ήταν ένα μέλος, πώς θα υπήρχε σώμα; 20 Μα το γεγονός είναι πως πράγματι υπάρχουν πολλά μέλη αλλά ένα σώμα. 21 Επομένως, δεν μπορεί το μάτι να πει στο χέρι: «Δε σ' έχω ανάγκη»! Ούτε το κεφάλι να πει στα πόδια: «Δεν σας έχω ανάγκη»! 22 Απεναντίας, τα μέλη του σώματος που θεωρούνται σαν τα πιο ασήμαντα, αυτά είναι που χρειάζονται περισσότερο. 23 Και εκείνα τα μέλη του σώματος που τα θεωρούμε σαν τα πιο αξιοπεριφρόνητα, τα περιβάλλουμε με μεγαλύτερη φροντίδα. Και τα μη παρουσιάσιμα μέλη μας, χρειάζεται να τα φροντίζουμε με περισσότερη λεπτότητα, ενώ τα παρουσιάσιμα μέλη μας δεν έχουν ανάγκη. 24 Ο Θεός, λοιπόν, συγκρότησε το σώμα με συγκερασμό δίνοντας μεγαλύτερη σπουδαιότητα σ' εκείνα που μειονεκτούνε, 25 έτσι που να μην υπάρξει διάσπαση στο σώμα, αλλά να δείχνουν τα μέλη την ίδια φροντίδα το ένα για το άλλο. 26 Έτσι, είτε πάσχει ένα μέλος, συμπάσχουν μαζί του όλα τα μέλη· είτε τιμάται ένα μέλος, χαίρονται μαζί του όλα τα μέλη.
 27 Εσείς, λοιπόν, είστε το σώμα του Χριστού και ο καθένας σας κάποιο ξεχωριστό μέλος του σώματος. Ρωμ. 12:5; Εφεσ. 1:23; Εφεσ. 4:12; Εφεσ. 5:23; Κολ. 1:24; 28 Έτσι, αυτούς που αποτελούν το σώμα του Χριστού, ο Θεός τοποθέτησε στην εκκλησία, πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτες, τρίτον δασκάλους, έπειτα έρχονται τα θαύματα, κατόπιν ακολουθούν τα χαρίσματα θεραπειών, οι εκδηλώσεις συμπαραστάσεως, τα διοικητικά καθήκοντα, οι ομιλίες διαφόρων γλωσσών. Εφεσ. 4:11; Εφεσ. 2:20; 29 Μήπως είναι όλοι απόστολοι; Μήπως είναι όλοι προφήτες; Μήπως είναι όλοι δάσκαλοι; Μήπως πραγματοποιούν όλοι θαύματα; 30 Μήπως έχουν όλοι χαρίσματα θεραπειών; Μήπως μιλούν όλοι γλώσσες; Μήπως μεταφράζουν όλοι; 31 Επιδιώκετε, λοιπόν, με ζήλο τα καλύτερα χαρίσματα. Επιπρόσθετα, μάλιστα, σας δείχνω κι έναν ασύγκριτα καλύτερο τρόπο ζωής:»…
Κι αν πιστεύω σε μια εκκλησία της πρωτοπορίας προς τη Βασιλεία του Θεού που σέβεται την πολυπλοκότητα των κοινωνικών ιστών και τις χρησιμοποιεί εργαλειακά, τότε θα πρέπει να επιζητώ από τη θεολογία να περιγράψει την κοινωνική μεταβολή και ρευστότητα  του αιώνα τούτου. Και σήμερα χαρακτηρίζουν τον κόσμο μας δυο έννοιες: μετανεωτερικότητα και παγκοσμιοποίηση.
Ο Anderson (1995) προσδιορίζει τον μεταμοντερνισμό ως μία από τις τέσσερις κοσμικές αντιλήψεις:
 την μεταμοντέρνα-ειρωνική, η οποία θεωρεί την αλήθεια ως κοινωνικό κατασκεύασμα,
 την επιστημονική-ορθολογική, σύμφωνα με την οποία η αλήθεια μπορεί να βρεθεί κατόπιν μεθοδικής αναζήτησης,
 την κοινωνική-παραδοσιακή, σύμφωνα με την οποία η αλήθεια αποτελεί την κληρονομιά του αμερικανικού και εν γένει δυτικού πολιτισμού και
 την νεορομαντική, σύμφωνα με την οποία η αλήθεια βρίσκεται είτε στην απόκτηση αρμονίας με την φύση, είτε στην πνευματική αναζήτηση του εσωτερικού εαυτού.

Ο όρος «Μεταμοντερνισμός» αναφέρεται σε απόψεις ή κινήματα. Το επίθετο «μεταμοντέρνος», λοιπόν, αναφέρεται στο αντίστοιχο κίνημα, ενώ το «μετανεωτερικός» αναφέρεται στην περίοδο χρόνου που ξεκινά κατά πολλούς τη δεκαετία 1950- 1960 και αποτελεί σύγχρονη ιστορία, αλλά κατ’ άλλους δεν είναι παρά το τελευταίο στάδιο της νεωτερικότητας.

Το φαινόμενο που συμβατικά αποκαλείται μετανεωτερικότητα (postmodernity) είναι αμφίσημο και πολυσύνθετο και για το λόγο αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο να οριστεί θετικά. Πρόκειται περισσότερο για μια εκτεταμένη συζήτηση σχετικά με τα ελλείμματα, τις διαψεύσεις και τις αποτυχίες του σύγχρονου πολιτισμού, η οποία ελάχιστα φιλοδοξεί να εισηγηθεί μια συμπαγή ερμηνεία της πραγματικότητας με αξιώσεις καθολικής ισχύος. Καθολικής ισχύος νοήματα εξάλλου είναι δύσκολο να αναζητηθούν ή να εφαρμοστούν στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον (Bauman, 2002).

Αν, τώρα, θέλαμε να προσδιορίσουμε «ιδεοτυπικά» το περιεχόμενο της «παγκοσμιοποίησης» θα την ορίζαμε ως την ιστορική στιγμή κατά την οποία επικρατεί η ελεύθερη και απρόσκοπτη διακίνηση ανθρώπων, ιδεών και αγαθών σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτό σημαίνει ότι δεν υφίστανται πλέον οι τεχνικοί, κοινωνικοί, πολιτικοί , θεσμικοί και πολιτισμικοί περιορισμοί που εμπόδιζαν τη μέχρι σήμερα επικράτηση των εθνικών και γεωγραφικών οντοτήτων, οι οποίες δομήθηκαν από την αναγέννηση και μέχρι πρόσφατα και αποκρυσταλλώθηκαν στο έθνος- κράτος. Κύριο εργαλείο στην οικονομική, πολιτισμική και θεσμική παγκοσμιοποίηση είναι η εικόνα / το Διαδίκτυο.

Ενώ η θεολογία όπως την ξέρουμε λειτουργεί ως οπισθέλκουσα δυναμική και αδράνεια καλείται σήμερα να καταγράψει τις δυο παραπάνω έννοιες και να καταδείξει σύγχρονους τρόπους πορείας προς την θρησκευτική γνώση. Ο συγκερασμός της παγκοσμιότητας και των τοπικών ιδιαιτεροτήτων (glocal) είναι επιβεβλημένος και η θρησκευτική γνώση και άρα και αγωγή πρέπει να εστιάσει σε αυτή την προοπτική.

Η θρησκευτική αγωγή στο «Νέο Λύκειο» έχει αυτή ακριβώς την ευκαιρία: να φέρει το μαθητή, που ήδη από την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαιδευτική διαδικασία έχει τη γνώση της θρησκευτικής του παράδοσης, σε επαφή, διάλογο, σύγκριση αρχικά με έναν μεγαλύτερο κύκλο: αυτόν της Ευρώπης.

Στην Α΄ λυκείου λοιπόν είναι μια καλή ευκαιρία να ανοιχτεί στη γειτονιά που λέγεται  Ευρωπαϊκή  Ένωση και να γνωρίσει κι άλλες εκφράσεις της ορθοδοξίας πέραν της ελλαδικής σε πρώτο επίπεδο. Σε δεύτερο επίπεδο να γνωρίσει τις εκφάνσεις του Χριστιανισμού: τον καθολικισμό και τον προτεσταντισμό. Σημειωτέον : στα υπάρχοντα ΑΠ σε όλο το λύκειο μόνο μια διδακτική ενότητα υπάρχει για να μάθει/συγκρίνει ο μαθητής το πολιτισμικό θρησκευτικό υπόβαθρο των συμμαθητών του άλλων ευρωπαϊκών χωρών με τις οποίες ήδη πραγματοποιούνται ανταλλαγές μαθητών .

Στη Β΄ λυκείου ο κύκλος θα πρέπει να ανοίξει προς το παγκόσμιο θρησκευτικό γίγνεσθαι. Η ως τώρα σύντομη και εγκυκλοπαιδική αναφορά στα πέντε μεγάλα θρησκεύματα μόνο  γνώση  προσφέρει. Τα  σύγχρονα ΑΠ πρέπει να στοχεύουν σε : γνώσεις – δεξιότητες (καλύτερα ικανότητες για να μην αποκλείουμε και τους αριστερόχειρες) – στάσεις. Για παράδειγμα, η ανάπτυξη κριτικής σκέψης είναι μια ικανότητα – στόχος του σύγχρονου σχολείου,. Στο υπάρχον όμως σχολικό εγχειρίδιο αυτό επιδιώκεται μόνο στη σύγκριση της Γιόγκα και της ησυχαστικής προσευχής αλλά κι εδώ  τα συμπεράσματα δίνονται από τους συγγραφείς στερώντας τους μαθητές από την αυτενέργεια. Όσον αφορά στις στάσεις, οι προκατασκευασμένες ερωτήσεις επεξεργασίας του υπάρχοντος εγχειριδίου πόρρω απέχουν από την αλληλεπίδραση που βιώνουν σήμερα οι μαθητές στα πολυπολιτισμικά εκπαιδευτικά περιβάλλοντα  και στις ρευστές, πολλαπλές ταυτότητες της κοινωνικής ροηκότητας. Χρήσιμη επίσης θεωρούμε και την παρουσίαση της Αμερικάνικης θρησκευτικότητας, σύγχρονης  αλλά και πριν την εποίκηση της όπως επίσης  και της θεολογίας της απελευθέρωσης ως παράδειγμα σύγχρονης εφαρμογής του κοινωνικού μηνύματος του χριστιανισμού, αλλά και άλλων τάσεων όπως η φεμινιστική, η μαύρη και η επιστημονική θεολογία.

Εάν θέλουμε μαθητές που να είναι δρώντα υποκείμενα, η Χριστιανική Ηθική της Γ΄ λυκείου θα πρέπει να μετατραπεί σε Θρησκευτική Ηθική. Σε αυτή την περίπτωση οι μαθητές θα πρέπει να συγκρίνουν, με τις ως τώρα θρησκευτικές του γνώσεις,  τις ηθικές των θρησκευόμενων,  ώστε οι στάσεις  τους να γίνουν πιο εύπλαστες και ευέλικτες  για να εξασφαλίσουμε τη συνύπαρξη. Εάν στις δυο προηγούμενες τάξεις παρουσιάζονται οι θρησκείες με το φαινομενολογικό και ίσως το συγκριτικό μοντέλο, στη Γ΄ λυκείου νομίζω ταιριάζει το συγκειμενικό ή της συνάφειας . Οι  ψυχο - παιδαγωγικές και θρησκειο - κοινωνικές προσλαμβάνουσες των μαθητών θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο σχεδιασμό των ΑΠ και νομίζω ο χαρακτήρας του μαθήματος αλλά και των μαθητών απαιτών πιο ευέλικτα και ανοικτά ΑΠ ειδικά στη Γ΄Λυκείου που αυτό θα εκφραζότανε κι από την πολλαπλότητα των σχολικών εγχειριδίων ή και την ανυπαρξία τους και  μόνο καθορισμένους γενικούς στόχους.

Τη ροηκότητα των παγκόσμιων κοσμικών δυνάμεων οφείλουμε να αντιληφθούμε και να τη χρησιμοποιήσουμε στη σύγχρονη εκπαίδευση και στην χριστιανική αγωγή ειδικά, αποφεύγοντας τάσεις αρνησικοσμίας που μας καθιστούν συντηρητικούς ή και οπισθοδρομικούς. Το νέο σχολείο ίσως αποτελεί την ευκαιρία που πρέπει να αρπάξουμε για να καταστήσουμε τη χριστιανική πίστη ως παράγοντα καταλλαγής  και αποδοχής της διαφορετικότητας. Η παγκόσμια συνύπαρξη προϋποθέτει την αγάπη του «άλλου».

 

Πηγή: http://e-lithi.blogspot.com/