ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ - Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ

Βασιλεύουσα, Νέα Ρώμη, Βυζάντιο, Επτάλοφος… Πόσες λέξεις – πόσα προσωνύμια κρύβονται μέσα στην έννοια της Πόλης! Της Κωνσταντινούπολης.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

To μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου για το Πάσχα


Ιδιαίτερη αναφορά στις επιπτώσεις της πανδημίας του κορωνοϊού κάνει ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στο μήνυμά του για το Άγιο Πάσχα. Όπως αναφέρει, απέδειξε πόσο «εύθραυστος είναι ο άνθρωπος, πόσο εύκολα τον κυριεύει ο φόβος και η απόγνωση» υπογραμμίζοντας ότι οι οριακές καταστάσεις αποδεικνύουν ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να διαχειριστεί την ύπαρξή του αν πιστεύει ότι ο θάνατος είναι ανίκητος. Δεν μπορούμε να παραμείνουμε ανθρώπινοι «άνευ της ελπίδος της αιωνιότητος» επισημαίνει.

Με έντονη συναισθηματική φόρτιση αναφέρεται στους γιατρούς, νοσηλευτές, εθελοντές και δωρητές και όλους όσοι συμπαρίστανται στους πάσχοντες «με θυσιαστικό πνεύμα, αυτοπροσφορά και αγάπη». Τους χαρακτηρίζει «Καλούς Σαμαρείτες» που «μέσα στην ανείπωτη κρίση ευωδιάζουν ανάσταση και ελπίδα».

Η «κλητή και αγία ημέρα» του Πάσχα είναι η ανατολή της «ογδόης ημέρας», η απαρχή της «καινής κτίσεως», η βίωσις της δικής μας ανάστασης, το μέγα «θαύμα της δικής μας σωτηρίας», διευκρινίζει στο μήνυμά του ο κ.κ. Βαρθολομαίος.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο του μηνύματος του Οικουμενικού Πατριάρχη για το Άγιο Πάσχα:

Η σοβούσα πανδημία του νέου κορωνοϊού απέδειξε πόσον εύθραυστος είναι ο άνθρωπος, πόσον ευκόλως τον κυριεύει ο φόβος και η απόγνωσις, πόσον αδύναμοι αποδεικνύονται αι γνώσεις και η αυτοπεποίθησις του, πόσον έωλος είναι η άποψις ότι ο θάνατος αποτελεί εν γεγονός εις το τέλος της ζωής και ότι η λήθη ή η απώθησις του θανάτου είναι η ορθή αντιμετώπισις του. Αι οριακαί καταστάσεις αποδεικνύουν ότι ο άνθρωπος είναι ανίκανος να διαχειρισθεί σθεναρώς την ύπαρξίν του, όταν πιστεύει ότι ο θάνατος είναι η ανίκητος πραγματικότης και το ανυπέρβλητον όριον. Είναι δύσκολον να παραμείνωμεν ανθρώπινοι άνευ της ελπίδος της αιωνιότητος. Αυτή η ελπίς ζει εις την καρδίαν όλων των ιατρών, των νοσηλευτών, των εθελοντών, των δωρητών και όλων των γενναιοφρόνως συμπαρισταμένων εις τους πάσχοντας αδελφούς, μέ θυσιαστικόν πνεύμα, αυτοπροσφοράν και αγάπην. Μέσα εις την ανείπωτον κρίσιν, αυτοί ευωδιάζουν ανάστασιν και ελπίδα. Είναι οι "Καλοί Σαμαρείται", οι επιχέοντες, με κίνδυνον της ζωής των, έλαιον και οίνον επί τας πληγάς, είναι οι σύγχρονοι "Κυρηναίοι" εις τον Γολγοθάν των εν ασθενείαις κατακειμένων.

Προσφιλέστατοι αδελφοί Ιεράρχαι και τέκνα αν Κυρίω αγαπητά,

Φθάσαντες το Άγιον Πάσχα και γινόμενοι κοινωνοί της χαράς της Αναστάσεως, υμνούμεν τον πατήσαντα θανάτω τον θάνατον Κύριον της δόξης, τον συναναστήσαντα μεθ᾿ εαυτού παγγενή τον Αδάμ και ανοίξαντα πάσιν ημίν παραδείσου τας πύλας.

Η λαμπροφόρος Έγερσις του Χριστού είναι η διαβεβαίωσις ότι κυρίαρχος εις την ζωήν του κόσμου δέν είναι ο θάνατος, αλλά ο καταργήσας το κράτος του θανάτου Σωτήρ, ο γνωριζόμενος το πρότερον ως ἄσαρκος Λόγος, ὕστερον δέ ως ο δι᾿ ημάς, φιλανθρωπίας ένεκεν, σεσαρκωμένος, νεκρωθείς δε ως άνθρωπος και αναστας κατ᾿ εξουσίαν ως Θεός, ως ο πάλιν Ερχόμενος μετα δόξης πρός πλήρωσιν της Θείας Οἰκονομίας.

Το μυστήριον και το βίωμα της Αναστάσεως αποτελεί τον πυρήνα της εκκλησιαστικής ζωής. Η ολόφωτος λατρεία, τα ιερά μυστήρια, η ζωή της προσευχής, η νηστεία και η άσκησις, η ποιμαντική διακονία και η καλή μαρτυρία εν τώ κόσμῳ, όλα αναδίδουν το ἄρωμα της Πασχαλίου ευφροσύνης. Ἡ ζωή των πιστών εν Εκκλησία είναι καθημερινόν Πάσχα, είναι "άνωθεν χαρά", η "χαρά της σωτηρίας", αλλά και "η σωτηρία ως χαρά" .

Ούτω, αι ακολουθίαι της Αγίας και Μεγάλης Ἑβδομάδος δέν είναι καταθλιπτικαί, αλλά πλήρεις της νικητηρίου δυνάμεως της Αναστάσεως. Εις αυτάς αποκαλύπτεται ότι ο Σταυρός δέν έχει τον τελευταίον λόγον εις το σχέδιον της σωτηρίας του ανθρώπου και του κόσμου. Αυτό προαναγγέλλεται ήδη κατά το Σάββατον του Λαζάρου. Η εκ νεκρών έγερσις του επιστηθίου φίλου του Χριστού είναι προτύπωσις της "κοινής αναστάσεως". Το "Σήμερον κρεμάται επί ξύλου" κορυφούται μέ την επίκλησιν "Δείξον ημίν και την ένδοξόν Σου Ανάστασιν". Ενώπιον του Επιταφίου ψάλλομεν το "Μεγαλύνω τα Πάθη σου, υμνολογῶ και την Ταφήν Σου, συν τη Αναστάσει". Και, γεγονυία τη φωνή, διακηρύσσομεν εις την Πασχάλιον ακολουθίαν το αληθές νόημα του Σταυρού: "Ιδού γάρ ήλθε διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω".

Ἡ "κλητή και αγία ημέρα" του Πάσχα είναι η ανατολή της "ογδόης ημέρας", η απαρχή της "καινής κτίσεως", η βίωσις της ιδικής μας αναστάσεως, το μέγα "θαύμα της εμής σωτηρίας" . Είναι η βιωματική βεβαιότης ότι ο Κύριος έπαθε και ήχθη εις θάνατον δι᾿ ημάς και ανέστη δι᾿ ημάς "προοικονομών ημίν την εις απείρους αιώνας ανάστασιν" . Καθ᾿ όλην την Πασχάλιον περίοδον υμνολογείται μέ απαράμιλλον ποιητικότητα το ανθρωπολογικόν νόημα της λαμπροφόρου Αναστάσεως του Χριστού, η διάβασις του ανθρώπου από της δουλείας εις την αληθή ελευθερίαν, "η εκ των κάτω πρός τα άνω και την γήν της επαγγελίας πρόοδος και ανάβασις" . Αυτή η σωτηριώδης εν Χριστώ ανακαίνισις ενεργείται εν τη Εκκλησία ως δυναμική προέκτασις του ήθους της Ευχαριστίας εν τώ κόσμω, ως "αληθεύειν εν αγάπῃ", ως συνέργεια μετά του Θεού διά την μεταμόρφωσιν του κόσμου, διά νά καταστη ούτος εἰκών της πληρότητος της τελικής επιφανείας της θείας αγάπης εν τη Βασιλεία των Εσχάτων. Ζην εν Χριστώ αναστάντι σημαίνει εξαγγέλλειν το Ευαγγέλιον "έως εσχάτου της γής", κατα το υπόδειγμα των Αποστόλων, είναι έμπρακτος μαρτυρία περί της ελθούσης χάριτος και της προσδοκίας της "καινής κτίσεως", όπου "ο θάνατος ουκ έσται έτι, ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος ουκ έσται έτι" .

Η πίστις εις την Ανάστασιν του Χριστού και εις την ἰδικήν μας συνανάστασιν δέν αρνείται την επώδυνον παρουσίαν του θανάτου, του πόνου και του σταυρού εις την ζωήν του κόσμου. Δεν απωθούμεν την σκληράν πραγματικότητα, ούτε εξασφαλίζομεν εις τον εαυτόν μας, διά της πίστεως, ψυχολογικήν κάλυψιν απέναντι εις τον θάνατον. Γνωρίζομεν όμως ότι ο παρών βίος δεν είναι ολόκληρος η ζωή, ότι εδώ είμεθα "οδίται" ότι ανήκομεν εις τον Χριστον και ότι πορευόμεθα πρός την αιώνιον Αυτού Βασιλείαν. Η παρουσία του πόνου και του θανάτου, όσον απτή και αν είναι, δέν αποτελεί την εσχάτην πραγματικότητα. Αυτή είναι η οριστική κατάργησις του θανάτου. Εις την Βασιλείαν του Θεού δέν υπάρχει πόνος και θάνατος, αλλά ατελεύτητος ζωή. "Πρό του Τιμίου Σταυρού Σου", ψάλλομεν, "φοβερός ο θάνατος τοίς ανθρώποις μετα το ένδοξον πάθος, φοβερός ο άνθρωπος τω θανάτῳ" . Η πίστις εις Χριστόν δίδει δύναμιν, καρτερίαν και υπομονήν διά να αντέχωμεν τας δοκιμασίας. Ὁ Χριστός είναι "ο πάσαν νόσον ιώμενος και εκ του θανάτου λυτρούμενος". Είναι ο παθών δι᾿ ημάς, ο αποκαλύψας τοις ανθρώποις ότι ο Θεός είναι ο "αεί υπέρ ημών", ότι εις την Αλήθειαν του Θεού ανήκει ουσιωδώς η φιλανθρωπία Του. Αυτή η ευκταία φωνή της θείας αγάπης αντηχεί εις το "θάρσει, τέκνον" του Χριστού πρός τον παραλυτικόν και το "θάρσει, θύγατερ" προς την αιμορροούσαν, εις το "θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον" προ του Πάθους και εις το "θάρσει, Παύλε" προς τον εν φυλακη και απειλή θανάτου Απόστολον των Εθνών.

Η σοβούσα πανδημία του νέου κορωνοϊού απέδειξε πόσον εύθραυστος είναι ο άνθρωπος, πόσον ευκόλως τον κυριεύει ο φόβος και η απόγνωσις, πόσον αδύναμοι αποδεικνύονται αι γνώσεις και η αυτοπεποίθησίς του, πόσον έωλος είναι η άποψις ότι ο θάνατος αποτελεί εν γεγονός εις το τέλος της ζωής και ότι η λήθη ή η απώθησις του θανάτου είναι η ορθή αντιμετώπισίς του. Αι οριακαί καταστασεις αποδεικνύουν ότι ο άνθρωπος είναι ανίκανος να διαχειρισθεί σθεναρῶς την ύπαρξίν του, όταν πιστεύει ότι ο θάνατος είναι η ανίκητος πραγματικότης και το ανυπέρβλητον όριον. Είναι δύσκολον νά παραμείνωμεν ανθρώπινοι άνευ της ελπίδος της αιωνιότητος. Αυτή η ελπίς ζη εις την καρδίαν όλων των ιατρών, των νοσηλευτών, των εθελοντών, των δωρητών και όλων των γενναιοφρόνως συμπαρισταμένων εις τούς πάσχοντας αδελφούς, μέ θυσιαστικόν πνεύμα, αυτοπροσφοράν και αγάπην. Μέσα εις την ανείπωτον κρίσιν, αυτοί ευωδιάζουν ανάστασιν και ελπίδα. Είναι οἱ "Καλοί Σαμαρείται", οἱ επιχέοντες, μέ κίνδυνον της ζωής των, έλαιον και οίνον επί τας πληγάς, είναι οἱ σύγχρονοι "Κυρηναίοι" εις τον Γολγοθάν των εν ασθενείαις κατακειμένων.

Μέ αυτάς τας σκέψεις, τιμιώτατοι αδελφοί και προσφιλέστατα τέκνα εν Κυρίω, δοξάζομεν το υπέρ παν όνομα του Αναστάντος Κυρίου, του πηγάζοντος ζωήν εξ οικείου φωτός και φαιδρύνοντος τω φωτί της Αναστάσεως τα σύμπαντα, δεόμενοι Αυτού, του ιατρού των ψυχών και των σωμάτων, του παρέχοντος ζωήν και ανάστασιν, όπως συγκαταβαίνων, εν τη αφάτω Αυτού φιλανθρωπία, τω γένει των ανθρώπων, χαρίζηται ημίν το πολύτιμον δώρον της υγείας και κατευθύνει τα διαβήματα ημών εις οδούς ευθείας, διά να καταξιωθεί η θεοδώρητος ελευθερία ημών εν τώ κόσμω, προτυπούσα την τελείωσιν αυτής εν τη επουρανίω Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2019

Το Χριστουγεννιάτικο Μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη


+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
* * *

Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἀδελφοί,
προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Φθάσαντες τήν μεγάλην ἑορτήν τῶν Χριστουγέννων, δοξολογοῦμεν ἐν ὕμνοις καἰ ᾠδαῖς πνευματικαῖς τόν δι᾿ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους κενώσαντα ἑαυτόν καί τήν ἡμετέραν σάρκα ἀναλαβόντα Κύριον, ἵνα λυτρώσηται ἡμᾶς ἐκ τῆς «δουλείας τοῦ ἀλλοτρίου» καί ἀνοίξῃ τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων Παραδείσου τάς πύλας. Ἀγάλλεται ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, βιοῦσα λειτουργικῶς τό ὅλον μυστήριον τῆς Θείας Οἰκονομίας, προγευομένη τῆς δόξης τῆς ἐσχατολογικῆς Βασιλείας καί δίδουσα χριστοπρεπῶς τήν καλήν μαρτυρίαν τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδος καί τῆς ἀγάπης ἐν τῷ κόσμῳ.

Ὁ «οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου» χαρακτήρ τῆς Ἐκκλησίας ὄχι μόνον δέν τήν ἀποκόπτει ἀπό τήν ἱστορικήν καί τήν κοινωνικήν πραγματικότητα, ἀλλά ἐμπνέει καί ἐνδυναμώνει τήν μαρτυρίαν αὐτῆς. Οὕτως, ἡ Ἐκκλησία, ἐν ἀναφορᾷ πάντοτε πρός τόν αἰώνιον προορισμόν τοῦ ἀνθρώπου, διακονεῖ τάς ὑπαρξιακάς ἀνάγκας αὐτοῦ, ἐπιχέει, ὡς ὁ Καλός Σαμαρείτης, «ἔλαιον καί οἶνον» ἐπί τάς πληγάς, καθισταμένη ὁ «πλησίον» παντός «ἐμπεσόντος εἰς τούς ληστάς» (πρβλ. Λουκ. ι’, 25 – 37), ἰωμένη τάς συγχρόνους «ἀσθενείας τοῦ πολιτισμοῦ», φωτίζουσα τάς διανοίας καί τάς καρδίας τῶν ἀνθρώπων.

Ἡ πνευματικότης, ὡς παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τήν ζωήν τῶν πιστῶν, σημαίνει μαρτυρεῖν ἔργῳ καί λόγῳ περί τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος καί δέν ἔχει σχέσιν μέ ἄγονον ἐσωστρέφειαν. Τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ζωῆς χορηγός, πηγή ἀγαθότητος, νομή χαρισμάτων, ζωή καί φῶς. Ὁ χριστιανός εἶναι φλεγόμενος ἄνθρωπος, φιλόθεος, φιλάνθρωπος καί φιλοκαλικός, δραστήριος καί δημιουργικός.

Τό Εὐαγγέλιον τῶν Χριστουγέννων ἀκούεται καί ἐφέτος εἰς ἕν πολιτισμικόν περιβάλλον, ὅπου ὑψίστη ἀξία θεωρεῖται τό «ἀτομικόν δικαίωμα». Ὁ ἑαυτοκεντρισμός καί ἡ φενάκη τῆς αὐτοπραγματώσεως μειώνουν τήν κοινωνικήν συνοχήν, ἐξασθενίζουν τό φιλάλληλον πνεῦμα καί τήν ἀλληλεγγύην καί ἐργαλειοποιοῦν τάς διανθρωπίνας σχέσεις. Ὁ ἄκρατος οἰκονομισμός καί ἡ ἐκκοσμίκευσις βαθύνουν τό ὑπαρξιακόν κενόν καί ὁδηγοῦν εἰς συρρίκνωσιν τῶν δημιουργικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀδύνατον νά ἀγνοήσῃ τάς ἐξελίξεις αὐτάς, τάς συνεπείας τῶν ὁποίων ὑφίστανται πρωτίστως οἱ νέοι, μέ ὄχημα τάς σαγηνευτικάς μηχανάς τοῦ τεχνολογικοῦ πολιτισμοῦ καί τάς παντοειδεῖς ὑποσχέσεις «ψευδῶν παραδείσων».

Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη, 2016) ἐκάλεσε μετ᾿ ἐμφάσεως τούς νέους «νά συνειδητοποιήσουν ὅτι εἶναι φορεῖς τῆς μακραίωνος καί εὐλογημένης παραδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ταυτοχρόνως δέ καί οἱ συνεχισταί αὐτῆς», νά συμμετέχουν ἐνεργῶς εἰς τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας, «νά διαφυλάσσουν θαρραλέως καί νά καλλιεργοῦν μέ δυναμισμόν τάς αἰωνίους ἀξίας τῆς Ὀρθοδοξίας διά νά δίδουν τήν ζείδωρον χριστιανικήν μαρτυρίαν» (Ἐγκύκλιος, § 8 καί 9).

Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, στοιχοῦντες τῇ προτροπῇ τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου καί μέ ἀναφοράν εἰς τήν πρόσφατον ἐκλογήν καί ἐγκατάστασιν τῶν νέων Ἀρχιεπισκόπων Ἀμερικῆς, Αὐστραλίας καί Θυατείρων καί Μεγάλης Βρεταννίας εἰς τάς τρεῖς μεγάλας Ἐπαρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἐν τῇ Διασπορᾷ, ἀνακηρύσσομεν τό ἔτος 2020 «ἔτος ποιμαντικοῦ ἀνακαινισμοῦ καί ὀφειλετικῆς μερίμνης διά τήν νεολαίαν», καλοῦντες σύμπαντα τόν καθ᾿ ἡμᾶς ἱερόν κλῆρον καί τόν χριστεπώνυμον λαόν εἰς συμμετοχήν καί εἰς στήριξιν τῆς ἐνθέου ταύτης προσπαθείας.

Ἀποβλέπομεν εἰς τήν ἀνάπτυξιν μιᾶς «διαλεγομένης Ποιμαντικῆς» μέ φαντασίαν καί ὅραμα, μέ ἀκλόνητον πίστιν εἰς τήν ἀείρυτον χάριν τοῦ Θεοῦ καί μέ ἐμπιστοσύνην εἰς τήν δύναμιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ προσωποκεντρική αὐτή Ποιμαντική ὀφείλει νά στρέφῃ τούς νέους ἀπό τό «ζητεῖν τά ἑαυτῶν» καί τό «ἑαυτοῖς ἀρέσκειν», εἰς τήν «οὐ ζητοῦσαν τά ἑαυτῆς» ἀγάπην καί εἰς τό «ἀρέσκειν Θεῷ», ἀπό τά «ἀγαθά» εἰς τό «Ἀγαθόν», ἀπό τό «πολλῶν δεῖσθαι» εἰς τό «ἕν, οὗ ἐστι χρεία», συμβάλλουσα εἰς τήν ἀνάδειξιν τῶν χαρισμάτων ἑκάστου ἐξ αὐτῶν. Ὁ ἀληθῶς ἐλεύθερος ἑαυτός γεννᾶται διά τῆς προσφορᾶς τοῦ ἑαυτοῦ μας.

Βάσις διά τήν ἀφύπνισιν τῆς χριστιανικῆς συνειδήσεως παραμένει καί σήμερον ἡ βίωσις καί ἡ κατανόησις τοῦ νοήματος τῆς χριστιανικῆς λατρείας, τοῦ κοινοτικοῦ, εὐχαριστιακοῦ καί ἐσχατολογικοῦ χαρακτῆρος της. Οἱ νέοι πρέπει νά συνειδητοποιήσουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι σωματεῖον χριστιανῶν ἀλλά «Σῶμα Χριστοῦ». Καλοῦμεν τόν ἀνά τήν οἰκουμένην ἱερόν κλῆρον τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας εἰς μίαν «κενωτικήν» ποιμαντικήν κινητοποίησιν.

Δέν θά ἀναμένωμεν νά ἔλθουν οἱ νέοι καί αἱ νέαι πρός ἡμᾶς, ἀλλά πορευόμεθα ἡμεῖς πρός αὐτούς, ὄχι ὡς κριταί ἀλλά ὡς φίλοι, μιμούμενοι τόν «ποιμένα τόν καλόν», ὅς «τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν προβάτων» (Ἰωάν. ι’, 11). Ὁ ποιμήν εὑρίσκεται πάντοτε ἐν ἐγρηγόρσει καί ἐπιφυλακῇ, γνωρίζει τάς ποιμαντικάς ἀνάγκας τῶν νέων καί τόν κοινωνικόν των περίγυρον καί δρᾷ ἀναλόγως. Ἡ ποιμαντική του παρέμβασις ἀντλεῖ ἔμπνευσιν καί κατεύθυνσιν ἀπό τήν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας, προσφέρουσα εἰς τούς νέους ὄχι ἁπλῶς «βοήθειαν», ἀλλά τήν «ἀλήθειαν» τῆς ἐλευθερίας, «ἧ Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσεν» (Γαλ. ε’, 1).

Μέ αὐτάς τάς σκέψεις, προσκυνοῦντες μετ᾿ εὐλαβείας τό Θεῖον Βρέφος τῆς Βηθλεέμ, εὐχόμεθα πᾶσιν ὑμῖν, ἐκ τοῦ πανεόρτου Φαναρίου, εὐλογημένον τό Ἅγιον Δωδεκαήμερον καί εὔκαρπον τόν ἐπί θύραις νέον σωτήριον ἐνιαυτόν, ἐπικαλούμενοι ἐφ᾿ ὑμᾶς τήν ἀείζωον χάριν καί τό μέγα ἔλεος τοῦ συγκαταβάντος τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων Σωτῆρος Χριστοῦ, τοῦ «Θεοῦ μεθ᾿ ἡμῶν».
Χριστούγεννα ‚βιθ’


† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

Σάββατο 31 Αυγούστου 2019

Σεπτόν Πατριαρχικόν Μήνυμα ἐπί τῇ ἡμέρᾳ προσευχῆς ὑπέρ τῆς Προστασίας τοῦ Φυσικοῦ Περιβάλλοντος (01/09/2019


† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ 
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ 
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ
ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
---

Προσφιλεῖς ἀδελφοί Ἱεράρχαι καί τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, 

Εὐδοκίᾳ καί χάριτι τοῦ πανδώρου Θεοῦ συμπληροῦνται σήμερον 30 ἔτη ἀπό τῆς καθιερώσεως ὑπό τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς ἑορτῆς τῆς Ἰνδίκτου καί πρώτης ἡμέρας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους ὡς «Ἡμέρας προστασίας τοῦ περιβάλλοντος». Ἡ εὐλογημένη αὕτη πρωτοβουλία ἔσχε δαψιλῆ καρποφορίαν. Δέν ἀπηυθύνθημεν μόνον πρός τούς ὀρθοδόξους πιστούς, οὔτε μόνον πρός τούς χριστιανούς ἤ τούς ἐκπροσώπους ἄλλων θρησκειῶν, ἀλλά καί πρός πολιτικάς προσωπικότητας, πρός περιβαλλοντολόγους καί ἄλλους ἐπιστήμονας, πρός τούς διανοουμένους καί κάθε ἄνθρωπον καλῆς θελήσεως, ἐπιζητοῦντες τήν συμβολήν των.
Αἱ περιβαλλοντικαί δράσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐλειτούργησαν ὡς ἔναυσμα διά τήν θεολογίαν, νά προβάλῃ μέ ἔμφασιν τήν ἀλήθειαν τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας καί κοσμολογίας, τήν εὐχαριστιακήν θεώρησιν καί χρῆσιν τῆς δημιουργίας καί τό πνεῦμα τοῦ ὀρθοδόξου ἀσκητισμοῦ ὡς βάσιν διά τήν κατανόησιν τῶν αἰτίων καί ἀντιμετώπισιν τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος. Ἡ σχετική μέ τήν θεολογικήν οἰκολογίαν ἤ οἰκολογικήν θεολογίαν βιβλιογραφία εἶναι ἐκτενεστάτη καί συγκροτεῖ ἐν τῷ συνόλῳ της ἀξιόλογον ὀρθόδοξον μαρτυρίαν ἔναντι μιᾶς ἐκ τῶν μεγαλυτέρων προκλήσεων διά τήν σύγχρονον ἀνθρωπότητα καί τήν ζωήν ἐπί τῆς γῆς. Ἡ ἐνασχόλησις μέ τό οἰκολογικόν πρόβλημα καί τάς κοσμολογικάς διαστάσεις καί ἐπιπτώσεις τῆς ἁμαρτίας, αὐτῆς τῆς ἀλλοτριωτικῆς ἐσωτερικῆς «ἀνατροπῆς ἀξιῶν» εἰς τόν ἄνθρωπον, ἔφερεν εἰς τό προσκήνιον τήν συνάφειαν περιβαλλοντικῶν καί κοινωνικῶν προβλημάτων καί τήν ἀνάγκην κοινῆς προσεγγίσεώς των. Στράτευσις διά τήν προστασίαν τῆς ἀκεραιότητος τῆς δημιουργίας καί διά τήν κοινωνικήν δικαιοσύνην εἶναι δράσεις ἀλληλένδετοι καί ἀδιαίρετοι.
Τό ἐνδιαφέρον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διά τήν προστασίαν τῆς κτίσεως δέν ἐγεννήθη ὡς ἀντίδρασις εἰς τήν σύγχρονον οἰκολογικήν κρίσιν, δέν εἶναι δημιούργημά της. Αὐτή ἦτο ἁπλῶς ἡ ἀφορμή καί ἡ εὐκαιρία διά νά ἐκφράσῃ, νά ἀναπτύξῃ, νά διακηρύξῃ καί νά προβάλῃ ἡ Ἐκκλησία τάς οἰκοφιλικάς ἀρχάς της. Θεμέλιον τῆς ἀδιαπτώτου μερίμνης τῆς Ἐκκλησίας διά τό φυσικόν περιβάλλον εἶναι αὐτή αὕτη ἡ ἐκκλησιολογική ταυτότης καί ἡ θεολογία της. Ὁ σεβασμός καί ἡ προστασία τῆς κτίσεως εἶναι διάστασις τῆς πίστεώς μας, περιεχόμενον τῆς ζωῆς μας ἐν Ἐκκλησίᾳ καί ὡς Ἐκκλησίας. Ἡ ἰδία ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «βιωμένη οἰκολογία», ἔμπρακτος σεβασμός καί μέριμνα διά τήν δημιουργίαν καί πηγή τῶν οἰκολογικῶν δραστηριοτήτων της. Κατ᾿ οὐσίαν, τό ἐνδιαφέρον τῆς Ἐκκλησίας διά τήν προστασίαν τῆς κτίσεως εἶναι προέκτασις τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἰς ὅλας τάς διαστάσεις τῆς σχέσεώς της μέ τόν κόσμον. Ἡ λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, τό ἀσκητικόν ἦθος, ἡ ποιμαντική διακονία, ἡ σταυροαναστάσιμος βιοτή τῶν πιστῶν, ὁ ἄσβεστος πόθος τῆς αἰωνιότητος, συγκροτοῦν μίαν κοινωνίαν προσώπων διά τήν ὁποίαν ἡ φυσική πραγματικότης δέν εἶναι ἀντικείμενον, χρηστικόν ὑλικόν διά τήν κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀτόμου καί τῆς ἀνθρωπότητος, ἀλλά ἐνέργημα, πεπραγμένον, δημιούργημα τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς καλεῖ νά τό σεβασθῶμεν καί νά τό προστατεύσωμεν, καθιστάμενοι «συνεργοί» αὐτοῦ, «οἰκονόμοι», «φύλακες», καί «ἱερεῖς» τῆς δημιουργίας, νά καλλιεργήσωμεν εὐχαριστιακήν σχέσιν μέ τήν κτίσιν.
Ἡ μέριμνα διά τό φυσικόν περιβάλλον δέν εἶναι μία πρόσθετος δραστηριότης εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν ζωήν, ἀλλά οὐσιαστική ἔκφρασις αὐτῆς. Δέν ἔχει κοσμικόν, ἀλλά ἀμιγῆ ἐκκλησιαστικόν χαρακτῆρα, εἶναι «λειτουργική διακονία». Ὅλαι αἱ πρωτοβουλίαι καί αἱ δράσεις τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «ἐφηρμοσμένη ἐκκλησιολογία». Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, ἡ θεολογική οἰκολογία δέν ἀναφέρεται μόνον εἰς τήν ἀνάπτυξιν οἰκολογικῆς εὐαισθησίας καί εἰς τήν ἀντιμετώπισιν τῶν περιβαλλοντικῶν προβλημάτων ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας καί κοσμολογίας, ἀλλά ἐπεκτείνεται εἰς τήν ἐν Χριστῷ ἀνακαίνισιν συμπάσης τῆς κτίσεως, ὅπως αὐτή πραγματώνεται καί βιοῦται ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ, ὡς εἰκόνι καί προγεύσει τῆς ἐσχατολογικῆς πληρώσεως τῆς Θείας Οἰκονομίας ἐν τῇ δοξολογικῇ πληρότητι καί φωτοχυσίᾳ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. 

Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Τό οἰκολογικόν πρόβλημα ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ κόσμος μας ἀποτελεῖ ἑνότητα, ὅτι τά προβλήματά μας εἶναι παγκόσμια καί κοινά. Διά τήν ἀντιμετώπισιν τῶν κινδύνων ἀπαιτεῖται πολύπλευρος κινητοποίησις, σύγκλισις, συμπόρευσις, σύμπραξις. Εἶναι ἀδιανόητον, ἡ ἀνθρωπότης νά γνωρίζῃ τήν σοβαρότητα τοῦ προβλήματος καί νά συνεχίζῃ νά συμπεριφέρεται ὡς νά μή ἐγνώριζεν. Ἐνῷ κατά τάς τελευταίας δεκαετίας, τό κυρίαρχον πρότυπον οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς παγκοσμιοποιήσεως, μέ πρόσημον τόν φετιχισμόν τῶν οἰκονομικῶν δεικτῶν καί τήν μεγιστοποίησιν τοῦ κέρδους, ὤξυνε τά οἰκολογικά καί κοινωνικά προβλήματα, ἐξακολουθεῖ νά κυριαρχῇ εὐρέως ἡ ἄποψις ὅτι «δέν ὑπάρχει ἄλλη ἐναλλακτική ἐπιλογή» καί ὅτι ἡ μή συμμόρφωσις πρός τήν ἄτεγκτον νομοτέλειαν τῆς οἰκονομίας θά ὁδηγήσῃ εἰς ἀνεξελέγκτους κοινωνικάς καί οἰκονομικάς καταστάσεις. Τοιουτοτρόπως, ἀγνοοῦνται καί δυσφημίζονται αἱ ἐναλλακτικαί μορφαί ἀναπτύξεως καί ἡ ἰσχύς τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης καί τῆς δικαιοσύνης.
Ἡμεῖς ὀφείλομεν νά δραστηριοποιηθῶμεν ἔτι περαιτέρω διά τήν ἐφαρμογήν ἐν τῇ πράξει τῶν οἰκολογικῶν καί κοινωνικῶν συνεπειῶν τῆς πίστεώς μας. Εἶναι ἐξόχως σημαντικόν ὅτι αἱ καθ᾿ ἡμᾶς ἀρχιεπισκοπαί καί μητροπόλεις, πολλαί ἐνορίαι καί ἱεραί Μοναί, ἔχουν ἀναπτύξει οἰκολογικάς πρωτοβουλίας καί πρακτικάς διά τήν προστασίαν τοῦ περιβάλλοντος, καί ποικίλα προγράμματα περιβαλλοντικῆς ἀγωγῆς. Πρέπει νά δοθῇ ἰδιαιτέρα ἔμφασις εἰς τήν ἐν Χριστῷ διαπαιδαγώγησιν τῶν νέων, ὥστε αὕτη νά λειτουργῇ ὡς χῶρος καλλιεργείας καί ἀναπτύξεως οἰκολογικοῦ ἤθους καί ἀλληλεγγύης. Ἡ παιδική καί ἡ ἐφηβική ἡλικία ἀποτελοῦν ἰδιαιτέρως εὐνοϊκάς περιόδους τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου δι᾿ οἰκολογικήν καί κοινωνικήν εὐαισθητοποίησιν. Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, ἐν ἐπιγνώσει τῆς σπουδαιότητος τῆς περιβαλλοντικῆς ἐκπαιδεύσεως, συνεχίζον τήν σειράν τῶν σχετικῶν σεμιναρίων, ἀφιέρωσε τήν ἐν τῇ Ἕδρᾳ αὐτοῦ ὀργανωθεῖσαν Γ’ διεθνῆ «Διάσκεψιν τῆς Χάλκης διά τήν Θεολογίαν καί τήν Οἰκολογίαν» (31 Μαΐου - 4 Ἰουνίου 2019), εἰς τό θέμα τῆς ἐντάξεως εἰς τά προγράμματα τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν μαθημάτων καί προγραμμάτων σχετικῶν μέ τήν οἰκολογίαν καί τήν οἰκολογικήν παιδείαν. Ἡ λύσις τῶν μεγάλων προβλημάτων τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι ἀνέφικτος χωρίς πνευματικόν προσανατολισμόν. 
Περαίνοντες τόν λόγον, εὐχόμεθα πᾶσιν ὑμῖν αἴσιον καί εὐλογημένον ἐκκλησιαστικόν ἔτος, πλούσιον ἐν ἔργοις θεαρέστοις, καλοῦντες δέ τά ἀνά τήν οἰκουμένην φωτόμορφα τέκνα τῆς Μητρός Ἐκκλησίας νά προσεύχωνται διά τήν ἀκεραιότητα τῆς δημιουργίας, νά ζοῦν οἰκοφιλικῶς καί φιλαδέλφως εἰς ὅλας τάς διαστάσεις τῆς ζωῆς των, νά ἀγωνίζωνται διά τήν προστασίαν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καί διά τήν προαγωγήν τῆς εἰρήνης καί τῆς δικαιοσύνης, καί διατρανοῦντες ἅπαξ ἔτι τήν ἀλήθειαν ὅτι δέν ὑπάρχει ἀληθής πρόοδος, ὅταν θίγεται ἡ «καλή λίαν» δημιουργία καί ὁ κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ πλασθείς ἄνθρωπος, ἐπικαλούμεθα ἐφ᾿ ὑμᾶς, μεσιτείᾳ τῆς Ἁγιοπρώτου Παναγίας τῆς Παμμακαρίστου, τήν ζωοπάροχον χάριν καί τό ἄπειρον ἔλεος τοῦ Δημιουργοῦ καί Προνοητοῦ πάσης τῆς κτίσεως. 

,βιθ’ Σεπτεμβρίου α’

Παρασκευή 26 Απριλίου 2019

Το Πασχαλινό μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου


«Η επιστήμη, η κοινωνική και πολιτική δράσις, η οικονομική πρόοδος και η ευημερία δεν δύνανται να προσφέρουν διέξοδον. Ό,τι είναι δημιούργημα του ανθρώπου φέρει το στίγμα του θανάτου, δεν σώζει, αφού και αυτό έχει ανάγκην σωτηρίας. Ο πόθος της αιωνιότητος δεν καλύπτεται με επίγεια αγαθά, δεν ικανοποιείται με την παράτασιν της ζωής μας και με υποσχέσεις ψευδών παραδείσων», τονίζει, μεταξύ άλλων, στο Πασχάλιο μήνυμά του ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος. Εν συνεχεία, επισημαίνει: «Η Ορθοδοξία προσφέρει εις τον σύγχρονον λογοκρατούμενον άνθρωπον την Αλήθειαν του σωτηριώδους Ευαγγελίου της Αναστάσεως».

Αναλυτικά, το μήνυμα του Παναγιωτάτου έχει ως εξής:

«Τιμιώτατοι αδελφοί και προσφιλέστατα τέκνα εν Κυρίω, Διατρέξαντες εν νηστεία και προσευχή τον δόλιχον της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, φθάσαντες δε το σωτήριον πάθος Χριστού του Θεού, καθιστάμεθα σήμερον κοινωνοί της χαράς της λαμπροφόρου Εγέρσεως Αυτού.

Το βίωμα της Αναστάσεως ανήκει εις τον πυρήνα της ταυτότητος των Ορθοδόξων. Εορτάζομεν την Ανάστασιν του Κυρίου όχι μόνον κατά το ‘Αγιον Πάσχα και την πασχάλιον περίοδον, αλλά κάθε Κυριακήν και εις κάθε Θείαν Λειτουργίαν, η οποία είναι πάντοτε ολόφωτος πανήγυρις. Η χριστιανική ζωή εις όλας τας πτυχάς της, εις την θείαν λατρείαν, εις την βιοτήν και μαρτυρίαν μας εν τω κόσμω, έχει αναστάσιμον πνοήν, δονείται από την νίκην του Αναστάντος Χριστού επί του θανάτου και από την προσδοκίαν της αιωνίου Βασιλείας Του.

Ο άνθρωπος δεν δύναται αφ? εαυτού να διαχειρισθή τον φόβον και το αναπόφευκτον του θανάτου, ενώπιον του οποίου ευρίσκεται καθ? όλην την διάρκειαν της ζωής του και όχι μόνον εις το τέλος της. Η αίσθησις ότι η ζωή του είναι «πορεία προς τον θάνατον», άνευ ελπίδος διαφυγής, δεν οδηγεί εις τον εξανθρωπισμόν της αναστροφής του και εις ενίσχυσιν της ευθύνης και της μερίμνης του διά το παρόν και το μέλλον. Μάλλον, ο άνθρωπος συρρικνώνεται, αποκόπτεται από τα ουσιώδη του βίου, καταλήγει εις τον κυνισμόν, τον μηδενισμόν και την απόγνωσιν, εις την φενάκην της ακωλύτου αυτοπραγματώσεως και εις τον αχαρίτωτον ευδαιμονισμόν του «φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν».

Η επιστήμη, η κοινωνική και πολιτική δράσις, η οικονομική πρόοδος και η ευημερία δεν δύνανται να προσφέρουν διέξοδον. Ο,τι είναι δημιούργημα του ανθρώπου φέρει το στίγμα του θανάτου, δεν σώζει, αφού και αυτό έχει ανάγκην σωτηρίας. Ο πόθος της αιωνιότητος δεν καλύπτεται με επίγεια αγαθά, δεν ικανοποιείται με την παράτασιν της ζωής μας και με υποσχέσεις ψευδών παραδείσων.

Η Ορθοδοξία προσφέρει εις τον σύγχρονον λογοκρατούμενον άνθρωπον την Αλήθειαν του σωτηριώδους Ευαγγελίου της Αναστάσεως. Δι? ημάς τους Ορθοδόξους, το Πάσχα δεν είναι απλώς ανάμνησις της Αναστάσεως του Κυρίου, αλλά βίωσις και της ιδικής μας αναγεννήσεως εν Χριστώ Αναστάντι, πρόγευσις και βεβαιότης της εσχατολογικής πληρώσεως της θείας Οικονομίας.

Ο πιστός γνωρίζει ότι η υπαρξιακή πληρότης είναι δώρον της χάριτος του Θεού. Εν Χριστώ, η ζωή μας μεταμορφώνεται, μετατρέπεται εις πορείαν προς την θέωσιν. Οι χριστιανοί διακρίνονται, κατά τον Απόστολον Παύλον, από τους «λοιπούς», τους «μη έχοντας ελπίδα» (πρβλ. Α’ Θεσσ. δ’, 13). Ελπίζουν εις Χριστόν, ο οποίος είναι, «η ζωή και η Ανάστασις ημών», «ο πρώτος και ο έσχατος και ο ζων» (Αποκ. α’, 17 – 18).

Η σωτήριος παρουσία του Χριστού εις την ζωήν μας και η ελπίς της επουρανίου Βασιλείας είναι αρρήκτως συνδεδεμέναι εις την χριστιανικήν ύπαρξιν, η οποία ενεργεί και πραγματώνεται ως δημιουργική και μεταμορφωτική δύναμις εν τω κόσμω. Δεν είναι καθόλου τυχαίον, ότι πριν ο νεωτερικός πολιτισμός κατανοήση και εγκαθιδρύση τον άνθρωπον ως δημιουργόν της ιστορίας, οι πιστοί εκλήθησαν να καταστούν «Θεού συνεργοί» (πρβλ. Α’ Κορ. γ’, 9). Αποτελεί πλήρη παρανόησιν της Ορθοδόξου αυτοσυνειδησίας και του κοινωνικού και φιλανθρώπου έργου της Εκκλησίας, όταν υποστηρίζηται ότι η Ορθοδοξία είναι εσωστρεφής, ακοσμική και αδιάφορος διά την ιστορίαν και τον πολιτισμόν.

Ιερώτατοι αδελφοί και τέκνα αγαπητά,

Το Πάσχα δεν είναι απλώς η μεγαλυτέρα εορτή και πανήγυρις των Ορθοδόξων. Ανάστασις είναι όλη η πίστις, σύνολος η εκκλησιαστική ζωή, ολόκληρος ο πολιτισμός της Ορθοδοξίας, η ανεξάντλητος πηγή, εκ της οποίας αντλεί και τρέφεται η εσχατολογική ορμή της ορθοδόξου βιοτής και μαρτυρίας. Εν τη Αναστάσει και εκ της Αναστάσεως γνωρίζομεν οι πιστοί τον αιώνιον προορισμόν μας, ανακαλύπτομεν το περιεχόμενον και την κατεύθυνσιν της αποστολής μας εν τω κόσμω, ευρίσκομεν το νόημα και την αλήθειαν της ελευθερίας μας. Ο κατελθών εν τοις κατωτάτοις της γης και συντρίψας τας πύλας του ‘Αδου και το κράτος του θανάτου, αναδύεται εκ του τάφου ως ελευθερωτής του ανθρώπου και απάσης της κτίσεως. Αυτό το δώρον της ελευθερίας καλείται ο άνθρωπος να αποδεχθή ελευθέρως, εντασσόμενος εις την «κοινότητα της θεώσεως», την Εκκλησίαν, εν τη οποία η ελευθερία είναι θεμέλιον, οδός και προορισμός. Η χριστοδώρητος ελευθερία βιούται και εκφράζεται ως «αληθεύειν εν αγάπη» (πρβλ. Εφεσ. δ’, 15), ως γεγονός κοινωνίας και αλληλεγγύης. «Υμείς γαρ επ? ελευθερία εκλήθητε, αδελφοί. μόνον μη την ελευθερίαν εις αφορμήν τη σαρκί, αλλά διά της αγάπης δουλεύετε αλλήλοις» (Γαλ. ε’, 13). Εν τη Εκκλησία «υπάρχομεν με τον τρόπον της Αναστάσεως», αφορώντες εις την «κοινήν ανάστασιν» εν τη ανεσπέρω ημέρα της Βασιλείας.

Με αυτάς τας σκέψεις, δοξάζοντες εν καθαρά καρδία τον Αναστάντα και «ανατείλαντα πάσι την ζωήν» Κύριον, τον Θεόν «μεθ? ημών» και «υπέρ ημών», τον επαγγειλάμενον έσεσθαι μεθ? ημών μέχρι τερμάτων αιώνος, και αναβοώντες τον πασχάλιον πανευφρόσυνον χαιρετισμόν «Χριστός Ανέστη!», δεόμεθα του πανδώρου Ποιητού και Λυτρωτού του κόσμου, όπως καταυγάζη την ζωήν πάντων ημών διά του φωτός της πανσωστικής Αναστάσεως Αυτού και χαρίζηται τοις πάσι χαράν πεπληρωμένην και πάντα τα σωτήρια δωρήματα, ίνα υμνήται και ευλογήται το πανάγιον και υπερουράνιον όνομα Αυτού».

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2018

Το χριστουγεννιάτικο μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου



Εκκλησία του Χριστού είναι ο τόπος της «κοινής σωτηρίας», είπε μεταξύ άλλων ο Οικουμενικός Πατριάρχης

Διά του «αεί μυστηρίου» και «μεγάλου θαύματος» της θείας Ενανθρωπήσεως, το «μέγα τραύμα», ο εν σκότει και σκιά καθήμενος άνθρωπος, καθίσταται «υιός φωτός και υιός ημέρας», ανοίγει δι' αυτόν η ευλογημένη οδός της κατά χάριν θεώσεως, τονίζει, μεταξύ άλλων, στο χριστουγεννιάτικο μήνυμά του ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.

Ακολουθεί το μήνυμα του Παναγιωτάτου:

Ιερώτατοι και Θεοφιλέστατοι αδελφοί, προσφιλέστατα τέκνα εν Κυρίω,

Δοξάζομεν τον Πανάγιον και Πανοικτίρμονα Θεόν, διότι ηξιώθημεν και εφέτος να φθάσωμεν εις την πανέορτον ημέραν των Χριστουγέννων, την εορτήν της σαρκώσεως του προαιωνίου Υιού και Λόγου του Θεού «δι' ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν». Διά του «αεί μυστηρίου» και «μεγάλου θαύματος» της θείας Ενανθρωπήσεως, το «μέγα τραύμα», ο εν σκότει και σκιά καθήμενος άνθρωπος, καθίσταται «υιός φωτός και υιός ημέρας», ανοίγει δι' αυτόν η ευλογημένη οδός της κατά χάριν θεώσεως. Εν τω θεανδρικώ μυστηρίω της Εκκλησίας και διά των ιερών μυστηρίων της, γεννάται και μορφούται ο Χριστός εις την ψυχήν και την ύπαρξίν μας. «Ο του Θεού Λόγος», θεολογεί ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, «εφάπαξ κατά σάρκα γεννηθείς, αεί γεννάται θέλων κατά πνεύμα διά φιλανθρωπίαν τοις θέλουσι· και γίνεται βρέφος, εαυτόν εν εκείνοις διαπλάττων ταίς αρεταίς και τοσούτον φαινόμενος, όσον χωρείν επίσταται τον δεχόμενον». Δεν είναι «Θεός-Ιδέα», ως ο θεός των φιλοσόφων, ούτε Θεός κεκλεισμένος εις την απόλυτον υπερβατικότητά του και απροσπέλαστος, αλλά είναι ο «Εμμανουήλ», ο «Θεός μεθ' ημών», ευρίσκεται εγγύτερον εις ημάς, από όσον ημείς οι ίδιοι εις τον εαυτόν μας, είναι «και ημών αυτών συγγενέστερος».

Η πίστις εις την απρόσιτον και άσαρκον Θεότητα δεν μεταμορφώνει την ζωήν του ανθρώπου, δεν αίρει την πόλωσιν μεταξύ ύλης και πνεύματος, δεν γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ ουρανού και γης. Η Σάρκωσις του Θεού Λόγου είναι η φανέρωσις της αληθείας περί Θεού και ανθρώπου, η οποία σώζει το ανθρώπινον γένος από τους σκοτεινούς λαβυρίνθους, τόσον του υλισμού και του ανθρωπομονισμού όσον και του ιδεαλισμού και του δυισμού. Η καταδίκη του νεστοριανισμού και του μονοφυσιτισμού εκ μέρους της Εκκλησίας σηματοδοτεί την απόρριψιν δύο καθολικωτέρων τάσεων της ανθρωπίνης ψυχής, και δη αφ' ενός της απολυτοποιήσεως του ανθρωποκεντρισμού και αφ' ετέρου της εξιδανικεύσεως της ιδεαλιστικής εκδοχής της ζωής και της αληθείας, παρεκκλίσεων ιδιαιτέρως διαδεδομένων και εις την εποχήν μας.

Ο σύγχρονος «νεστοριανισμός» εκφράζεται ως πνεύμα εκκοσμικεύσεως, ως επιστημονισμός και απόλυτος προτεραιότης της χρηστικής γνώσεως, ως απόλυτος ιδιονομία της οικονομίας, ως αυτοσωτηρική αλαζονεία και αθεΐα, ως ο «μη πολιτισμός» του ατομοκεντρισμού και του ευδαιμονισμού, ως νομικισμός και ηθικισμός, ως «τέλος της αιδούς» και ταύτισις της θυσιαστικής αγάπης και της μετανοίας με την λεγομένην «ηθικήν των αδυνάτων». Ο «μονοφυσιτισμός» πάλιν εκπροσωπείται σήμερον από τας τάσεις δαιμονοποιήσεως του σώματος και του φυσικού ανθρώπου, από τον πουριτανισμόν και τα σύνδρομα «καθαρότητος», την εσωστρεφή άκαρπον πνευματικότητα και τους ποικίλους μυστικισμούς, από την περιφρόνησιν του ορθού λόγου, της τέχνης και του πολιτισμού, από την άρνησιν του διαλόγου και την απόρριψιν του διαφορετικού, με επικίνδυνον εκφραστήν, εν ονόματι της «μόνης και αποκλειστικής αληθείας», τον θρησκευτικόν φονταμενταλισμόν, ο οποίος τρέφεται από απολυτοποιήσεις και απορρίψεις και τροφοδοτεί την βίαν και την διάσπασιν. Είναι προφανές ότι, τόσον η νεστοριανίζουσα αποθέωσις του κόσμου όσον και η μονοφυσιτίζουσα δαιμονοποίησίς του αφήνουν τον κόσμον και την ιστορίαν, τον πολιτισμόν και τους πολιτισμούς, εκτεθειμένους εις τας δυνάμεις του «νυν αιώνος» και παγιώνουν τοιουτοτρόπως την αυτονόμησιν και τα αδιέξοδά των.

Η χριστιανική πίστις είναι η βεβαιότης της σωτηρίας του ανθρώπου υπό του Θεού της αγάπης, ο οποίος προσέλαβε φιλανθρώπως την ημετέραν φύσιν και εχαρίσατο ημίν πάλιν το διά της πτώσεως απολεσθέν «καθ' ομοίωσιν», ικανώσας ημάς εις την κατ' αλήθειαν ζωήν εν τω Σώματι Αυτού, τη Εκκλησία.

Σύνολος η ζωή της Εκκλησίας εκφράζει το μυστήριον της θεανθρωπότητος. Ο Θεάνθρωπος Σωτήρ ανέλαβεν «εκκλησίας σάρκα» και έδειξε, «πρώτος και μόνος», «τον αληθινόν άνθρωπον και τέλειον και τρόπων και ζωής και των άλλων ένεκα πάντων». Η Εκκλησία του Χριστού είναι ο τόπος της «κοινής σωτηρίας», της «κοινής ελευθερίας» και της ελπίδος της «κοινής βασιλείας», είναι ο τρόπος της βιώσεως της ελευθεροποιού αληθείας, ο πυρήν της οποίας είναι το αληθεύειν εν αγάπη. Η αγάπη αυτή υπερβαίνει τα όρια της απλής ανθρωπιστικής δράσεως, καθ' ότι η πηγή και το πρότυπον αυτής είναι η υπερβαίνουσα τον ανθρώπινον λόγον θεία φιλανθρωπία. «Εν τούτω εφανερώθη η αγάπη του Θεού εν ημίν, ότι τον υιόν αυτού τον μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον ίνα ζήσωμεν δι' αυτού. Εν τούτω εστίν η αγάπη, ουχ ότι ημείς ηγαπήσαμεν τον Θεόν, αλλ' ότι αυτός ηγάπησεν ημάς... Αγαπητοί, ει ούτως ο Θεός ηγάπησεν ημάς, και ημείς οφείλομεν αλλήλους αγαπάν». Όπου υπάρχει αγάπη, εκεί είναι παρών ο Θεός.

Αυτή η σωτηριώδης αλήθεια πρέπει να εκφράζεται και εις τον τρόπον με τον οποίον εορτάζομεν το σεπτόν Γενέθλιον του επισκεψαμένου ημάς εξ ύψους Σωτήρος ημών. Η εορτή είναι πάντοτε «πλήρωμα χρόνου», καιρός αυτογνωσίας, ευχαριστίας διά το μέγεθος της θείας φιλανθρώπου αγάπης, μαρτυρία της αληθείας της θεανθρωπότητος και της εν Χριστώ ελευθερίας. Ο χριστοτερπής εορτασμός της σαρκώσεως του Θεού Λόγου είναι μία πράξις αντιστάσεως εις την εκκοσμίκευσιν, εις τον αποχρωματισμόν της εορτής και την μετατροπήν της εις «Χριστούγεννα χωρίς Χριστόν» και εις πανήγυριν του Έχειν, του καταναλωτισμού και της ματαιοδοξίας, και δη εις ένα κόσμον πλήρη κοινωνικών εντάσεων, αξιολογικών ανατροπών και συγχύσεως, βίας και αδικίας, όπου το «παιδίον Ιησούς» ευρίσκεται και πάλιν αντιμέτωπον με άτεγκτα συμφέροντα ποικιλωνύμων εξουσιών.

Τιμιώτατοι αδελφοί και πεφιλημένα τέκνα,

Γενεά παρέρχεται και γενεά έρχεται, και αι επερχόμεναι εξελίξεις είναι κατ' άνθρωπον δυσκόλως προβλέψιμοι. Η γνησία πίστις, όμως, δεν έχει διλήμματα. Ο Λόγος εγένετο σαρξ, η «αλήθεια ήλθε» και «παρέδραμεν η σκιά», μετέχομεν ήδη της Βασιλείας εν τη πορεία προς την τελείωσιν του έργου της ενσάρκου Θείας Οικονομίας. Έχομεν ακλόνητον την βεβαιότητα ότι το μέλλον ανήκει εις τον Χριστόν, ο Οποίος είναι «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας», ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι και θα παραμένη τόπος αγιασμού και ενθέου βιοτής, ανακαινίσεως του ανθρώπου και του κόσμου, πρόγευσις της δόξης της Βασιλείας, ότι θα συνεχίση «να δίδη την ευαγγελικήν μαρτυρίαν» και «να διανέμη εν τη οικουμένη τα δώρα του Θεού: την αγάπην Του, την ειρήνην, την δικαιοσύνην, την καταλλαγήν, την δύναμιν της Αναστάσεως και την προσδοκίαν της αιωνιότητος». Το σύγχρονον ιδεολόγημα περί «μεταχριστιανικής» εποχής είναι άτοπον. «Μετά Χριστόν», τα πάντα είναι και μένουν εις τον αιώνα, «εν Χριστώ».

Κλίνοντες ευσεβοφρόνως τα γόνατα ενώπιον του Θείου Βρέφους της Βηθλεέμ και της βρεφοκρατούσης Παναγίας Μητρός Αυτού, και προσκυνούντες τον ενανθρωπήσαντα «παντέλειον Θεόν», απονέμομεν, εκ του ακοιμήτου Φαναρίου, τοις ανά την οικουμένην τέκνοις της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας την Πατριαρχικήν ημών ευλογίαν επί τω Αγίω Δωδεκαημέρω, ευχόμενοι υγιεινόν, αγλαόκαρπον και ευφρόσυνον τον νέον ενιαυτόν της χρηστότητος του Κυρίου.

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2018

"Κάθε ναός, όσον μικρός και αν είναι, είναι τόσον μέγας όσον η μεγαλοπρεπής Αγιά Σοφιά"


Μήνυμα ελπίδας πως η Κωνσταντινουπολίτικη Ρωμιοσύνη συνεχίζει τον αγώνα της διαφύλαξης της παρακαταθήκης του πνευματικού πολιτισμού της και της Ορθοδόξου παραδόσεως στην Πόλη των Πόλεων έστειλε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, στην ομιλία του, μετά τη Θεία Λειτουργία, κατά την οποία χοροστάτησε, στον πανηγυρίζοντα Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Νεοχωρίου Βοσπόρου, που φέτος εορτάζει την 180ή επέτειο από την ανέγερσή του: «Γενεά παρέρχεται και γενεά έρχεται και ημείς, οι εν τη Πόλει των Πόλεων, ολίγοι αλλά αρκετοί διά να κρατήσωμεν τους ναούς και τα ιερά προσκυνήματά μας ανοικτά, διά να καλλιεργώμεν και να διασώζωμεν τας πολυτίμους παραδόσεις της Ομογενείας, διά να λειτουργούν τα σχολεία και τα λοιπά ιδρύματά μας, όλοι εμείς ζώμεν εν αγαστή συμπνοία και αλληλεγγύη και δίδομεν την καλήν μαρτυρίαν της Ορθοδόξου Παραδόσεως. 

Διασώζομεν τιμαλφή παρακαταθήκην ευλαβείας, ανθρωπιάς, αρχοντιάς, υψηλού πνευματικού πολιτισμού, την ευγένειαν της Κωνσταντινουπολίτικης Ρωμιοσύνης. Κάθε ναός, όσον μικρός και αν είναι, είναι τόσον μέγας όσον η μεγαλοπρεπής Αγιά Σοφιά. Κάθε ευχαριστιακή σύναξις, όσον ολιγάριθμοι πιστοί και αν συμμετέχουν εις αυτήν, είναι μεγάλη πανήγυρις και πανδαισία θείας χάριτος και φωτός. Εν τη Εκκλησία βιώνουμε την ζωήν μας ως δωρεάν της φιλανθρώπου αγάπης του Θεού, ως ζωήν εν χριστώ και κατά Χριστόν, επ' ελπίδι πληρώσεως αυτής εν τη αιωνίω Βασιλεία του Τριαδικού Θεού».

Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στην ιδιαίτερη τιμή και τον σεβασμό που αποδίδει η Ορθόδοξος ευσέβεια στους Αγίους, «ως εις αψευδείς μάρτυρας της Αναστάσεως του Χριστού», προβάλλοντας τη βιωτή αυτών, «ως υπόδειγμα ζωής εν Εκκλησία, ως αυθεντικήν μαρτυρίαν ότι η αλήθεια και ο προορισμός της ανθρώπινης υπάρξεως ευρίσκεται εις την σχέσιν με τον Θεόν της αγάπης». Υπογράμμισε, μάλιστα, ότι στην Εκκλησία τιμάται όλως ιδιαιτέρως ο 'Αγιος Νικόλαος, στον οποίο είναι αφιερωμένος και ο πανηγυρίζων Ναός της Κοινότητας Νεοχωρίου.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης συνεχάρη τον Μητροπολίτη Μυριοφύτου και Περιστάσεως Ειρηναίο, Επόπτη της Περιφερείας Βοσπόρου, για τη διακονία και το παραγωγικό διοικητικό και πνευματικό έργο που επιτελεί, αλλά και τον ιερατικώς προϊστάμενο των ναών του Νεοχωρίου, αρχιμανδρίτη Αγαθάγγελο Σίσκο, βιβλιοφύλακα των Πατριαρχείων, για το ευδόκιμο ποιμαντικό του έργο.

Να σημειωθεί ότι κατά τη Θεία Λειτουργία μεταξύ των ονομάτων των Ορθοδόξων Προκαθημένων των κατά τόπους Αυτοκεφάλων Εκκλησιών μνημονεύτηκε για πρώτη φορά και εκείνο του νεοεκλεγέντος Κιέβου Επιφανίου.

Αμέσως μετά, κατά τη δεξίωση στην Κοινοτική Αίθουσα, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, και στη χθεσινή εκλογή του Προκαθημένου της νέας Αυτοκέφαλης Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας, από την Ενωτική Σύνοδο που πραγματοποιήθηκε στο Κίεβο.

Πηγή: ΑΠΕ

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ (2018)


Ἀριθμ. Πρωτ. 738 

† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ 
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ 
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ 
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ 
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ 
ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ 


Ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ, 

Συνεπληρώθησαν ἤδη εἰκοσιεννέα ἔτη ἀπό τῆς καθιερώσεως ὑπό τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, τῆς ἑορτῆς τῆς Ἰνδίκτου ὡς «Ἡμέρας Προστασίας τοῦ περιβάλλοντος». Καθ᾿ ὅλον αὐτό τό διάστημα τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ὑπῆρξεν ἐμπνευστής καί πρωταγωνιστής ποικίλων δράσεων, αἱ ὁποῖαι ἐκαρποφόρησαν πλουσίως καί ἀνέδειξαν τό οἰκολογικόν πνευματικόν δυναμικόν τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν παραδόσεως. 

Αἱ οἰκολογικαί πρωτοβουλίαι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀπετέλεσαν ἔναυσμα διά τήν θεολογίαν, διά νά ἀναδείξῃ τάς οἰκοφιλικάς ἀρχάς τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας καί κοσμολογίας καί νά προβάλῃ τήν ἀλήθειαν ὅτι οὐδέν ὅραμα διά τήν πορείαν τῆς ἀνθρωπότητος ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἔχει ἀξίαν, ἐάν δέν περιλαμβάνῃ καί τήν προσδοκίαν ἑνός κόσμου, ὁ ὁποῖος θά λειτουργῇ ὡς πραγματικός «οἶκος» τοῦ ἀνθρώπου, εἰς μίαν ἐποχήν κατά τήν ὁποίαν ἡ συνεχῶς διογκουμένη ἀπειλή κατά τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος κυοφορεῖ μίαν παγκόσμιον οἰκολογικήν καταστροφήν. Ἡ ἐξέλιξις αὕτη εἶναι ἡ συνέπεια μιᾶς συγκεκριμένης ἐπιλογῆς τρόπου οἰκονομικῆς, τεχνολογικῆς καί κοινωνικῆς ἀναπτύξεως, ἡ ὁποία δέν σέβεται οὔτε τήν ἀξίαν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, οὔτε τήν ἱερότητα τῆς φύσεως. Εἶναι ἀδύνατον νά ἐνδιαφερώμεθα πραγματικῶς διά τό ἀνθρώπινον πρόσωπον καί ταυτοχρόνως νά καταστρέφωμεν τό φυσικόν περιβάλλον, τήν βάσιν τῆς ζωῆς, κατ᾿ οὐσίαν δηλαδή νά ὑπονομεύωμεν τό μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος. 
Παρά τό γεγονός ὅτι δέν θεωροῦμεν ὀρθόν νά κρίνωμεν τόν νεωτερικόν πολιτισμόν ἐπί τῇ βάσει «ἁμαρτολογικῶν κριτηρίων», ἐπιθυμοῦμεν νά ὑπογραμμίσωμεν ὅτι ἡ καταστροφή τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος εἰς τήν ἐποχήν μας συνδέεται μέ τήν ἀλαζονείαν τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τῆς φύσεως καί τήν ἐξουσιαστικήν σχέσιν του πρός αὐτήν, καθώς καί μέ τό εὐδαιμονιστικόν πρότυπον τοῦ «πολλῶν δεῖσθαι» ὡς γενικῆς στάσεως ζωῆς. Ὅσον λανθασμένον εἶναι τό νά πιστεύωμεν ὅτι εἰς τό παρελθόν ὅλα ἦσαν καλλίτερα, τόσον ἄτοπον εἶναι νά κλείωμεν τά ὄμματα ἐνώπιον ὅσων συμβαίνουν σήμερον. Δέν ἀνήκει τό μέλλον εἰς τόν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἀναζητεῖ ἀκαταπαύστως τεχνητάς ἀπολαύσεις καί νέας ἱκανοποιήσεις, ὁ ὁποῖος ζῇ διά τόν ἑαυτόν του καί ἀγνοεῖ τόν πλησίον, εἰς τόν ἄνθρωπον τῆς προκλητικῆς σπατάλης, οὔτε εἰς τόν ἀδικητήν καί ἐκμεταλλευτήν τῶν ἀδυνάτων. Τό μέλλον ἀνήκει εἰς τήν δικαιοσύνην καί τήν ἀγάπην, εἰς τόν μετοχικόν πολιτισμόν τῆς ἀλληλεγγύης καί τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἀκεραιότητος τῆς δημιουργίας. 

Τοιοῦτον ἦθος καί τοιοῦτος πολιτισμός διασώζεται εἰς τήν θεανθρωπίνην ἐκκλησιαστικήν παράδοσιν τῆς Ὀρθοδοξίας. Εἰς τήν μυστηριακήν καί λατρευτικήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας βιοῦται καί ἐκφράζεται ἡ εὐχαριστιακή θεώρησις, νοηματοδότησις καί χρῆσις τῆς δημιουργίας. Αὐτή ἡ σχέσις μέ τόν κόσμον εἶναι ἀσύμβατος μέ κάθε εἴδους ἐσωστρέφειαν καί ἀδιαφορίαν διά τήν πλάσιν, μέ κάθε μορφῆς δυϊσμόν πνεύματος καί ὕλης καί ὑποτίμησιν τῆς ὑλικῆς πραγματικότητος. Τοὐναντίον, ἡ εὐχαριστιακή ἐμπειρία εὐαισθητοποιεῖ καί κινητοποιεῖ τόν πιστόν εἰς οἰκοφιλικήν δρᾶσιν ἐν τῷ κόσμῳ. Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὑπεγράμμισεν ὅτι εἰς τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας «καταφάσκεται ἡ δημιουργία καί ὁ ἄνθρωπος ἐνδυναμώνεται διά νά λειτουργῇ ὡς οἰκονόμος, φύλαξ καί "ἱερεύς" αὐτῆς, προσάγων ταύτην δοξολογικῶς τῷ Δημιουργῷ» (Ἐγκύκλιος, §14). Κάθε εἴδους κατάχρησις καί καταστροφή τῆς κτίσεως καί ἡ μετατροπή της εἰς ἀντικείμενον πρός ἐκμετάλλευσιν ἀποτελεῖ διαστρέβλωσιν τοῦ πνεύματος τοῦ χριστιανικοῦ Εὐαγγελίου. Δέν εἶναι διόλου τυχαῖον, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἡ «οἰκολογική μορφή» τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἐφ᾿ ὅσον εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία διέσωσε τήν Θείαν Εὐχαριστίαν ὡς πυρῆνα τῆς ζωῆς της. 

Συνεπῶς, ἡ οἰκολογική δραστηριοποίησις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου δέν ἀνεπτύχθη ἁπλῶς ὡς ἀντίδρασις εἰς τήν σύγχρονον πρωτοφανῆ οἰκολογικήν κρίσιν, δέν ἐδημιουργήθη ἀπό αὐτήν, ἀλλά ἀποτελεῖ ἔκφρασιν τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, προέκτασιν τοῦ εὐχαριστιακοῦ ἤθους εἰς τήν σχέσιν τοῦ πιστοῦ μέ τήν φύσιν. Αὐτή ἡ ἐγγενής οἰκολογική συνείδησις τῆς Ἐκκλησίας ἐξεδηλώθη εὐθαρσῶς καί εὐστόχως ἐν ὄψει τῶν συγχρόνων ἀπειλῶν κατά τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος. Ἡ ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι βιωμένη οἰκολογία, ἔμπρακτος καί ἀκατάλυτος σεβασμός τῆς κτίσεως. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι γεγονός κοινωνίας, νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου, κατά τῆς αὐτοδικαιώσεως καί τοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ, ἀπό τά ὁποῖα ἐκπορεύεται ἡ καταστροφή τοῦ περιβάλλοντος. Ὁ Ὀρθόδοξος πιστός εἶναι ἀδύνατον νά παραμένῃ ἀδιάφορος ἔναντι τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως. Ἡ μέριμνα καί ἡ φροντίς διά τήν πλάσιν εἶναι συνέπεια καί ἔκφρασις τῆς πίστεως καί τοῦ εὐχαριστιακοῦ ἤθους του. 

Εἶναι προφανές ὅτι διά τήν ἀποτελεσματικήν συμβολήν εἰς τήν ἀντιμετώπισιν τῶν οἰκολογικῶν προβλημάτων ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νά τά γνωρίζῃ καί νά τά μελετᾷ. Γνωρίζομεν ἅπαντες ὅτι ἡ μεγαλυτέρα ἀπειλή διά τό περιβάλλον καί τήν ἀνθρωπότητα εἶναι σήμερον ἡ κλιματική ἀλλαγή καί αἱ καταστροφικαί ἐπιπτώσεις της δι᾿ αὐτήν ταύτην τήν ζωήν ἐπί τῆς γῆς. Αὐτή ἡ θεματική ἐκυριάρχησε καί κατά τό ἕνατον οἰκολογικόν Συμπόσιον, τό ὁποῖον διωργάνωσε τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον τόν παρελθόντα Ἰούνιον εἰς τάς νήσους τοῦ Σαρωνικοῦ Σπέτσες καί Ὕδραν, μέ τίτλον «Γιά μιά πιό πράσινη Ἀττική. Διασώζοντας τόν πλανήτη καί προστατεύοντας τούς κατοίκους του». Δυστυχῶς, ἡ πρόσφατος καταστροφική πυρκαϊά εἰς τήν Ἀττικήν καί αἱ ἀναμενόμεναι συνέπειαι τῆς προκληθείσης μεγάλης περιβαλλοντικῆς καταστροφῆς ἀποτελοῦν τραγικήν ἐπιβεβαίωσιν τῶν θέσεων τῶν συνέδρων διά τήν σοβαρότητα τῆς οἰκολογικῆς ἀπειλῆς. 

Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ, 
Ὁ οἰκολογικός πολιτισμός τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἡ ὑλοποίησις τοῦ εὐχαριστιακοῦ ὁράματος τῆς δημιουργίας, τό ὁποῖον συμπυκνοῦται καί ἐκφράζεται εἰς τήν συνολικήν λειτουργίαν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Αὐτό εἶναι τό αἰώνιον μήνυμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τό θέμα τῆς οἰκολογίας. Ἡ Ἐκκλησία λέγει καί κηρύττει «ἀεί ταὐτά» καί «περί τῶν αὐτῶν», συμφώνως καί πρός τά ἀνυπέρβλητα λόγια τοῦ Ἱδρυτοῦ καί κεφαλῆς αὐτῆς: «ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δέ λόγοι μου οὐ μή παρέλθωσι» (Λουκ. κα’, 33). Στοιχοῦσα τῷ πνεύματι τούτῳ, ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία καλεῖ τάς ἀνά τήν οἰκουμένην Ἀρχιεπισκοπάς καί Μητροπόλεις αὐτῆς, τάς ἐνορίας καί τάς ἱεράς Μονάς, νά ἀναπτύξουν πρωτοβουλίας καί συντονισμένας δράσεις, προγράμματα περιβαλλοντικῆς εὐαισθητοποιήσεως, νά ὀργανώσουν συνέδρια καί ὁμιλίας, ὥστε οἱ πιστοί νά συνειδητοποιήσουν ὅτι ἡ προστασία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος εἶναι πνευματική εὐθύνη ἑκάστου ἐξ ἡμῶν. Τό φλέγον θέμα τῆς κλιματικῆς ἀλλαγῆς, τά αἴτια καί αἱ ἐπιπτώσεις του διά τόν πλανήτην καί τήν καθημερινότητα τῶν ἀνθρώπων ἀποτελοῦν εὐκαιρίαν διά προσεγγίσεις καί συζητήσεις ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς θεολογικῆς οἰκολογίας καί διά συγκεκριμένας πρακτικάς παρεμβάσεις. Εἶναι ζωτικῆς σημασίας νά δοθῇ ἔμφασις εἰς τήν δρᾶσιν εἰς τοπικόν ἐπίπεδον. Ἡ ἐνορία ἀποτελεῖ τό κύτταρον τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, χῶρον προσωπικῆς παρουσίας καί μαρτυρίας, ἐπικοινωνίας καί συνεργασίας, λειτουργικήν καί διακονικήν κοινότητα. 

Ἰδιαιτέρα μέριμνα πρέπει νά ἐπιδειχθῇ διά τήν ὀργάνωσιν τῆς ἐν Χριστῷ διαπαιδαγωγήσεως τῆς νέας γενεᾶς, ὥστε νά καλλιεργῆται εἰς αὐτήν τό οἰκολογικόν ἦθος. Ἡ ἐκκλησιαστική κατήχησις πρέπει νά ἐνσταλάζῃ εἰς τήν ψυχήν τῶν παιδίων καί τῶν νέων τόν σεβασμόν πρός τήν «καλήν λίαν» πλᾶσιν, κίνητρα διά δραστηριοποίησιν εἰς τήν προστασίαν τοῦ περιβάλλοντος καί τήν ἐλευθεροποιόν ἀλήθειαν τῆς ἁπλότητος, καί τῆς λιτότητος καί τοῦ ἀσκητικοῦ ἤθους, τοῦ μετοχικοῦ τρόπου τοῦ βίου καί τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης. Εἶναι ἀπαραίτητον, οἱ νέοι νά κατανοήσουν τήν εὐθύνην των διά τήν ἐφαρμογήν ἐν τῇ πράξει τῶν οἰκολογικῶν συνεπειῶν τῆς πίστεώς μας, νά γνωρίσουν καί νά γνωστοποιήσουν τήν καθοριστικήν συμβολήν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου εἰς τήν ὑπόθεσιν τῆς προστασίας τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος. 

Περαίνοντες τόν λόγον, εὐχόμεθα πᾶσιν ὑμῖν εὐλογημένον ἐκκλησιαστικόν ἔτος καί δαψιλῆ καρποφορίαν τῶν πνευματικῶν ὑμῶν ἀγώνων, ἐπικαλούμεθα δέ ἐφ᾿ ὑμᾶς τήν ζωηφόρον χάριν καί τό ἀμέτρητον ἔλεος τοῦ πανδώρου Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀρχηγοῦ καί τελειωτοῦ τῆς πίστεως ἡμῶν, πρεσβείαις τῆς Παναγίας τῆς Παμμακαρίστου, ἧς τήν τιμίαν εἰκόνα, τό σεπτόν κειμήλιον τοῦ Γένους, ἑορτίως, εὐσεβοφρόνως καί ἐν ταπεινώσει σήμερον κατασπαζόμεθα. 

βιη’ Σεπτεμβρίου α’ 
Ὁ Κωνσταντινουπόλεως 
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

Παρασκευή 6 Απριλίου 2018

Το πασχαλινό μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου

Η ζωή των Ορθοδόξων πιστών, εις όλας τας εκφάνσεις και τας διαστάσεις αυτής, διαποτίζεται και τρέφεται από την πίστιν εις την Ανάστασιν, αποτελεί καθημερινόν Πάσχα. Το πασχάλιον αυτό βίωμα δεν είναι απλώς ανάμνησις της Αναστάσεως του Κυρίου, αλλά βίωσις και της ιδικής μας ανακαινίσεως και ακλόνητος βεβαιότης περί της εσχατολογικής τελειώσεως των πάντων», τονίζει, μεταξύ άλλων, στο πασχαλινό του μήνυμα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Επιπρόσθετα, υπογραμμίζει ότι «Το ουσιώδες νόημα του Σταυρού είναι ότι αποτελεί οδόν προς την Ανάστασιν, προς το πλήρωμα της πίστεως ημών. Επί της βάσεως αυτής, οι Ορθόδοξοι αναφωνούμεν ‘'Ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω''. Είναι χαρακτηριστικόν ότι εις την Ορθοδοξίαν η Ακολουθία των Παθών δεν είναι καταθλιπτική, αλλά σταυροαναστάσιμος, αφού το Πάθος προσεγγίζεται και βιούται διά μέσου της Αναστάσεως, η οποία είναι ‘'λύτρον λύπης''. Διά το Ορθόδοξον αισθητήριον, η αμετάθετος σύνδεσις Σταυρού και Αναστάσεως είναι ασυβίβαστος με κάθε μορφής εσωτερικήν φυγήν εις μυστικισμούς ή εις ένα αυτάρεσκον ευσεβισμόν, οι οποίοι συνήθως είναι αδιάφοροι διά τα παθήματα και τας περιπετείας του ανθρώπου εν τη ιστορία».

Αναλυτικά, το πασχαλινό μήνυμα του Παναγιωτάτου:

† Βαρθολομαίος

Ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος

Κωνσταντινουπόλεως - Νέας Ρώμης

Και Οικουμενικός Πατριάρχης

Παντί τω πληρώματι της Εκκλησίας Χάριν, Ειρήνην και Έλεος

Παρά Του Ενδόξως Αναστάντος Χριστού

Αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,

Η εμπειρία της Αναστάσεως του Χριστού, της πανσωστικής νίκης της Ζωής επί του Θανάτου, είναι ο πυρήν της πίστεως, της θείας λατρείας, του ήθους και του πολιτισμού του χριστεπωνύμου ορθοδόξου λαού του Θεού. Η ζωή των Ορθοδόξων πιστών, εις όλας τας εκφάνσεις και τας διαστάσεις αυτής, διαποτίζεται και τρέφεται από την πίστιν εις την Ανάστασιν, αποτελεί καθημερινόν Πάσχα. Το πασχάλιον αυτό βίωμα δεν είναι απλώς ανάμνησις της Αναστάσεως του Κυρίου, αλλά βίωσις και της ιδικής μας ανακαινίσεως και ακλόνητος βεβαιότης περί της εσχατολογικής τελειώσεως των πάντων.

Κατ᾿ εξοχήν εις την ευχαριστιακήν Λειτουργίαν, η οποία συνδέεται αρρήκτως με την «κλητήν και αγίαν ημέραν» της Κυριακής, η Ορθόδοξος Εκκλησία εορτάζει αυτήν την υπαρξιακήν μετοχήν εις την Ανάστασιν του Χριστού και την εμπειρικήν πρόγευσιν των ευλογιών της Βασιλείας του Θεού. Εντυπωσιάζει ο αναστάσιμος και ευφρόσυνος χαρακτήρ της Θείας Ευχαριστίας, η οποία τελείται πάντοτε εν ατμοσφαίρα χαράς και αγαλλιάσεως και εικονίζει την τελικήν καινοποίησιν των όντων, την πεπληρωμένην χαράν, την πληρότητα της ζωής, την μέλλουσαν υπέρχυσιν της αγάπης και της γνώσεως.

Πρόκειται περί της λυτρωτικής θεάσεως του παρόντος υπό το φως των Εσχάτων και της δυναμικής πορείας προς την Βασιλείαν, περί της ακαταλύτου σχέσεως και συνυφάνσεως της παρουσίας και του εσχατολογικού χαρακτήρος της εν Χριστώ σωτηρίας του ανθρώπου και του κόσμου, η οποία δίδει εις την εκκλησιαστικήν ζωήν μοναδικόν δυναμισμόν και λειτουργεί διά τους πιστούς ως έναυσμα καλής μαρτυρίας εν τω κόσμω. Ο Ορθόδοξος πιστός έχει ιδιαίτερον λόγον και ισχυρόν κίνητρον διά να αγωνίζεται κατά του κοινωνικού κακού, διότι ζη εντόνως την αντίθεσιν μεταξύ των Εσχάτων και των εκάστοτε ιστορικών δεδομένων. Εξ επόψεως Ορθοδόξου, η φιλάνθρωπος διακονία, η βοήθεια προς τον εμπερίστατον αδελφόν, κατά το Κυριακόν «εφ᾿ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ. κε', 40), και η έμπρακτος αγάπη του Καλού Σαμαρείτου (βλ. Λουκ. ι', 30-37), συμφώνως και προς το Πατερικόν «Εκείνον μάλιστα ηγού είναι πλησίον, τον δεόμενον, και αυτεπάγγελτος επί την βοήθειαν βάδιζε» (Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης), αποτελούν προέκτασιν και έκφρασιν του ευχαριστιακού ήθους της Εκκλησίας, αποκάλυψιν ότι η αγάπη είναι η βιωματική πεμπτουσία της εν Χριστώ ζωής, εν τε τω παρόντι και εν τη Βασιλεία των Εσχάτων.

Εν τη συναφεία ταύτη κατανοείται και το γεγονός ότι η λειτουργική ζωή εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν δονείται από την βίωσιν της «κοινής σωτηρίας», της δωρεάς της «κοινής ελευθερίας» και της «κοινής βασιλείας», και από την προσδοκίαν της «κοινής αναστάσεως». Κυριαρχούν το «ημείς», η κοινότης της ζωής, η συμ-μετοχή και το συν-είναι, η αγιαστική ταύτισις της εν Χριστώ ελευθερίας με την θυσιαστικήν και δοξολογικήν αγάπην. Αυτό είναι και το συγκλονιστικόν μήνυμα της ολολάμπρου εικόνος της Αναστάσεως, της Καθόδου του Χριστού εις τον 'Αδην. Ο Κύριος της δόξης, κατελθών εν τοις κατωτάτοις της γης και συντρίψας τας πύλας του 'Αδου, αναδύεται νικηφόρος και ολόφωτος εκ του τάφου, όχι μόνος και φέρων το λάβαρον της νίκης, αλλά ομού μετά του Αδάμ και της Εύας, συνανιστών, συγκρατών και κρατύνων αυτούς και, εν τω προσώπω αυτών, άπαν το ανθρώπινον γένος και ολόκληρον την κτίσιν.

Το ευαγγέλιον της Αναστάσεως, της «κοινής των όλων πανηγύρεως», της καταργησάσης το κράτος του θανάτου πανσθενούς Αγάπης, ηχεί σήμερον εις ένα κόσμον σοβούσης κοινωνικής αδικίας, φαλκιδεύσεως του ανθρωπίνου προσώπου, εις μίαν οικουμένην - Γολγοθάν προσφύγων και μυριάδων αθώων παιδίων. Αναγγέλλει εκ βαθέων ότι, ενώπιον του Θεού, η ζωή των ανθρώπων έχει απόλυτον αξίαν. Διακηρύττει ότι τα παθήματα και τα δεινά, ο σταυρός και ο Γολγοθάς, δεν έχουν τον τελευταίον λόγον. Δεν είναι δυνατόν να θριαμβεύσουν οι σταυρωταί επί των τραγικών θυμάτων των. Εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, ο Σταυρός ευρίσκεται εις το κέντρον της ευσεβείας, δεν είναι όμως η εσχάτη πραγματικότης, αυτός που ορίζει και το τελικόν σημείον προσανατολισμού της εκκλησιαστικής ζωής. Το ουσιώδες νόημα του Σταυρού είναι ότι αποτελεί οδόν προς την Ανάστασιν, προς το πλήρωμα της πίστεως ημών. Επί της βάσεως αυτής, οι Ορθόδοξοι αναφωνούμεν: «Ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω». Είναι χαρακτηριστικόν, ότι εις την Ορθοδοξίαν, η Ακολουθία των Παθών δεν είναι καταθλιπτική, αλλά σταυροαναστάσιμος, αφού το Πάθος προσεγγίζεται και βιούται διά μέσου της Αναστάσεως, η οποία είναι «λύτρον λύπης». Διά το Ορθόδοξον αισθητήριον, η αμετάθετος σύνδεσις Σταυρού και Αναστάσεως είναι ασυβίβαστος με κάθε μορφής εσωτερικήν φυγήν εις μυστικισμούς ή εις ένα αυτάρεσκον ευσεβισμόν, οι οποίοι συνήθως είναι αδιάφοροι διά τα παθήματα και τας περιπετείας του ανθρώπου εν τη ιστορία.

Το κήρυγμα του Σταυρού και της Αναστάσεως ευρίσκεται, εις την εποχήν μας, επίσης αντιμέτωπον τόσον με την αλαζονικήν αυτοαποθέωσιν του συγχρόνου εκκοσμικευμένου, λογοκρατουμένου, πεπεισμένου διά την παντοδυναμίαν της επιστήμης, εαυτοκεντρικού και προσκεκολλημένου εις τα γεώδη και πρόσκαιρα ανθρώπου, του ανθρώπου χωρίς πόθον της αιωνιότητος, όσον και με την απώθησιν συνόλου της Ενσάρκου Θείας Οικονομίας και του «σκανδάλου» του Σταυρού, εν ονόματι της απολύτου υπερβατικότητος του Θεού και του αγεφυρώτου χάσματος ουρανού και γης.

Επί πάσι τούτοις, ημείς οι Ορθόδοξοι πιστοί, τιμιώτατοι αδελφοί και πεφιλημένα τέκνα εν Κυρίω, έμπλεοι της πείρας της λαμπροφόρου Αναστάσεως, λαβόντες φως εκ του ανεσπέρου φωτός, εν παντί ευχαριστούντες, τα άνω φρονούντες, έχοντες δε εντεύθεν ήδη τον αρραβώνα και τα ενέχυρα της εσχατολογικής πληρώσεως της Θείας Οικονομίας, αναβοώμεν, εν Εκκλησία, το «Χριστός Ανέστη!», δεόμενοι όπως ο παθών, ταφείς και αναστάς Κύριος καταυγάζη τας διανοίας, τας καρδίας και πάσαν την ζωήν ημών, κατευθύνη δε τα διαβήματα ημών προς παν έργον αγαθόν και ενισχύη τον λαόν Αυτού προς μαρτυρίαν του Ευαγγελίου της Αγάπης «έως εσχάτου της γης» (Πραξ. α', 8), εις δόξαν του «υπέρ παν όνομα» ονόματος Αυτού.

Φανάριον, 'Αγιον Πάσχα, βιή

† Ο Κωνσταντινουπόλεως διάπυρος προς Χριστόν Αναστάντα ευχέτης πάντων υμών

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2018

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης στην Ημερίδα «Η θάλασσα που μας ενώνει»

Η σημασία της ειρηνικής συνύπαρξης, της καταλλαγής και της συνεννόησης, της συνεργασίας και του αλληλοσεβασμού, η ανάπτυξη της οικολογικής συνείδησης και η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, καθώς και η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο, αποτέλεσαν κεντρικά σημεία της εισηγήσεως του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, στην Ημερίδα «Η θάλασσα που μας ενώνει», η οποία πραγματοποιήθηκε σήμερα, Σάββατο, 10 Μαρτίου, στο Ζωγράφειο Λύκειο Κωνσταντινούπολης.

«Η θάλασσα όντως ενώνει και οφείλει να ενώνη! Οι λαοί περί την θάλασσαν του Αιγαίου οφείλομεν να την βλέπωμεν ως ενωτικήν δύναμιν και να την προστατεύωμεν από την ανθρωπογενή μόλυνσιν, να διασώσωμεν τον θαλάσσιον πλούτον και την απαράμιλλον αιγαιοπελαγιτικήν ωραιότητα. Εις το Αιγαίον Πέλαγος των μεταναστών και των προσφύγων δοκιμάζονται όμως σήμερον αι ανθρωπιστικαί αρχαί του ευρωπαικού πολιτισμού, τα δικαιώματα του ανθρώπου, αλλά και η χριστιανική αγάπη προς τον πάσχοντα συνάνθρωπον», επισήμανε ο Οικουμενικός Πατριάρχης λέγοντας ότι η λύση, «είναι αδύνατον να δοθή επί τη βάσει πολιτικών υπολογισμών, βίας ή γραφειοκρατίας. Ιδιαίτερον ρόλον καλούνται και δύνανται να διαδραματίσουν αι θρησκείαι, καλλιεργούσαι και εφαρμόζουσαι πνεύμα ειρήνης και αλληλεγγύης, και ασκούσαι έμπρακτον βοήθειαν προς ανακούφισιν των ενδεών. Δι᾿ ημάς, η αδιαφορία διά τον πάσχοντα συνάνθρωπον είναι αδιαφορία διά τον Θεόν και τας εντολάς Του. Όπου υπάρχει αγάπη και αλληλεγγύη, δοξάζεται το όνομα του Θεού».

Στη συνέχεια, υπενθύμισε ότι η δημιουργία περιβαλλοντικής ευαισθησίας, η κινητοποίηση όλων των συναρμοδίων φορέων και η πρόσκληση προς τις θρησκείες να συνδράμουν προς την κατεύθυνση αυτή, βρίσκονται στον πυρήνα της Πατριαρχικής διακονίας του, μαζί με την προώθηση του πολιτισμού της αλληλεγγύης και του διαλόγου.

Το οικολογικό πρόβλημα

«Ο εικοστός αιών υπήρξεν ο πλέον βίαιος αιών της ιστορίας», σημείωσε ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, «όχι μόνον αναφορικώς προς την βίαν του ανθρώπου προς τον άνθρωπον, αλλά και εν σχέσει προς τας ωμότητας του ανθρώπου απέναντι εις την φύσιν, την πανίδα και την χλωρίδα, την ατμόσφαιραν, τον υδροφόρον ορίζοντα, τους ποταμούς, τας λίμνας και τας θαλάσσας. [...] Ιδιαιτέρως προκλητικόν παραμένει το γεγονός ότι μέγα τμήμα του ανθρωπίνου γένους ζη και σήμερον εν ενδεία. Φαίνεται ότι η γνώσις, η οποία παρήγαγε θαυμαστά αποτελέσματα, και η πρωτόγνωρος ευημερία δεν εθεράπευσαν την καρδίαν και τον νούν του ανθρώπου, αλλά, μάλλον, ετροφοδότησαν τον κυνισμόν του».

Υπογράμμισε ότι η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση όξυνε τα οικολογικά προβλήματα «και προοιωνίζεται, με την φετιχοποίησιν της οικονομικής προόδου και την υποταγήν της οικολογίας εις την οικονομίαν, νέα αδιέξοδα». Η αντιμετώπιση της οικολογικής και της οικονομικής κρίσεως, είπε ο Πατριάρχης, δεν αποτελεί υπόθεση αποκλειστικώς της επιστήμης και της τεχνολογίας, ούτε εξαρτάται μόνο από πολιτικές επιλογές.

«Είναι αναγκαία μία κοπερνίκεια στροφή εις την αξιολογίαν μας, μία ριζική αλλαγή νοοτροπίας, μετάνοια, πολυδιάστατος ευαισθητοποίησις και ευρυτέρα κινητοποίησις. Καθώς θεωρείται βέβαιον ότι αι ρίζαι της οικολογικής και της κοινωνικοοικονομικής κρίσεως είναι πνευματικαί, αι θρησκείαι, αι μεγάλαι ιστορικαί δυνάμεις του πνεύματος, καλούνται να διαδραματίσουν πρωτεύοντα ρόλον εις την αντιμετώπισιν αυτών των προκλήσεων, να συμβάλουν εις την υπέρβασιν του εγωκεντρισμού και του ευδαιμονισμού, οι οποίοι έχουν μετατρέψει την φύσιν εις αντικείμενον και μέσον ικανοποιήσεως αναγκών και δημιουργίας νέων αναγκών και νέων ικανοποιήσεων».

Ο ρόλος της Ορθοδοξίας

Αναφορικά με τον ρόλο της Ορθοδόξου Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο, σημείωσε, μεταξύ άλλων:

«Πεποίθησίς μας είναι ότι η πνευματική παράδοσις της Ορθοδοξίας δύναται να συμβάλη καθοριστικώς εις την αντιμετώπισιν αυτών των προβλημάτων. Η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η οικολογική και κοινοτική μορφή του Χριστιανισμού. Η πίστις και η θεία λατρεία, το ασκητικόν ήθος και η ευχαριστιακή ταυτότης της Ορθοδοξίας οδηγούν εις σεβασμόν της δημιουργίας, εις απλότητα βιοτής και εις φιλάνθρωπον διακονίαν του πλησίον. [...] Η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος απειλεί σύμπασαν την ανθρωπότητα και αμεσώτερα εγγίζει τους πτωχούς της γης».

O Οικουμενικός Πατριάρχης αναφέρθηκε στην Κοινή Δήλωση που συνυπέγραψε με τον Πάπα Φραγκίσκο, την 1 Σεπτεμβρίου 2017, με την ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας Προσευχών για την προστασία της Δημιουργίας, που για την καθιέρωσή της πρωτοστάτησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στη συνέχεια της ομιλίας του, έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις σχετικές αποφάσεις που έλαβε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Κρήτη, τον Ιούνιο του 2016.

«Η πορεία προς το οικολογικόν και κοινωνικόν μέλλον της ανθρωπότητος, μόνον κοινωνική και οικολογική δύναται να είναι. Κάθε επιλογή εις τον χώρον της οικονομίας, κάθε πρόοδος της επιστήμης, κάθε πολιτικόν και κοινωνικόν κίνημα, κρίνεται με βάσιν την συμβολήν του εις την προστασίαν του ανθρωπίνου προσώπου του και του «οίκου» του, του φυσικού περιβάλλοντος», είπε και σε άλλο σημείο της ομιλία του τόνισε: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία ποτέ δεν συνεβιβάσθη με την αδικίαν, με όλας εκείνας τας αντιπερσοναλιστικάς δυνάμεις, αι οποίαι υποσκάπτουν την κοινωνικήν συνοχήν και την κοινωνικήν δικαιοσύνην. Ο βιωμένος κοινοτισμός εν τη κοινωνία της Εκκλησίας, αποτελεί απτήν πρόκλησιν διά τον σύγχρονον ατομοκεντρισμόν και την κοινωνικήν αναλγησίαν. Η Ορθοδοξία καλείται σήμερον να λειτουργήση η ιδία, ευρύτερον, ως θετική πρόκλησις και εναλλακτική πρότασις ελευθερίας διά τον άνθρωπον, εις όλας τας διαστάσεις της ζωής. Απευθυνόμενοι εις μέλη της εκπαιδευτικής κοινότητος, επιθυμούμεν να υπενθυμίσωμεν ότι η ορθόδοξος παιδεία του προσώπου ενσταλάσσει εις τας ψυχάς των παίδων και των νέων οικολογικήν και κοινωνικήν ευαισθησίαν, ευθύνην, μέριμναν και στοργήν διά τον συνάνθρωπον και διά το φυσικόν περιβάλλον. Η καταστροφή της φύσεως και η εκμετάλλευσις του πλησίον αρχίζουν μέσα εις τον νούν του ανθρώπου και από εκεί οφείλει να ξεκινά και η θεραπεία».

Η σημασία του μαθήματος των θρησκευτικών

Στην εισήγησή του δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στη σημασία του μαθήματος των θρησκευτικών στην κατεύθυνση της ευαισθητοποίησης των νέων για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και της σύνολης Δημιουργίας.

«Ακριβώς, ως θεολογικόν μάθημα, το μάθημα των Θρησκευτικών είναι κατ᾿ εξοχήν μάθημα οικολογικής και κοινωνικής ευαισθητοποιήσεως, διδασκαλία του προσωποκεντρικού, του κοινοτικού και οικοφιλικού πολιτισμού της Ορθοδοξίας. Σας καλούμε να στηρίζετε την διαρκώς μεταρρυθμιζομένην σχολικήν θρησκευτικήν αγωγήν και να αναδεικνύετε τας σημαντικωτάτας παιδευτικάς λειτουργίας της. Ως ελέχθη, η Παιδεία είναι «η θάλασσα του πνεύματος, που μας ενώνει». Μας ενώνει ως παιδεία εν Χριστώ και κατά Χριστόν, ως παιδεία ελευθερίας, ως παιδεία ειρήνης και αλληλεγγύης, ως παιδεία κοινωνικής και οικολογικής συνευθύνης».

«Καλούμεθα να μεταμορφώσωμεν τον κόσμον, όχι να τον απορρίψωμεν»

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης σημείωσε ότι, στο σημερινό κόσμο, είμαστε υποχρεωμένοι να ζήσουμε την πίστη μας στην εποχή μας, να είμαστε χριστιανοί και σύγχρονοι άνθρωποι.

«Η έντασις μεταξύ χριστιανικής ταυτότητος και συγχρόνου βιοτής είναι αναπόφευκτος, δύναται όμως να λειτουργήση δημιουργικώς. Η απόρριψις του συγχρόνου πολιτισμού εις το συνολόν του δεν ανταποκρίνεται εις το πνεύμα της γνησίας χριστιανικής παραδόσεως. Καλούμεθα να μεταμορφώσωμεν τον κόσμον, όχι να τον απορρίψωμεν. Προφανώς, η μαρτυρία εν τω κόσμω δεν συνεπάγεται εκκοσμίκευσιν της Εκκλησίας».

Καταλήγοντας, τόνισε ότι όλα όσα εκείνος πράττει, «αι οικολογικαί και ειρηνευτικαί πρωτοβουλίαι, οι διάλογοι, ο αγών διά τον πολιτισμόν της αλληλεγγύης και η καλή μαρτυρία εν τω συγχρόνω κόσμω, εκφράζουν το πνεύμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της Μητρός Εκκλησίας, την στοργήν αυτής διά τον άνθρωπον, και την μέριμναν διά την απειλουμένην και στενάζουσαν σήμερον δημιουργίαν».

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης συνεχάρη όλα τα μέλη της Οργανωτικής Επιτροπής της Ημερίδας, τον κ.Ιωάννη Δεμιρτζόγλου, Άρχοντα Μ.Ρεφερενδάριο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και Διευθυντή του Ζωγρφείου Λυκείου για την φιλοξενία, τους ομιλητές και τους συμμετέχοντες, προτρέποντάς τους να συνεχίσουν αναλαμβάνοντας παρόμοιες πρωτοβουλίες και να επισκέπτονται το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Πόλη.

Να σημειωθεί ότι η Ημερίδα, που τελούσε υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριάρχη, συνδιοργανώθηκε από την Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας, τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δυτικής Θεσσαλονίκης, το Γραφείο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δυτικής Θεσσαλονίκης, το Γραφείο Σχολικών Δραστηριοτήτων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν.Δράμας, τα Κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης πολλών περιοχών της βορείου Ελλάδος, το Ζωγράφειο Λύκειο Κωνσταντινούπολης, δημόσια και ιδιωτικά ελληνικά σχολεία και άλλους φορείς.

Φωτογραφίες: Νίκος Μαγγίνας | Οικουμενικό Πατριαρχείο

Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017

«Η αληθινή ειρήνη δεν επιτυγχάνεται με την δύναμιν των όπλων, αλλά μόνον δια μέσου της αγάπης»

Η σημασία του διαλόγου των θρησκειών για την επικράτηση της ειρήνης και της καταλλαγής μεταξύ διαφορετικών λαών και πολιτισμών βρέθηκε στο επίκεντρο της ομιλίας που πραγματοποίησε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος κατά την έναρξη της 10ης διεθνούς Συναντήσεως του «World Policy Conference», η οποία ξεκίνησε τις εργασίες της σήμερα το πρωί στο Μαρακές του Μαρόκου.

«Δυστυχώς η θρησκεία μετετράπη καθ΄όλη την διάρκεια του εικοστού αιώνα σε όργανο επιβολής εξουσίας, καταφέρνοντας να εκτρέψει ακόμα και αυτή τη φύση του θρησκευτικού λειτουργήματος: το να είναι δηλαδή παράγοντας ειρήνης, συμφιλιώσεως και διαλόγου», σημείωσε, μεταξύ άλλων, ο Οικουμενικός Πατριάρχης και πρόσθεσε: «Για να καταλάβουμε αυτό που συμβαίνει σήμερα στον κόσμο, πρέπει να αναλογιστούμε τον ρόλο της θρησκείας μέσα στην ανθρωπότητα. Αυτό που κάποιοι ονομάζουν “επιστροφή στην θρησκεία” ή “επιστροφή στον Θεό” μέσα σε μια κοινωνία “μετά-κοσμική” δεν είναι παρά η ενεργοποίηση μιας ουσιαστικής διάστασης της ανθρωπότητας που, αν και είναι πολύ στενά συνδεδεμένη με την ταυτότητα, δεν αποτελεί τόσο σημείο ταύτισης, όσο σημείο διάστασης μεταφυσικής και πνευματικής. Εξάλλου, η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που έγινε τον Ιούνιο του 2016, μας υπενθύμισε τη σημασία του διαθρησκειακού διαλόγου: Ο ειλικρινής διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει στην ανάπτυξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης, στην προώθηση της ειρήνης και της καταλλαγής. Η Εκκλησία αγωνίζεται για να καταστήσει αισθητή την “άνωθεν ειρήνην” επί της γης. Η αληθινή ειρήνη δεν επιτυγχάνεται με την δύναμιν των όπλων, αλλά μόνον δια μέσου της αγάπης, ήτις “ου ζητεί τα εαυτής”. Ανάμεσα στους μεγάλους θρησκευτικούς θεσμούς, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως κατέχει, εκ της ιστορίας του, μία θέση ιδιαίτερη. Παρά το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια δύο χιλιετιών αντιμετώπισε βαθιές ανατροπές και ρήξεις, οι οποίες υπήρξαν συχνά τραυματικές, το Πατριαρχείο μας παρέμεινε πάντοτε ενεργό, απόδειξη του ότι μπορεί να επιζήσει και να αποτελέσει φορέα πολιτισμού στο πέρασμα των αιώνων. Από την ύπαρξή της και μόνον, η Ορθόδοξη Εκκλησία συμβάλλει στο να δώσει νόημα και ελπίδα σε ένα κόσμο που αγωνιά, που αναζητεί σήμερα τον δρόμο του».

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι ο μόνος θρησκευτικός ηγέτης που προσκλήθηκε και εφέτος να μιλήσει στην έναρξη του «World Policy Conference». Προηγουμένως τους συμμετέχοντες υποδέχθηκε ο Πρόεδρος του Ιδρύματος IFRI (Institut Franҫais des Relations Internationales), που έχει την ευθύνη διοργάνωσης του εν λόγω Διεθνούς Συνεδρίου, κ. Thierry de Montbrial και αναγνώσθηκαν χαιρετισμοί του Βασιλιά του Μαρόκο Μοχάμεντ Στ’ και του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας κ. Εμμανουέλ Μακρόν.

Στο Διεθνές Συνέδριο, οι εργασίες του οποίου θα ολοκληρωθούν την Κυριακή, 5 Νοεμβρίου, συμμετέχουν σημαντικές προσωπικότητες από τον πολιτικό, ακαδημαϊκό και επιχειρηματικό κόσμο.

Τον Οικουμενικό Πατριάρχη, στην πρώτη επίσκεψή του στο Μαρόκο, συνοδεύουν ο Μητροπολίτης Γαλλίας Εμμανουήλ και ο κ.Παντελεήμων Βίγκας, Άρχων Μ. Χαρτοφύλαξ της Μ.τ.Χ.Ε.
Παρακολουθήστε την ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη κατά την έναρξη των εργασιών της 10ης Συνάντησης του «World Policy Conference» στο κανάλι του Συνεδρίου στο YouTube: https://www.youtube.com/watch?v=niIHY09clNk&list=PLvIxQGYLpiOiHAqOPYCFGWTgofozfzwBq

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2017

Εγκαίνια έκθεσης του φωτογράφου του Πατριαρχείου Νικολάου Μαγγίνα (26 Σεπτεμβρίου 2017)



Την Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2017 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στις 5.30 μ.μ. θα βρίσκεται στη Ρωμαϊκή Αγορά για τα εγκαίνια έκθεσης του φωτογράφου του Πατριαρχείου Νικολάου Μαγγίνα.

Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017

Σεπτὸν Πατριαρχικὸν Μήνυμα ἐπί τῇ ἡμέρᾳ προσευχῆς ὑπὲρ τῆς Προστασίας τοῦ Φυσικοῦ Περιβάλλοντος (01/09/2017).


Ἀριθμ. Πρωτ. 702

† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ 
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ 
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ ΚΥΡΙΟΥ 
ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
---

Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Χάριτι Θεοῦ εἰσερχόμεθα σήμερον εἰς τὸ νέον ἐκκλησιαστικὸν ἔτος, συνεχίζοντες «διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς»{1} συμμαρτυρεῖν καὶ λόγον διδόναι «περὶ τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος»{2}, ζῶντες ἐν Ἐκκλησίᾳ, ἐν Χριστῷ καὶ κατὰ Χριστόν, ὁ Ὁποῖος ἐπηγγείλατο νὰ εἶναι μαζί μας «πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»{3}.

Παρῆλθον εἰκοσιοκτὼ ἔτη ἀπὸ τήν, συνοδικῇ ἀποφάσει, καθιέρωσιν ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τῆς ἑορτῆς τῆς Ἰνδίκτου ὡς «Ἡμέρας προστασίας τοῦ περιβάλλοντος», κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῷ Ἱερῷ Κέντρῳ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀναπέμπονται εὐχαὶ καὶ ἱκεσίαι «ὑπὲρ τῆς ὅλης δημιουργίας». Ἡ σχετικὴ πατριαρχικὴ ἐγκύκλιος ἐκάλεσε σύμπαντα τὸν ὀρθόδοξον καὶ τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον, ὅπως ἀναπέμπῃ κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτὴν εὐχαριστηρίους δεήσεις πρὸς τὸν Κτίστην τῶν ὅλων διὰ τὸ «μέγα δῶρον τῆς Δημιουργίας»{4} καὶ ἱκεσίας διὰ τὴν προστασίαν αὐτῆς.

Ἐκφράζομεν τὴν χαρὰν καὶ τὴν ἱκανοποίησιν τῆς ἡμετέρας Μετριότητος διὰ τὴν ἀπήχησιν καὶ τὴν πλουσίαν καρποφορίαν τῆς ἐν λόγῳ πρωτοβουλίας τῆς Κωνσταντινουπολίτιδος Ἐκκλησίας. Ἀνεδείξαμεν τὰς πνευματικὰς ρίζας τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως καὶ τὴν ἀνάγκην μετα-νοίας καὶ ἐπανιεραρχήσεως τῶν ἀξιῶν τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου. Ἐβεβαιώθη, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις καὶ ἡ καταστροφὴ τῆς κτίσεως ἀποτελοῦν διαστρέβλωσιν καὶ κακὴν ἀλλοίωσιν τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους καὶ ὄχι ἀναγκαίαν συνέπειαν τῆς βιβλικῆς ἐντολῆς «αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε...»{5}, ὅτι ἡ ἀντιοικολογικὴ συμπεριφορὰ εἶναι προσβολὴ τοῦ Δημιουργοῦ καὶ ἀθέτησις τῶν ἐντολῶν Του, καὶ ὅτι λειτουργεῖ κατὰ τοῦ ἀληθοῦς προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ βιώσιμος ἀνάπτυξις εἰς βάρος τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν καὶ τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος. 

Ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία προέβαλε καὶ προβάλλει τὸ οἰκοφιλικὸν δυναμικὸν τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως, ἀναδεικνύουσα τὴν εὐχαριστιακὴν χρῆσιν τῆς κτίσεως, τὴν λειτουργίαν τοῦ πιστοῦ ὡς «ἱερέως» τῆς Δημιουργίας, ὁ ὁποῖος ἀδιαλείπτως ἀναφέρει αὐτὴν εἰς τὸν Κτίστην τῶν ἁπάντων, καὶ τὴν ἀνυπέρβλητον ἀξίαν τοῦ ἀσκητικοῦ πνεύματος, ὡς ἀντιδότου κατὰ τοῦ συγχρόνου εὐδαιμονισμοῦ. Ὄντως, ὁ σεβασμὸς τῆς δημιουργίας ἀνήκει εἰς τὸν πυρῆνα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως.

Προκαλεῖ ἰδιαιτέραν ἀνησυχίαν τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐνῶ εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ οἰκολογικὴ κρίσις συνεχῶς ἐπιτείνεται, ἡ ἀνθρωπότης, ἐν ὀνόματι τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως καὶ τῶν τεχνολογικῶν ἐφαρμογῶν, κωφεύει εἰς τὰς πανταχόθεν ἐκκλήσεις πρὸς ριζικὴν ἀλλαγὴν συμπεριφορᾶς ἀπέναντι εἰς τὴν κτίσιν. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ προϊοῦσα ἀλλοίωσις τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος ἀποτελεῖ συνέπειαν ἑνὸς συγκεκριμένου προτύπου οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως, τὸ ὁποῖον ἀδιαφορεῖ διὰ τὰς ἀντιοικολογικὰς ἐπιπτώσεις του. Τὰ βραχυπρόθεσμα ὀφέλη ἀπὸ τὴν ἄνοδον τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου εἰς ὡρισμένας περιοχὰς τῆς ὑφηλίου, ἁπλῶς ἐπικαλύπτουν τὴν ἀλογίαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ συλήσεως τῆς δημιουργίας. Ἡ οἰκονομικὴ δραστηριότης, ἡ ὁποία δὲν σέβεται τὸν οἶκον τῆς ζωῆς, εἶναι οἰκο-ανομία καὶ ὄχι οἰκο-νομία. Ὁ ἄκρατος οἰκονομισμὸς τῆς παγκοσμιοποιήσεως συμπορεύεται σήμερον μὲ τὴν ἁλματώδη ἀνάπτυξιν τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνολογίας, ἡ ὁποία, παρὰ τὰ πολλὰ εὐεργετήματά της, συνοδεύεται ἀπὸ ἔπαρσιν ἔναντι τῆς φύσεως καὶ ὁδηγεῖ εἰς ποικιλομόρφους ἐκμεταλλεύσεις αὐτῆς. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος γνωρίζει, ἀλλὰ δρᾷ ὡς νὰ μὴ ἐγνώριζε. Γνωρίζει ὅτι ἡ φύσις δὲν αὐτοανακαινίζεται εἰς τὸ διηνεκές, ἀδιαφορεῖ ὅμως διὰ τὰς ἀρνητικὰς συνεπείας τοῦ «τεχνοπωλίου» διὰ τὸ περιβάλλον. Αὐτὸ τὸ ὄντως ἐκρηκτικὸν μῖγμα τοῦ ἀκράτου οἰκονομισμοῦ καὶ τοῦ ἐπιστημονισμοῦ, ἤτοι τῆς ἀπεριορίστου ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν δύναμιν τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνολογίας, ἐπιτείνει τοὺς κινδύνους διὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς δημιουργίας καὶ διὰ τὸν ἄνθρωπον.

Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, σοφῶς καὶ σαφῶς κατωνόμασε τοὺς κινδύνους τῆς «ἰδιονομίας τῆς οἰκονομίας», τῆς αὐτονομήσεως αὐτῆς ἀπὸ τὰς ζωτικὰς ἀνάγκας τοῦ ἀνθρώπου, αἱ ὁποῖαι ὑπηρετοῦνται μόνον ἐντὸς βιωσίμου φυσικοῦ περιβάλλοντος, καὶ προέτεινε μίαν οἰκονομίαν «τεθεμελιωμένην εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Εὐαγγελίου»{6} καὶ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ συγχρόνου οἰκολογικοῦ προβλήματος «ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως»{7}. Ἡ παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας ἀπαιτεῖ, ἐνώπιον τῶν συγχρόνων ἀπειλῶν, «ριζικὴν ἀλλαγὴν νοοτροπίας καὶ συμπεριφορᾶς» ἀπέναντι εἰς τὴν κτίσιν, πνεῦμα ἀσκητισμοῦ, «ὀλιγαρκείας καὶ ἐγκρατείας»{8}, ἔναντι τῆς «ἀπληστίας»{9}, τῆς «θεοποιήσεως τῶν ἀναγκῶν καὶ τῆς κτητικῆς στάσεως»{10}. Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος ἀνεφέρθη μετ᾿ ἐμφάσεως καὶ εἰς τὰς «κοινωνικὰς διαστάσεις καὶ τὰς τραγικὰς ἐπιπτώσεις τῆς καταστροφῆς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος»{11}.

Ἀκολουθοῦντες τὰς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου ταύτης, ὑπογραμμίζομεν, εἰς τὴν παροῦσαν ἐγκύκλιόν μας, τὴν στενὴν συνάφειαν τῶν περιβαλλοντικῶν καὶ τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων καὶ τὴν κοινὴν ρίζαν αὐτῶν ἐν τῇ χωρὶς Θεὸν «ἄφρονι καρδίᾳ», ἐν τῇ πτώσει καὶ ἁμαρτίᾳ, ἐν τῇ κακῇ χρήσει τῆς θεοσδότου ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου. Τῆς καταστροφῆς τῆς φύσεως καὶ τῆς κοινωνίας προηγεῖται πάντοτε μία ἐσωτερικὴ «ἀνατροπὴ τῶν ἀξιῶν», μία πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ καταστροφή. Ὅταν τὸ ἔχειν κυριεύσῃ τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν μας, τότε ἡ στάσις μας τόσον ἔναντι τοῦ συνανθρώπου, ὅσον καὶ πρὸς τὴν κτίσιν, εἶναι ἀναποφεύκτως κτητικὴ καὶ ἀνοίκειος. Τὸ «σαπρὸν δένδρον» ποιεῖ, κατὰ τὸ Βιβλικόν, πάντοτε «καρποὺς πονηρούς»{12}.

Τονίζομεν, ἀντιστοίχως, ὅτι καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν κτίσιν καὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπον ἔχουν τὴν αὐτὴν πνευματικὴν πηγὴν καὶ ἀφετηρίαν, τὴν ἐν Χριστῷ δηλαδὴ ἀνακαίνισιν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν κεχαριτωμένην ἐλευθερίαν του. Ὡς ἡ καταστροφὴ τοῦ περιβάλλοντος καὶ ἡ κοινωνικὴ ἀδικία συμπορεύονται, ἔτσι καὶ ἡ οἰκοφιλικὴ συμπεριφορὰ καὶ ἡ κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη εἶναι ἀδιαίρετοι.

Εἶναι αὐτονόητον, ὅτι διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς συγχρόνου πολυδιαστάτου κρίσεως τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ πολιτισμού του καὶ τοῦ οἴκου του, ἀπαιτεῖται πολύπλευρος κινητοποίησις καὶ κοινὴ προσπάθεια. Ὅπως ὅλα τὰ μεγάλα προβλήματα, οὕτω καὶ αἱ σοβοῦσαι ἀλληλοπεριχωρούμεναι κρίσεις τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καὶ τῆς κοινωνίας, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντιμετωπισθοῦν χωρὶς τὴν διαχριστιανικὴν καὶ διαθρησκειακὴν συνεργασίαν. Ὁ διάλογος εἶναι ἐδῶ πρόσφορος χῶρος διὰ νὰ ἀναδειχθοῦν αἱ ὑπάρχουσαι οἰκοφιλικαὶ καὶ κοινωνικαὶ παραδόσεις, διὰ οἰκολογικὴν καὶ κοινωνικὴν εὐαισθητοποίησιν, καθὼς καὶ διὰ ἐποικοδομητικὴν κριτικὴν τῆς ἀποκλειστικῶς τεχνολογικῆς καὶ οἰκονομικῆς προόδου καὶ τῶν ἀτομοκεντρικῶν καὶ κοινωνιοκρατικῶν προτύπων, εἰς βάρος τῆς κτίσεως καὶ τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ προσώπου.

Κατακλείοντες, ὑπογραμμίζομεν καὶ πάλιν τὸ ἀδιαίρετον τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν δημιουργίαν καὶ πρὸς τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον, καλοῦμεν πάντας τοὺς ἀνθρώπους καλῆς θελήσεως εἰς τὸν καλὸν ἀγῶνα διὰ τὴν προστασίαν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καὶ τὴν ἑδραίωσιν τῆς ἀλληλεγγύης, καὶ δεόμεθα πρὸς τὸν ἀγαθοδότην Κύριον, πρεσβείαις τῆς Παναγίας τῆς Παμμακαρίστου, νὰ χαρίζῃ εἰς τὰ τέκνα αὐτοῦ «καῦσιν καρδίας ὑπὲρ πάσης τῆς κτίσεως»{13} καὶ «παροξυσμὸν ἀγάπης καὶ καλῶν ἔργων»{14}.

,βιζ’ Σεπτεμβρίου α’
Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

Κυριακή 27 Αυγούστου 2017

Κτήριο στο κέντρο της Βουδαπέστης παραχωρεί η κυβέρνηση της Ουγγαρίας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο

(Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Ορέστης Παναγιώτου)

Τετραήμερη επίσημη επίσκεψη στην Ουγγαρία πραγματοποιεί από την Παρασκευή 18 Αυγούστου, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, μετά από πρόσκληση των Αρχών της χώρας. Ο προκαθήμενος της Ορθοδοξίας θα παραστεί στην τελετή παράδοσης στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ενός κτηριακού συγκροτήματος στο κέντρο της Βουδαπέστης, το οποίο προορίζεται για τις ανάγκες της Εξαρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ουγγαρία.

Εκεί θα στεγαστεί η έδρα της Εξαρχίας, η Πατριαρχική Ακαδημία, το ελληνικό σχολείο αλλά και το Μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης, ενώ θα λειτουργήσει και ξενώνας φιλοξενίας.

Επιθυμία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της οικείας Μητρόπολης είναι η νέα έδρα της Εξαρχίας να αποτελέσει χώρο της ανάπτυξης του διαλόγου και πολιτιστικό κέντρο συνάντησης όλων των ανθρώπων.

Η παραχώρηση του κτηρίου απορρέει από την εφαρμογή του Συμφώνο Συνεργασίας, το οποίο υπογράφηκε πριν από τρία χρόνια μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της ουγγρικής κυβέρνησης. Με βάση αυτό ρυθμίζονται οι σχέσεις της Εξαρχίας Ουγγαρίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου με το κράτος.

Στο Σύμφωνο Συνεργασίας επισημαίνεται μεταξύ άλλων ο σημαντικός ρόλος, τον οποίο η Ορθόδοξη Εκκλησία διαδραμάτισε στην ιστορία της Ουγγαρίας. «Ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος έφεραν εδώ την ανατολική χριστιανοσύνη, η οποία εξακολουθεί ν;α είναι παρούσα ως ζωντανή εκκλησιαστική κοινότητα», σημειώνεται χαρακτηριστικά.

Πηγή: pontosnews