ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ - Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ

Βασιλεύουσα, Νέα Ρώμη, Βυζάντιο, Επτάλοφος… Πόσες λέξεις – πόσα προσωνύμια κρύβονται μέσα στην έννοια της Πόλης! Της Κωνσταντινούπολης.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγάλη Εβδομάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγάλη Εβδομάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

Εισαγωγή στα Πάθη τα Σεπτα: Μεγάλη Τρίτη

Από τον καθηγητή Αριστείδη Πανώτη

Τις εσπερινές ώρες της Μ. Δευτέρας τελείται ο Όρθρος της Μεγάλης Τρίτης κατά τη χθεσινή τάξη. Μετά τον Εξάψαλμο και το μέγα Αλληλουάριο,ψάλλεται το τροπάριο του Νυμφίου για να εισαχθούν και πάλι οι φιλακόλουθοι στο κατανυκτικό κλίμα των ημερών αυτών. Ακολουθούν τρίαΚαθίσματα που μας καλούν: α) Να δείξουμε στο Νυμφίο την αγάπη μας όπως την εκδήλωσαν οι φρόνιμες παρθένες της παραβολής. β) Επισημαίνονται ως ελατήριο της εχθρότητας της Εβραϊκής ηγεσίας, ο φθόνος και ο ζηλωτισμός και η προδοσία του Ιούδα που προκλήθηκε από ψύχωση για χρήμα και δόξα για να βιάσει το στήσιμο «εγκόσμιας Βασιλείας» του Ιησού και επωφεληθεί ως μαθητής του. γ) Όταν διαψεύθηκε αυτή η «ελπίδα» του Ιούδα τότε η απελπισία τον οδήγησε στην αμετανοησία και «απελθών απήγξατο» με το φρικτό θάνατο του απαγχονισμού (Ματθ. κζ΄ 5). 

Το ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι πάλι εκ του Ματθαίου (κβ΄15-κγ΄39) και σ΄αυτό εμφανίζεται η ηγέτιδα τάξη των Φαρισαίων και Σαδουκαίων, ενωμένες στο μίσος τους κατά του «ταραχοποιού» που αμφισβητούσε την επιρροή τους στον εβραϊκό όχλο, επιχειρούν με απεσταλμένους τους να παγιδεύσουν το Ναζωραίο Ραββί με ερωτήματα για να στήσουν κατηγορίες εναντίον του. Το πρώτο ερώτημα αφορούσε τη καταβολή του «κήνσου», που ήταν ο δασμός του φόρου (τέλους-taxis),που κατέβαλαν όλοι οι υπήκοοι του Ρωμαϊκού κράτους «κατά κεφαλή» και για τη «προμήθεια προϊόντος». Οι εβραίοι της Παλαιστίνης και της Διασποράς όφειλαν να καταβάλουν κατ' έτος τον ίδιο φόρο για τη συντήρηση του Ναού των Ιεροσολύμων. Δηλαδή αυτό ήταν ένα ερώτημα διακριβώσεως της νομιμοφροσύνης σε πολιτικό θέσπισμα της Ρώμης και της υπακοής στα νομικά θέσμια του λαού του Θεού (Ρωμ ιγ΄ 7) . Ο καταβαλλόμενος φόρος λεγόταν «κήνσος» και είχε τη μορφή νομίσματος που στη μία πλευρά του είχε τη μορφή του Καίσαρα και στην άλλη επιγραφή. Ο Ιησούς διαχωρίζοντας τον θεσμικό ρόλο εκάστης εξουσίας λέγει: «Δώσατε αυτά που ανήκουν στο κράτος (Καίσαρα) και στον Ναό εκείνα που ανήκουν στο Θεό». Το δεύτερο ερώτημα που τίθεται αφορά το δίκαιο της τεκνοποιήσεως μέσα στο γάμο και της παρατάσεως της συζυγικής σχέσεως στη μετά θάνατον ζωή. Ο Ιησούς διευκρινίζει ο δεσμός υφίσταται μόνον για την διαιώνιση του ανθρώπινου γένους και δεν χρειάζεται στο χώρο της αιωνιότητας κάτι που αποστόμωσε τούς Σαδδουκαίους και ικανοποίησε τους Φιρισαίους. Τότε παρεμβαίνει ενας νομικός για να τον πειράξει και τον ερωτά ποιά είναι η σπουδαιότερη εντολή του Νόμου του Θεού; Και πέρνει την απάντηση: «Να αγαπήσεις Κύριο το Θεό σου ολοκληρωτικά».

Διαπιστώνει ποιοί ήταν οι υποκινητές των ερωτημάτων και τους παραλαμβάνει με εκείνα «Ουαί», τα οποία αποτελούν επιτιμητική δημηγορία που συνοψίζεται στους ακόλουθους ελεγκτικούς ταλανισμούς: 1. Αλλοίμονό Σας γιατί άλλα διδάσκετε και άλλα εφαρμόζετε στη ζωή σας. 2. Βάζετε στους ανθρώπους δυσβάστακτα φορτία δεσμεύσεων και τύπων ενώ εσεις επιδιώκετε μόνον εκείνα που σας ωφελούν στο «θεαθήναι τοις ανθρώποις». 3. Επιδιώκετε παντού την πρωτοκαθεδρία από κουφότητα για να εντυπωσιάζετε τους αφελείς και για να ξεγελάσετε τους απλοϊκούς και τους άκληρους με σκοπό να υφαρπάξετε τις περιουσίες τους. 4. Μεταδίδετε μεταλλαγμένα τα ηθικά παραγγέλματα των διατάξεων του Νόμου του Θεού από κερδομανία και δωροληψία εμφανιζόμενοι σαν φρεσκοχρισμένοι τάφοι χρυσοστόλιστοι, ενώ μέσα σας διατηρείτε τη δυσωδία των παθών και τη γυμνότητα των αισθημάτων προς τους αδύναμους πλησίον σας. 5. Αγρεύετε οπαδούς μετερχόμενοι κάθε τόπο για να στηρίξετε τις φιλοδοξίες σας και χωρίς διάκριση και ταπείνωση αποφεύγετε να πληρώνετε τη δεκάτη των εισοδημάτων σας για ιερούς σκοπούς. 6. Στο τέλος η κατηγορηματική δημηγορία συγκλονίζει με την προφητεία της εξαφανίσεως της πόλεως και του περίλαμπρου Ναού της Ιερουσαλήμ, Αυτό γιατί ενώ ο Θεός με τους κατά καιρούς απεσταλμένους Του θέλησε να επισυναγάγει υπό τις πτερυγές Του τον λαό Του, κανείς δεν έδειξε μετάνοια για να ανακτήσει τη σωτηρία του.

Ακολουθεί ο Ν΄ ψαλμός «της Μετανοίας» και μικρά συναπτή, η πρώτη στροφή του Κοντακίου και ο Οίκος, δηλαδή η περίληψη του τιμώμενου γεγονότος της ημέρας, κλείνει με ανάγνωση του υπομνήματος Μηνολόγιου αφιερωμένου την Μ. Τρίτη στην ανάμνηση της παραβολής των Δέκα Παρθένων (Ματθ. κε΄. 1-13). Η Ακολουθία συνεχίζεται με τον «ειρμό» της Η’ ωδής του Κοντακίου, ποιητική έμπνευση πάλι του Κοσμά που εξυπνεί το σθένος των Τριών Παίδων να μην υποκύψουν στις απειλές του τυράννου και επτά φορές να ριφθούν μέσα στην κάμινο του πυρός ψάλλοντες δοξολογία στον αληθινό Θεό. Τα τροπάρια του ακολουθούν αντλούν νόημα από τον εορτασμό της μνήμης των Δέκα Παρθένων και συμβουλεύουν αποφυγή της αμέλειας και της οκνηρίας για τον πνευματικό μας καταρτισμό ώστε να αποκτηθούν άφθονο το έλαιο για άσκηση αθλημάτων που θα επιβραβευθούν. Ο «ειρμός» του Κανόνα της Θ΄ Ωδής είναι εξύμνηση της Παρθένου Μαρίας για το μυστήριο της σαρκώσεως του Λόγου που την κατέστησε Πλατυτέρα των Ουρανών. Τα τροπάρια που ακολουθούν αναφέρονται στην ετοιμότητα που δίδαξε ο Κύριος στους κατά καιρούς μαθητές του για έχουν καλή απολογία και να μπορούν να ελπίζουν στο θείο έλεος. Μετά τη μικρά συναπτή επαναλαμβάνεται το κατανυκτικόΕξαποστειλάριο: «Τον νυμφώνα Σου βλέπω Σωτήρ μου, κεκοσμημένον » και αρχίζουν οι Αίνοι με τα ιδιόμελα τροπάρια που στοιχολογούνται από ψαλμους και επικεντρώνονται και πάλι στη αφύπνιση από το φως της λυχνίας των αρετών κάθε μη φέροντα ένδυμα γάμου για να προϋπαντήσει τον Αναμάρτητο Χριστό, όταν κληθεί στο δείπνο της Βασιλείας Του. Στο τέλος εξαίρεται το τάλαντο της ευποιΐας που βοηθά τους αναξιοπαθούντες Και ο Όρθροςτης Μ. Τρίτης είναι μεστός από πολύτιμες συμβουλές για να εξαγνιστεί η ψυχή των εκκλησιαζόμενων. 

Το επόμενο πρωΐ διεξάγεται η ανάγνωση των τέσσερων ψαλμικών ενοτήτων της Τριθέκτης Ώρας, με τροπάρια εκ του ψαλλέντος Όρθρου της Μ. Τρίτης και ως ανάγνωσμα διαβάζεται το υπόλοιπο της οράσεως του προφήτη Ιεζεκιήλ, που περιγράφει την Ουράνια Τάξη με την όραση των αγγελικών όντων τα οποία σεβίζουν με τα εξαπτέρυγά τους τον λάμποντα σαν χρυσάφι ζαφειρένιο θρόνο του Θεού. (Α΄. 21-28)

Κατά τον Εσπερινό ακούγονται στιχηρά από τον χθεσινό Όρθρο και μετά το Φώς Ιλαρόν ακολουθούν τα τρία αναγνώσματα. Το πρώτο είναι εκ της Εξόδου ( Β΄, 5-10) και αναφέρεται στο γεγονός που βάζει ο Θεός τον άνθρωπο στον κήπο της Εδέμ. Το δεύτερο προέρχεται από το βιβλίο του Ιώβ (Α΄. 13-22) και αναφέρει πώς αντιδρά ο Ιώβ όταν μαθαίνει τις κακές ειδήσεις για την αρπαγή και το καύσιμο της περιουσίας του και για τον θάνατο των παιδιών. Οι συμφορές τον ταπεινώνουν αλλά δεν αγανακτεί για να αμαρτήσει και λέγει: «Ο Κύριος τα έδωσε και τώρα τα πήρε πίσω».

Μετά το «Κατευθυνθήτω» ακολουθεί η περικοπή εκ του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου (ΚΔ΄ 36-ΚΣΤ΄ 2) Αυτά αναφέρεται στη μυστηριώδη ομιλία του Ιησού για την ετοιμότητα που πρέπει έχουμε κατά την Έσχατη Ημέρα και αναφέρονται δύο παραβολές. Η πρώτη είναι των Δέκα Παρθένων, η οποία μεταφέρει μέσα από μία εγκόσμια γαμήλια σκηνή το παράδειγμα των νεαρών υπάρξεων για να διδάξει την ευλογημένη φροντίδα ποτέ να μη λείψει το ευλογημένο λάδι από το λύχνάρι που με το φως του θα σκορπίσει το σκοτάδι κατά την υποδοχή του Ερχόμενου Νυμφίου. Η φρόνηση επιβάλλει πάντα να διαθέτουμε προμήθεια αρετών για να φωτίζουμε το περιβάλλον μας για να μην ακούσουμε από τον αιώνιο Νυμφίο το: «ουκ οίδα υμάς». Η δεύτερη παραβολή, Των ταλάντων ( ΚΕ΄14-30), διδάσκει ότι και στη Βασιλεία του Θεού υπάρχουν ακλόνητες αρχές τις οποίες όσοι φιλόπονα τις εφαρμόζουν ανταμείβονται, ενώ οι οκνηροί που τις αμελούν στο τέλος αυστηρά επικρίνονται. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς (ΙΘ΄.11-27) αναπτύσσει αυτή την ίδια παραβολή ως η Των 10 μνών η οποία καταλήγει πώς μετά «δύο ημέρες έρχεται το Πάσχα», και υπαινίσσεται αυτά τα γεγονότα που σύντομα θα ακολούθησουν. Και η μυσταγωγική ατμόσφαιρα συνεχίζεται το πρωΐ της Μ. Τρίτης, όπως χθές, με τις Ωρες και τον Εσπερινό συνδεδεμένο με τη τέλεση της Λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων για τη μετάδοσή της Μεταλήψεως στους νηστεύοντες.

Πηγή; ΑΜΕΝ

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Θεολογική ιχνηλασία στα πρόσωπα και τα γεγονότα της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδας.


ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

ΚΑΙ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Από το «Ωσαννά» στο «άρον, άρον σταύρωσον Αυτόν»

Άρθρο του κ. Ιωάννη Σιδηρά, θεολόγου-νομικού και εκκλησιαστικού ιστορικού.

Η απαρχή και τελείωση της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος σφραγίζεται από το ένα και μοναδικό θεανδρικό πρόσωπο του Σωτήρος και λυτρωτού Ιησού Χριστού. Όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα και τα γεγονότα που σχετίζονται με το θείο δράμα φωτίζονται και ερμηνεύονται υπό το φως του προσώπου του «ανυμφεύτου μεγάλου Νυμφίου» της Εκκλησίας Ιησού. Μέτρο και κανόνας της κρίσεως αυτών είναι ο Κύριος.

Ιχνηλατούντες θεολογικώς τα πρόσωπα και τα γεγονότα, τα οποία συνθέτουν την μυσταγωγία της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος, αναμιμνησκόμεθα τα γραφομένα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οποίος αναφερόμενος στο «υπεροχικόν μυστήριον» της Μεγάλης Εβδομάδος έναντι των υπολοίπων εβδομάδων του λειτουργικού έτους, υπομνηματίζει θεοπνεύστως τα εξής: «Μεγάλη Εβδομάδα αποκαλούμε αυτήν όχι επειδή οι ημέρες αυτής έχουν μεγαλύτερο μήκος απ’ όλες τις άλλες, ούτε επειδή είναι κατά τον αριθμό περισσότερες, αλλά επειδή σε αυτήν συντελέσθηκαν προς ώφελός μας από τον Δεσπότη (Χριστό) μεγάλα κατορθώματα. Σε αυτήν δηλαδή την Μεγάλη Εβδομάδα, η χρονία του Διαβόλου τυραννία κατελύθη, ο θάνατος εσβέσθη, ο ισχυρός εδέθη. Τα σκεύη (τα υπάρχοντα) του διαβόλου αρπάχτηκαν, η αμαρτία θανατώθηκε, η κατάρα κατελύθη, ο Παράδεισος άνοιξε και ο Ουρανός έγινε προσιτός. Οι άνθρωποι αναμείχθηκαν με τους αγγέλους και το μεσότοιχον (μεσοτοιχία) που έφραζε την θύρα του παραδείσου άνοιξε. Ο της Ειρήνης Θεός ειρηνοποίησε τα άνω και τα επί της γης, και γι’ αυτό αποκαλείται Μεγάλη Εβδομάδα».

Η ιχνηλασία της σωτηριώδους μυσταγωγίας της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος επικεντρώνεται στον «Ανύμφευτο Νυμφίο» της Εκκλησίας, τον θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, ο οποίος νυμφαγωγεί το Χριστεπώνυμο πλήρωμα των πιστευόντων «εις οδόν ζωής και σωτηρίας». Ο της Εκκλησίας Νυμφίος τελεί τον «μυστικό νυμφώνα» με τον κάθε άνθρωπο, σώζει την κάθε ανθρώπινη ψυχή χωρίς περιθωριοποιήσεις, διακρίσεις και αποκλεισμούς. Αυτή η υπερουράνια νυμφαγωγία που γεννά την «μυστική νυφική σχέση» με κάθε ανθρώπινο πρόσωπο είναι η άκτιστη και άληκτη Βασιλεία του Θεού στην οποία κοινωνοί και μέτοχοι, κληρονόμοι και συνδικαιούχοι κατά χάριν είναι οι άνθρωποι όλων των αιώνων και των εποχών έως της συντελείας των αιώνων στα έσχατα. Σε αυτή την σωτηριώδη μυστική νυφική σχέση που είναι προσωπική και άμεσα βιωματική και εμπειρική, κυριαρχεί η ελευθερία που αποτελεί την θεμελιώδη βάση της αγαπητικής συναντήσεως και ενώσεως του Νυμφίου Χριστού με το κάθε ανθρώπινο πρόσωπο.

Σε αυτό το «ακατάληπτον μυστήριον» της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος υπάρχει ένα οξύμωρο σχήμα, μια αντινομία έναντι της ανθρώπινης λογικής, του αλυσιτελούς πνευματικά ορθολογισμού, που σχετίζεται με την τέλεση αυτού του μυστικού νυμφώνος μέσα από την δοκιμασία του Σταυρού. Για τον πεπερασμένο ανθρώπινο νου, που αξιολογεί και ερμηνεύει τα πάντα με κοσμικά κριτήρια, φαντάζει παράδοξο το γεγονός ότι συντελείται αυτός ο υπερουράνιος νυμφώνας δια των σεπτών και σωστικών παθών, του φρικτού σταυρικού θανάτου και του λυτρωτικού αίματος του μαρτυρίου. Ταύτα πάντα όμως έχουν ως οντολογική βάση την θεϊκή αγάπη, την προσφυώς καλούμενη «Εσταυρωμένη Αγάπη» που στηρίζει, συγκροτεί και συνέχει αυτόν τον νυμφώνα της σωτηρίας που πεπτωκότος χοϊκού ανθρώπου.

Ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός είναι το «εθελόθυτον θύμα», το οποίο με Θεϊκή αγάπη για την σωτηρία και την κατά χάριν θέωση του ανθρώπου πορεύεται την οδό του εκουσίου πάθους και της εκούσιας θυσιαστικής – θανατικής πορείας του χωρίς να υπόκειται σε κανένα νομοτελειακό φυσικό καταναγκασμό. Ο Κύριος είναι ο Βασιλεύς των Βασιλευόντων και Κύριος των Κυριευόντων, ο λυτρωτής και απελευθερωτής όλων των εθνών και όχι μόνο του Ισραήλ. Δεν είναι ένας σωβινιστής κοσμικός Βασιλεύς, αλλά ο ένας και μοναδικός, ανεπανάληπτος και ασύγκριτος σωτήρας πάντων των εθνών. Είναι ο πνευματικός Βασιλεύς των καρδιών και ψυχών, και όχι ο «Πολιτικός Μεσσίας», όπως στρεβλά τον ανέμενε το Ισραήλ.

Στην μυσταγωγική ιχνηλασία της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος εναλλάσσονται πρόσωπα και γεγονότα, τα οποία συνθέτουν εν πολλοίς ένα εμφατικώς αντιφατικό και με αντινομίες πολύμορφο ψηφιδωτό με το οποίο η Εκκλησία δια των Θεοκινήτων και Θεοφόρων Πατέρων αυτής παιδαγωγεί, νουθετεί και καταρτίζει πνευματικώς το χριστεπώνυμο πλήρωμά της.

Η πλέον «προκλητικά» και εμφατικά έντονη αντινομία ενσαρκώνεται ανάμεσα στην οντολογικά μετανοούσα πόρνη γυναίκα και τον ζηλοτύπως φίλαυτο και εγωιστή μαθητή Ιούδα τον Ισκαριώτη. Κυριολεκτικώς θραύει κόκκαλα η σύγκριση ανάμεσα στις δύο προσωπικότητες, όπως επιτυγχάνεται και προβάλλεται παιδαγωγικώς από την Εκκλησία μέσα από την μοναδική θεόπνευστη υμνολογία της, καθώς η αντιπαραβολή των δύο προσώπων αποκαλύπτει το «ταμείον της ψυχής» τους στο παρακάτω τροπάριο των Αίνων της Μεγάλης Τετάρτης: «Ότε η αμαρτωλός προσέφερε το μύρον, τότε ο μαθητής συνεφώνει τοις παρανόμοις. Η μεν έχαιρε κενούσα τον πολύτιμον, ο δε έσπευδε πωλήσαι τον ατίμητον. Αύτη τον Δεσπότην επεγίγνωσκεν, ούτος του Δεσπότου εχωρίζετο. Αύτη ηλευθερούτο και ο Ιούδας εγεγόνει του εχθρού. Δεινόν η ραθυμία! μεγάλη η μετάνοια! ην μοι δώρησαι, Σωτήρ, ο παθών υπέρ ημών, και σώσον ημάς».

Ο Ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύει θεολογικά τις επιλογές των δύο προσώπων, αναφέροντας ότι: « η πόρνη μεν εσώθη επειδή επαγρύπνησε, ενώ ο Ιούδας που έπεσε σε οκνηρία, κατέπεσε . . . ο μαθητής επειδή νόμιζε πως στεκόταν καλά, έπεσε, αλλά η πόρνη πεσμένη στην αμαρτία ανέστη». Εύστοχα δε επισημαίνεται ότι η αμαρτωλή γυναίκα με την προσφορά του μύρου έδειχνε την αγάπη της στο διδάσκαλο και έτσι παρόλη την αμαρτία της γέμισε με τη χάρη του Χριστού. Ο Ιούδας με τον εγωισμό του άδειασε τον εαυτό του από τα χαρίσματα του Θεού και προσπάθησε να τον γεμίσει με το αντίτιμο της πωλήσεως του Κυρίου.

Η μακροθυμία και πελάγια αγάπη του Κυρίου καταργεί κάθε προκατάληψη ηθικισμού και ψευδοευσέβειας. Ο Χριστός δέχεται την ανυπόκριτη μετάνοια της πόρνης γυναικός και, σύμφωνα με την ερμηνεία του Ιερού Χρυσοστόμου και του Αμφιλοχίου Ικονίου, με την μετάνοιά της κατέστη σεμνοτέρα Παρθένου κόρης και έγινε καθηγητής για τους αμαρτωλούς στον τρόπο της μετάνοιας που δέχεται ο Κύριος. Τα δάκρυα και οι στεναγμοί της καρδίας της αποδεικνύουν την επενέργεια της μετανοίας, ώστε καθιστούν και τον ίδιο τον Χριστό συνήγορο των δακρύων της. Η πόρνη μετανοούσα μεταβάλλει τον σαρκικό έρωτα σε θείο έρωτα και επουράνιο μέσα από το φίλτρο της μετανοίας. Γι’ αυτό και ο πολύς Ιωσήφ Βρυέννιος υπογραμμίζει ότι τα δάκρυά της λογίζονται ως μαρτύριο αίματος καθώς πηγάζουν από τον έσω κόσμο της ψυχής της.

Η σύγκριση ανάμεσα στον Ιούδα και την μετανοούσα πόρνη γυναίκα είναι λίαν αποκαλυπτική. Η συνθλιβόμενη από την ψυχοφθόρο αμαρτία αμαρτωλή γυναίκα αναζητά διακαώς και απεγνωσμένα την οντολογική αποκατάσταση της κατακερματισμένης υπάρξεώς της σε κοινωνία με την αγάπη του Χριστού, ενώ ο Ιούδας με την εγωιστική και φίλαυτη βεβαιότητα της ηθικότητός του παραμερίζει την αγάπη του Κυρίου και με την φιλαργυρία του απορρίπτει την αγάπη και το πρόσωπο του Σωτήρος.

Τυφλωμένος και αλλοτριωμένος ο Ιούδας από τα δυσώδη πάθη της ψυχής του απορρίπτει ενσυνείδητα την αγάπη του Χριστού και καθίσταται «υιός της απωλείας». Δεν μετανοεί αληθινά, αλλά απλώς μεταμελείται και οδηγείται στην αυτοκτονία. Οι θεοφώτιστοι Πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν θεοπνεύστως ότι ο Ιούδας δεν ήταν «φύσει κακός», αλλά λόγω της προαιρέσεώς του κατέστη πειθήνιο όργανο του Διαβολέα απατεώνα. Και για τον Ιούδα όμως υπήρχε η δυνατότητα να γευθεί την συγχώρεση του Χριστού, εάν η μετάνοιά του ήταν αληθής και ανυπόκριτη.

Την άπειρη μακροθυμία και πελάγια αγάπη του Κυρίου ακόμη και για τον προδότη Ιούδα επισημαίνει ο υψιπέτης θεολόγος Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: «Ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, αν δεν γινόταν αμέσως δήμιος του εαυτού του, αφού έκρινε ως ασύγγνωστη την αμαρτία του, και έσπευδε να προσπέσει στα πόδια του Κυρίου και να ζητήσει συγχώρηση, δεν θα αστοχούσε από το να λάβει τους οικτιρμούς του Χριστού, που τους προσφέρει με περίσσεια σε ολόκληρη την οικουμένη». Ο δε Ιερός Χρυσόστομος συμπληρώνει εμφατικά ότι: «δεν υπάρχει καμμία κακία, η οποία να μη λύνεται με την μετάνοια». Αυτή την σωστική μετάνοια ανέμενε ο Χριστός από τον Ιούδα.

Ηχηρή είναι και η αντιπαραβολή στην οποία προβαίνουν οι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας όταν αναφέρονται στον αρνητή του Διδασκάλου, τον Πέτρο, και στον μετανοούντα επί του σταυρού ληστή.

Ο ενθουσιώδης μαθητής ως άπειρος μαχητής απέναντι στα «βέλη του πονηρού» κυριεύεται από την έπαρση και τον στιγμιαίο αλαζονικό εγωισμό τον οποίο είχε γεννήσει η πεποίθησή του ότι αγαπούσε τον Ιησού περισσότερο από τους άλλους μαθητές. Δεν ήταν αρκετή όμως μόνον η προαίρεση ή η πρόθεση του Πέτρου ενώ απουσίαζε η του Θεού επικουρία. Η ανθρώπινη αδυναμία του ενώπιον του φόβου και των δεινών που απεργαζόταν η σπείρα των Ιουδαίων, έκαμψε και απεγύμνωσε προς στιγμήν την ενθουσιώδη ψυχή του μαθητού, ο οποίος γίνεται αρνητής του Διδασκάλου. Ο φόβος του έθαψε την αγάπη του.

Η θεολογική ερμηνεία του βαθύτερου πνευματικού υποστρώματος της δειλίας του Πέτρου αποκαλύπτει ότι ο μαθητής ήταν εγκλωβισμένος στον «ιδιότυπο εγωισμό» του, που τον οδηγούσε σε παράτολμες και αλαζονικές εκδηλώσεις προβολής της ενθουσιώδους αγάπης του προς τον Χριστό. Ο Πειρασμός του μισάνθρωπου διαβολέα ωθούσε τον μαθητή στην πτώση της αρνήσεως. Ο Ιερός Χρυσόστομος εύστοχα αναφέρει ότι ο Χριστός σκοπίμως επέτρεψε την πτώση του Πέτρου προκειμένου να συνειδητοποιήσει πως έπρεπε να εμπιστεύεται περισσότερο τα όσα του απεκάλυψε ο Χριστός για την τριπλή άρνησή του, και να θάψει την εγωιστική φιλαυτία του. Η μετάνοια σώζει τον Πέτρο. Αναλογιζομένοι οι θεοφώτιστοι Πατέρες της Εκκλησίας την προδοσία του Ιούδα και την άρνηση του Πέτρου επισημαίνουν ότι μόνον η μετάνοια του μαθητή και όχι η υποκριτική και επίπλαστη μεταμέλεια καθίσταται η σωστική γέφυρα που τον οδήγησε στην λύτρωση της συγχωρητικής αγάπης του Κυρίου.

Ο Χριστός σεβόμενος το «αυτεξούσιο» της προαιρέσεως τόσο του Ιούδα όσο και του Πέτρου δεν εξαναγκάζει εκβιαστικά την μετάνοιά τους, αλλά με άπειρη θεϊκή αγάπη αναμένει την επιστροφή τους. Παιδαγωγεί τους μαθητές προκειμένου να κατανοήσουν και να βιώσουν την ασθένεια και την αδυναμία της ανθρωπίνης φύσεως, η οποία μπορεί να αμύνεται έναντι στα βέλη του πονηρού μόνο με την ταπεινοφροσύνη και την απόλυτη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του όλου αγάπη Χριστού. Ο Πέτρος τελικώς εγκεντρίζεται σωστικά στον Χριστό, ενώ ο Ιούδας εγκεντρίζεται στον απατεώνα διαβολέα.

Ο Πέτρος αρνείται τον Διδάσκαλο φοβούμενος τον φρικτό σταυρικό θάνατο ενώ ο εσταυρωμένος ληστής καταλύει τον φόβο του και είναι ο αληθώς ελεύθερος απέναντι στον φόβο του θανάτου. Τραγική ειρωνεία και ηχηρή αντινομία υπάρχει ανάμεσα στα δύο πρόσωπα.

Η ολοκληρωτική και απόλυτη μετάνοια του ληστού συμπυκνώνεται σε μια φράση: «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία Σου», και ο άνομος που μετανοεί την εσχάτη στιγμή καθίσταται πρώτος πολίτης και οικιστής του παραδείσου. Η Εκκλησία μέσω της θεσπέσιας υμνολογίας της διακηρύττει την αλήθεια: «μικράν φωνήν αφήκεν ο ληστής εν τω Σταυρώ, μεγάλην πίστιν εύρε, μια ροπή εσώθη και πρώτος παραδείσου πύλας ανοίξας εισήλθεν. Ο αυτού την μετάνοιαν προσδεξάμενος, Κύριε, δόξα σοι». Η μετάνοια του κακούργου ληστού καθιστά αυτόν «πρότυπο και υπόδειγμα» αληθούς μετανοίας για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη που στενάζει και συνθλίβεται κάτω από την δύναμη της ψυχοφθόρου αμαρτίας. Και ενώ «ο μαθητής ηρνήσατο, ο ληστής εβόησε, Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη Βασιλεία Σου». Ο Χριστός τιμά και σώζει τον μετανοούντα ληστή, τον οποίο καθιστά κοινωνό και μέτοχο της ουρανίου και ακτίστου Βασιλείας Του. Δια τούτο ψάλλει και η Εκκλησία: «Κύριε, ο τον ληστήν συνοδοιπόρον λαβών, τον εν αίματι χείρας μολύναντα, και ημάς συν αυτώ καταρίθμησον ως αγαθός και φιλάνθρωπος».

Ο ληστής ανοίγει διάπλατα τους πνευματικούς οφθαλμούς της υπάρξεώς του, την ψυχή και την καρδία του, δεχόμενος και αντιλαμβανόμενος την σταύρωση του Χριστού ως αυτοθυσιαστική πράξη που αφορά και την προσωπική του λύτρωση και σωτηρία. Με τους οφθαλμούς της ψυχής του βλέπει τον κρεμάμενο επί ξύλου Χριστό ως ιστάμενο επί θρόνου δόξης και συγκαθήμενο με τον Θεό Πατέρα και το Πανάγιο Πνεύμα. Ο ληστής και ο αρνητής Πέτρος μετανοούν, ενώ ο Ιούδας μεταμελείται, αλλά η μεταμέλεια δεν έχει σχέση με την μετάνοια, διότι το κίνητρό της είναι ο πληγωμένος εγωισμός και όχι η συντριβή ως έκφραση ταπεινώσεως. Αποδεικνύεται λοιπόν σύμφωνα με την γραφή του Ιερού Χρυσοστόμου ότι «ο ληστής ήταν όντως ληστής και γι’ αυτό ελήστευε την Βασιλεία του Θεού με το «Μνήσθητί μου Κύριε»».

Η σπείρα των Ιουδαίων, δηλαδή οι Γραμματείς, οι Φαρισαίοι, οι Ιερείς και Αρχιερείς που απάρτιζαν το Ανώτατο Ισραηλιτικό Συμβούλιο, το οποίο τελικώς κατεδίκασε παρανόμως τον Ιησού, υπήρξαν τα πρόσωπα εκείνα που ως η «πολιτική και θρησκευτική κάστα» καταδυνάστευαν τον Ισραηλιτικό λαό, τον οποίο χειραγωγούσαν και ποδηγετούσαν. Αυτή η φατρία του Ισραήλ αισθανόμενη τα πλήγματα από τους πύρινους λόγους και τον δημόσιο έλεγχο του Ιησού εξυφαίνει το «σχέδιον της ανομίας και της χριστοκτονίας». Η πολιτική και θρησκευτική ελίτ του Ισραήλ απεργάζεται το ανουσιούργημα της δυσώδους θεοφονίας και φανατίζει τον λαό του Ισραήλ, ο οποίος παρά τις πολλαπλές ευεργεσίες που εδέχθη από το δημιουργό και Πλάστη του Χριστό, αποδεικνύεται τυφλός και πωρωμένος από την κακία και την άβυσσο των παθών που κυριαρχούν. Ο αγνώμων λαός στρέφεται κατά του ευεργέτου και υποτάσσεται στο μιαρό σχέδιο της χριστοκτονίας που οι Γραμματείς και οι Αρχιερείς έχουν προαποφασίσει. Χορεύει ο διάβολος τον πιο τρελό χορό του και κρούει τα τύμπανα της ανομίας μαζί με τον άνομο θίασο της πολιτικής και θρησκευτικής κάστας που μόνον κατ’ όνομα είναι το Ιερατείο του λαού, αλλά στην πραγματικότητα αποτελεί την σπείρα των πλέον στυγνών δολοφόνων του αναμάρτητου Ιησού.

Αβυσσώδες μίσος, κακία, φθόνος, σκληροκαρδία, εωσφορική μανία και πνευματική τύφλωση συνθέτουν την πνευματική υπόσταση του λαού, ο οποίος δεν δέχεται την αγάπη του Κυρίου και του προσφέρουν χολή, όξος, σταυρό και καρφιά. Η απόλυτη κατάπτωση του αγνώμονος λαού αποκαλύπτεται όταν στη δημόσια τοποθέτηση του Ποντίου Πιλάτου: «Αθώος ειμί από του αίματος του δικαίου τούτου˙ υμείς όψεσθε», ακούγεται η εωσφορική βοή, η οποία ηχεί ως ενσυνείδητη ομολογία της μιαιοφονίας: «Το αίμα αυτού εφ’ ημάς και επί τα τέκνα ημών». Εωσφορικός εγωισμός και δαιμονιώδης κακία υποτάσσουν τον σκληρόκαρδο λαό, ο οποίος παρόλο που εγεύθη τις πολλαπλές ευεργεσίες του Ιησού, εντούτοις καθίσταται μιαρός και δυσώδης φονευτής του δικαίου Ιησού. Και όντως το αίμα Ιησού καταπνίγει την ανομία τους.

Το κύριο πειθήνιο όργανο του διαβόλου, η σπείρα των Γραμματέων, Πρεσβυτέρων, Αρχιερέων και Φαρισαίων, που συναποτελούν την θρησκευτική και εθνική ηγεσία του υπόδουλου στους ειδωλολάτρες Ρωμαίους Ισραήλ, κινεί τα νήματα της θεοκτονίας. Το ανώτατο Ισραηλιτικό Συμβούλιο κατά παράβαση κάθε θρησκευτικού και κοσμικού νόμου, και καταστρατηγώντας κάθε έννοια δικονομικού δικαίου υφαίνουν το άνομο σχέδιο τους και στήνουν την «ανάκριση-δίκη παρωδία» προκειμένου να οδηγήσουν στον θάνατο τον αναμάρτητο και ανεξίκακο Ιησού. Με ψευδομάρτυρες πληρωμένους και εκφοβισμένους κατευθύνουν την όλη διαδικασία στην επαλήθευση της διπλής κατηγορίας ότι: α) ο Ιησούς είναι ψευδομεσσίας και β) επικίνδυνος επαναστάτης εναντίον του ρωμαϊκού κράτους. Από το άνομο δικαστήριο ανόμων ανθρώπων η δίκη του Ιησού καθίσταται βδελυρό στίγμα και αιώνιο όνειδος των δολοφόνων ψευδοκριτών.

Επιβεβαιώνεται και κατακυρώνεται η κατασκευασμένη κατηγορία των συκοφαντών Αρχιερέων, Γραμματέων και Φαρισαίων, οι οποίοι παραδίδουν τον Ιησού στον Πιλάτο για να εκτελέσει την σταυρική θανατική καταδίκη καθώς μόνον οι επικυρίαρχοι ρωμαίοι κατακτητές είχαν το δικαίωμα να εκτελούν τις σταυρικές καταδίκες, ενώ κατά τον Ιουδαϊκό νόμο θα έπρεπε να τον καταδικάσουν σε θάνατο με λιθοβολισμό. Η αρρωστημένη διαστροφή που γεννά η αμαρτία και η φθονερή θυγατέρα της, η κακία, οδηγεί τους Ιουδαίους να απαιτούν την φρικτή σταυρική θανάτωση του Ιησού παρόλο που ο Πιλάτος δεν επιθυμεί να τον δικάσει και τον καταδικάσει λέγοντας: « Λάβετε αυτόν υμείς και κατά τον νόμον υμών κρίνατε αυτόν». Η τραγικότητα της θρησκευτικής ηγεσίας του Ισραήλ έγκειται στο γεγονός της άκρας υποκρισίας και ψευδοευσεβούς τυπολατρείας τους καθώς γνωρίζουν ότι οδηγούν αδίκως στον θάνατο τον αναμάρτητο και δίκαιο Χριστό και ταυτοχρόνως επιδιώκουν να καταστήσουν τον Πιλάτο συνεργό στο ανοσιούργημά τους προκειμένου να αποποιηθούν την πνευματική ευθύνη και το ηθικό βάρος της αμαρτίας τους.

Ο Πόντιος Πιλάτος είναι «σημείον αντιλεγόμενον» και αμφιλεγόμενο πρόσωπο. Εγκλωβισμένος ο ίδιος στο πανούργο και διαβολικό σχέδιο της σπείρας των Ιουδαίων φαντάζει ωσάν να ψυχορραγεί φοβούμενος την θρησκευτική ηγεσία του Ισραήλ, η οποία τον εμπλέκει άμεσα στην θανατική καταδίκη του αθώου Ιησού. Προσπαθεί μέσα από τις πολλαπλές ερωτήσεις προς τον Ιησού να ανακαλύψει την αλήθεια, αλλά η αλήθεια που είναι ένσαρκη και ίσταται ενώπιον του δεν την βλέπει, διερωτώμενος: «τι έστιν αλήθεια;». Δεν διστάζει να ομολογήσει: «εγώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω εν αυτώ» και προκειμένου να θέσει τέλος στην δοκιμασία του Ιησού, τον παραδίδει στους στρατιώτες να τον μαστιγώσουν και να τον εξευτελίσουν, ώστε να τον εμφανίσει στον μενόμενο όχλο για να τον συγκινήσει και να τον σώσει.

Αλλά και η επιλογή του Πιλάτου να εφαρμόσει την κατ’ έθος απελευθέρωση ενός καταδίκου εν όψει της εορτής του Ιουδαϊκού Πάσχα, καταδεικνύει ότι ο ίδιος παλεύει εσωτερικά με την συνείδησή του προκειμένου να σώσει τον Ιησού. Σε καμμία περίπτωση όμως δεν θα πρέπει να αποσιωπηθεί ότι ο Πιλάτος γνωρίζει καλά την δεινή θέση στην οποία τον είχε οδηγήσει η σπείρα των Ιουδαίων και φοβούμενος μήπως εκτεθεί στην Ρώμη και απωλέσει την θέση του ύστερα από την δόλια τακτική των Ιουδαίων να τον θέσουν εκβιαστικά προ των ευθυνών του, όταν κατηγορούν φθονερώς τον Ιησού ως ψευδοπροφήτη, ψευδομεσσία και κυρίως ως επαναστάτη Βασιλέα του Ισραήλ που αντιστρατεύεται την εξουσία και κυριαρχία του αυτοκράτορος, τελικώς εν πλήρει συνειδήσει συνηγορεί στο ανοσιούργημα τους. Δεν λειτουργεί με κριτήριο την δικαιοσύνη, αλλά ενεργεί για να σώσει την καριέρα και το κεφάλι του συλλογιζόμενος το «ίδιον όφελος». Ο Πιλάτος με δολιότητα προσπαθεί ν’ αποσπάσει από τον Ιησού την κατάλληλη ομολογία για να θεμελιώση την ανυπόστατη κατηγορία και τον ερωτά: «Συ ει ο Βασιλεύς των Ιουδαίων;». Ο ευθυνόφοβος Πιλάτος δεν ενδιαφέρεται να σώσει τον Ιησού, αλλά ως άτολμος, δειλός και μοιραίος εκπρόσωπος της κοσμικής εξουσίας αγωνίζεται να κρατήσει την εξουσία του. Προκαλεί μάλιστα εντύπωση η θρησκευτική και εθνική αποστασία του Ισραήλ, ιερατείου και λαού, όταν φθάνει στην απόλυτη κατάπτωση να αποδεχθεί την ειδωλολατρική ηγεσία των Ρωμαίων δυναστών του μόνο και μόνο για να δολοφονηθεί ο Ιησούς, ομολογώντας με ωμότητα: «ουκ έχομεν Βασιλέα, ει μη Καίσαρα».

Στην τρέλα του προδότη λαού και στον φόβο που επιβάλλει το δυσεβές Ιερατείο, όλα φαντάζουν απογοητευτικά και πνιγμένα στο σκότος της ανομίας. Εντούτοις λίγες αχτίδες ελπίδος προβάλλουν μέσα από την αγαθή προαίρεση ορισμένων προσώπων που αναγνωρίζουν στο πρόσωπο του Ιησού τον Μεσσία. Η σύζυγος του Πιλάτου «κατ’ όναρ» δέχεται την αποκαλυφθείσα θεόθεν αλήθεια στο πρόσωπο του Κυρίου, όπως και ο ρωμαίος ειδωλολάτρης εκατόνταρχος, ο οποίος ιστάμενος ενώπιον του στον Γολγοθά κατά τις «μεγάλες ώρες» του θείου πάθους, ομολογεί υπό του Θεού φωτιζόμενος στα ενδότατα των μυχίων της ψυχής του: «Αληθώς Θεού υιός ην ούτος». Η τραγικότητα των στιγμών αυτών εντείνεται ακόμη περισσότερο εάν αναλογισθεί κάποιος ότι ο εθνικός (ειδωλολάτρης) εκατόνταρχος αν και «θεοστυγής», όπως χαρακτηρίζονται οι ειδωλολάτρες, πιστεύει στο πρόσωπο του Ιησού και αργότερα ως οπαδός του Ναζωραίου υπομένει το μαρτύριο του αίματος, ενώ οι ιουδαίοι, ο «περιούσιος λαός», καθίστανται «θεοκτόνοι» από την εωσφορική και «αυτόφθονη» κακία και το αβυσσώδες μίσος τους. Τυφλοί οδηγούνται στην πνευματική απώλεια.

Οι δύο επιφανείς άνδρες του Ισραήλ, ο ευσχήμων Βουλευτής Ιωσήφ και ο Νικόδημος υπερβαίνουν τον ανθρώπινο φόβο που γεννά η αμαρτία και η δυσπιστία ή απιστία έναντι του Ιησού, αιτούνται το σώμα του μεγάλου νεκρού από τον Πιλάτο και κατ’ εφαρμογή των νενομισμένων του Ιουδαϊκού νόμου ενταφιάζουν αυτό στο «καινόν μνημείον» που ήταν ιδιόκτητο επ’ ονόματι του Ιωσήφ. Οι θεοφώτιστοι Πατέρες της Εκκλησίας αναφέρονται στο θάρρος και τον ηρωισμό των δύο ανδρών, οι οποίοι κινούμενοι εξ αγάπης και με ανθρώπινο σεβασμό στο πρόσωπο του νεκρού Ιησού δεν υπολογίζουν το κοινωνικό και προσωπικό κόστος της επιλογής και πράξεώς τους, αλλά ενεργούν ελευθέρως και αυτοπροαιρέτως.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας συγκρίνουν την στάση των δύο επιφανών ανδρών του Ισραήλ με εκείνη των μαθητών που φοβισμένοι κρύπτονται εγκαταλείποντας τον Διδάσκαλο, ενώ ακόμη και την ώρα που θα έπρεπε να ζητήσουν το σώμα του Κυρίου για να το ενταφιάσουν είναι απόντες, πλην του Ιωάννου «όν ηγάπα ο Κύριος». Οι κρυπτόμενοι «δια τον φόβον των Ιουδαίων» μαθητές είναι διασκορπισμένοι αφού πατάχθηκε ο Ποιμένας και όντας χλιαροί περί την πίστη στο πρόσωπο του Κυρίου βιώνουν την απελπισία και την απόγνωση του φόβου και της ανασφάλειας που γεννά η επενέργεια της αμαρτωλής και αδύναμης ανθρώπινης φύσεως.

Τα μόνα πρόσωπα που ίστανται ενώπιον του σταυρωθέντος Ιησού είναι οι γυναίκες με πρώτη την Υπεραγία Θεοτόκο, εξαιρουμένου του νεαρού μαθητού Ιωάννου, οι οποίες εμφορούμενες από την ανυπόκριτη και πανσθενουργό αγάπη για το πρόσωπο του Ιησού ακυρώνουν και αποβάλλουν τον ανθρώπινο φόβο καθώς «η αγάπη έξω βάλλει τον φόβον». Γι’ αυτό και ο Ιερός Χρυσόστομος επισημαίνει ότι «και το ασθενέστερον γένος ανδρειότερον εφάνη τότε». Αυτές οι γενναιόφρονες γυναίκες που μόνες βίωσαν τις «μεγάλες ώρες» του Γολγοθά και πάλι αυτές θα γευθούν την ευφρόσυνη χαρά της πρώτης είδησης ότι «ηγέρθη ο Κύριος».

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Κασσιανή: Μία παρεξηγημένη Αγία

Η Αγία Κασσιανή ή Κασσία γεννήθηκε μεταξύ του 805 και του 810 στην Κωνσταντινούπολη, γόνος πλούσιας οικογενείας. Στο πρόσωπό της συνδυαζόταν η εξυπνάδα και η εξωτερική ομορφιά. Όταν μεγάλωσε συνδύαζε τη σωματική ομορφιά με την εξυπνάδα της. Τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι, ο Συμεών ο Μεταφραστής, ο Γεώργιος Αμαρτωλός και ο Λέων ο Γραμματικός, αναφέρουν ότι έλαβε μέρος στην τελετή επιλογή νύφης για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, την οποία είχε οργανώσει η μητριά του Ευφροσύνη. Σε αυτή ο αυτοκράτορας επέλεγε τη σύζυγο της αρεσκείας του δίνοντας της ένα χρυσό μήλο Θαμπωμένος από την ομορφιά της Κασσίας, ο νεαρός αυτοκράτορας την πλησίασε και της είπε: «Εκ γυναικός τα χείρω» (εννοώντας τις συμφορές που ήρθαν από την Εύα). Η Κασσία, ετοιμόλογη, του απάντησε: «Kαι εκ γυναικός τα κρείττω» (εννοώντας την Παναγία). Ο Θεόφιλος θεωρώντας ότι τον πρόσβαλε της είπε «ω γύναι! Είθε να εσίγας» δηλαδή καλύτερα να σιωπούσες Απέρριψε την Κασσιανή και διάλεξε για σύζυγό του τη Θεοδώρα.Η Κασσιανή, ως μία άλλη Αντιγόνη που απέρριψε την κοσμική εξουσία του Κρέοντα, απορρίπτει την κοσμική εξουσία του Θεόφιλου και χάνει δια παντός το θρόνο. Διακρίνεται από αυτοπεποίθηση, παρρησία λόγου, μεγάλη μόρφωση και βαθιά πίστη. Μπορεί να έχασε τον επίγειο θρόνο αλλά κέρδισε τον ουράνιο. Δύο ισχυρές γυναίκες την ίδια χρονική στιγμή που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο Βυζάντιο. Η Θεοδώρα έγινε βασίλισσα και Αγία η Κασσιανή μία απλή μοναχή. Η θεία πρόνοια επενέβη για να γίνει αυτοκράτειρα η Θεοδώρα που με την ορθόδοξη πίστη της και το δυναμικό χαρακτήρα της βοήθησε στο θρίαμβο της Ορθοδοξίας και την τακτοποίηση του θέματος των εικόνων. Η Κασσιανή συμμετείχε στην αντίσταση κατά των εικονομάχων και θεωρείται η πλέον επιφανής γυναίκα μελωδός στο Βυζάντιο και πολύ δημοφιλής με ένα και μόνο τροπάριο.Υπήρξε όμως μία παρεξηγημένη Αγία αφού πολλοί αποδίδουν στην ίδια την Κασσιανή τους στίχους του τροπαρίου ως δήθεν αμαρτωλή με περιπετειώδεις και αμαρτωλούς έρωτες με τον Αυτοκράτορα Θεόφιλο. Τίποτε όμως δεν υπήρξε περισσότερο μεταξύ Κασσιανής και Θεόφιλου. Η Κασσιανή αρνήθηκε την ύλη για το πνεύμα, τα πρόσκαιρα για τα αιώνια, τα φθαρτά για τα άφθαρτα εγκατέλειψε το αρχοντικό της, τον κόσμο και τους δικούς της. Έγινε μοναχή, και ίδρυσε τη Μονή της Κασσίας ή Εικασίας ή Κασσιανής. Στο Μοναστήρι δεν την οδήγησε η αμαρτωλή της ζωή, γιατί ποτέ της δεν υπήρξε αμαρτωλή.

Το Τροπάριο της Κασσιανής είναι ο πιο γνωστός ύμνος της Κασσιανής. Ψάλλεται μόνο μία φορά το χρόνο κατά τη διάρκεια της Μ.Εβδομάδας (στον όρθρο της Μεγάλης Τετάρτης, ο οποίος τελείται το απόγευμα της Μεγάλης Τρίτης.

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,

τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,

ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.

Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,

ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.

Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,

ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ

κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,

ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.

Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,

ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις

ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,

κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.

Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους

τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;

Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.


ΠΗΓΕΣ:
«Κασσιανή, n Bυζαντινή αρχόντισσα και ποιήτρια», Χριστιανική Ένωση Kαβάλας, Kαβάλα 1989
Θεοχάρης Δετοράκης ΄΄Η Κασσιανή, Μύθος και Ιστορία΄΄. Ομιλία στην Ένωση ΄΄Απόστολος Παύλος΄΄ 7 Απριλίου 2001


ΤΡΟΠΑΡΙΟΝ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ . ΧΟΡΟΣ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΣΤΑΝΙΤΣΑ

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη, Μ. Τετάρτη: Το τέλος

Από το Βιβλίο
«Μικρό Οδοιπορικό της Μεγάλης Εβδομάδος»
Αλέξανδρος Σμέμαν


Αυτές οι τρεις ημέρες, τις οποίες η Εκκλησία ονομάζει Μεγάλες και Άγιες, έχουν, μέσα στο λειτουργικό κύκλο της Μεγάλης Εβδομάδας, ένα καθοριστικό σκοπό. Τοποθετούν όλες τις ιερές ακολουθίες στην προοπτική του Τέλους, μάς υπενθυμίζουν το εσχατολογικό νόημα του Πάσχα.
   Συχνά η Μεγάλη Εβδομάδα χαρακτηρίζεται σαν περίοδος γεμάτη με «ωραιότατες παραδόσεις» και «έθιμα», σαν ξεχωριστό τμήμα του εορτολογίου μας. Τα ζούμε όλα αυτά από την παιδική μας ηλικία σαν ένα ελπιδοφόρο γεγονός που γιορτάζουμε κάθε χρόνο, θαυμάζουμε την ομορφιά των ακολουθιών, τις επιβλητικές πομπές και προσβλέπουμε με κάποια ανυπομονησία στο Πασχαλινό τραπέζι... Και ύστερα, όταν όλα αυτά τελειώσουν, ξαναρχίζουμε την κανονική μας ζωή. Αλλά άραγε καταλαβαίνουμε πως όταν ο κόσμος αρνήθηκε τον Σωτήρα του, όταν ο Ιησούς «ήρξατο αδημονείν» και έλεγε: «περίλυπος εστιν η ψυχή μου έως θανάτου», και όταν πέθανε στο Σταυρό, τότε η «κανονική ζωή» σταμάτησε; Δεν είναι πια δυνατόν να υπάρξει «κανονική ζωή» γιατί ακριβώς αυτοί που φώναζαν «Σταύρωσον Αυτόν!», αυτοί που Τον έφτυναν και Τον κάρφωναν στο Σταυρό ήταν... «κανονικοί άνθρωποι». Τον μισούσαν και Τον σκότωσαν ακριβώς γιατί τους τάραξε, τους χάλασε την «κανονική» ζωή τους. Και ήταν πραγματικά ένας τέλεια «κανονικός» κόσμος αυτός που προτίμησε το σκοτάδι και το θάνατο από το φως και τη ζωή... Με το θάνατο όμως του Χριστού ο «κανονικός» κόσμος και η «κανονική» ζωή καταδικάστηκαν αμετάκλητα. Ή μάλλον, θα λέγαμε ότι αποκαλύφθηκε η αληθινή, η ανώμαλη φύση τους, η ανικανότητά τους να δεχθούν το Φως, αποκαλύφθηκε η τρομερή δύναμη του κακού μέσα τους. «Νυν κρίσις εστιν του κόσμου τούτου, νυν ο άρχων του κόσμου τούτου εκβληθήσεται έξω». (Ιω. 12, 31).

Το Πάσχα σημαίνει το τέλος «αυτού του κόσμου». Με το Θάνατο και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού συντελέστηκε αυτό το τέλος, που μπορεί να διαρκέσει εκατοντάδες αιώνες, χωρίς να αλλοιώνει τη φύση του χρόνου τον οποίο ζούμε σαν «έσχατο καιρό». «Και οι χρώμενοι τω κόσμω τούτω ως μη καταχρώμενοι, παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου.» (Α’ Κορ. 7, 31).
Η λέξη Πάσχα σημαίνει πέρασμα, διάβαση. Η γιορτή της Διάβασης (Πάσχα) ήταν για τους Εβραίους η ετήσια ανάμνηση όλης της ιστορίας της σωτηρίας τους, της σωτηρίας σαν πέρασμα από τη σκλαβιά των Αιγυπτίων στην ελευθερία, από την εξορία στη γη της επαγγελίας. Ήταν επίσης η προσδοκία της τελικής διάβασης στη Βασιλεία του Θεού. Και ο Ιησούς Χριστός έγινε η εκπλήρωση αυτού του Πάσχα, έγινε το Πέρασμα. Αυτός πραγματοποίησε την τελική διάβαση από το θάνατο στη ζωή από τούτο τον «παλαιό κόσμο» στον «καινό κόσμο», στον «καινό χρόνο» της Βασιλείας του Θεού. Ο Χριστός έδωσε και σε μάς τη δυνατότητα για μια τέτοια διάβαση. Ζώντας «εν τω κόσμω τούτω» μπορούμε ταυτόχρονα να μην είμαστε «εκ του κόσμου τούτου», δηλαδή να ελευθερωθούμε από τη σκλαβιά στο θάνατο και την αμαρτία και να συμμετέχουμε στον «επερχόμενο αιώνα». Για να γίνει αυτό θα πρέπει και μεις επίσης να πραγματοποιήσουμε τη δική μας, την προσωπική διάβαση, να καταδικάσουμε τον παλαιό Αδάμ μέσα μας, να «ενδυθούμε» τον Χριστό – αυτό δηλαδή που γίνεται στο βάπτισμα με την τριπλή κατάδυση και που είναι σύμβολο θανάτου – και να ζήσουμε την αληθινή ζωή εν Θεώ... Μόνον έτσι το Πάσχα δεν γίνεται μια ετήσια ανάμνηση – ιεροπρεπής και ωραία- γεγονότων του παρελθόντος. Αλλά είναι το Γεγονός που μας προσφέρθηκε και αποτελεσματικά μάς αποκαλύπτει ότι ο παρών κόσμος μας, ο χρόνος μας η ζωή μας έφτασαν στο Τέλος τους και ταυτόχρονα μάς αναγγέλει την Αρχή της νέας ζωής...

ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΣΠΕΡΑΣ - ΣΤΑΝΙΤΣΑΣ