ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ - Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ

Βασιλεύουσα, Νέα Ρώμη, Βυζάντιο, Επτάλοφος… Πόσες λέξεις – πόσα προσωνύμια κρύβονται μέσα στην έννοια της Πόλης! Της Κωνσταντινούπολης.

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Οι προτάσεις του τομέα Θεολόγων του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου για τα Θρησκευτικά στο νέο Λύκειο

Την εκτίμηση ότι η πολιτική ηγεσία του υπ. Παιδείας, υιοθετώντας τη σχετική  εισήγηση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, θα διατηρήσει και στο νέο Λύκειο το μάθημα των Θρησκευτικών στο βασικό κορμό των μαθημάτων γενικής παιδείας,  εξέφρασε ο Σύμβουλος του τομέα Θεολόγων του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, δρ. Σταύρος Γιαγκάζογλου, μιλώντας στο Ρ/Σ της Ιεράς Μητρόπολης Λάρισας και στο δημοσιογράφο – θεολόγο  Χάρη Ανδρεόπουλο. Κρίνοντας με βάση παιδαγωγικά κριτήρια ο κ. Γιαγκάζογλου υποστήριξε ότι το ανθρωποκεντρικό σχολείο που οραματίζεται η πολιτεία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να έχει, ως υποχρεωτικά, βασικά ανθρωπιστικά μαθήματα, όπως το θρησκευτικό και το ιστορικό μάθημα. «Δεν μπορεί να νοηθεί εγκύκλια παιδεία χωρίς Θρησκευτικά και Ιστορία», τόνισε ο Σύμβουλος του Π.Ι., αναφέροντας ότι, σε αντίθεση με την πρόταση μιας Επιτροπής διευθυντών που διέρρευσε στο Τύπο και ήθελε τα Θρησκευτικά και την Ιστορία, ως επιλεγόμενα μαθήματα στο νέο Λύκειο, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο πρόκειται να εισηγηθεί στη πολιτική ηγεσία του υπουργείου τα δύο αυτά -  καθώς και άλλα - μαθήματα γενικής παιδείας, να υπάρχουν ως υποχρεωτικά στο νέο Λύκειο, ως «εκ των ων ουκ άνευ» μορφωτικά αγαθά, αν θέλουμε να μιλάμε για ένα Λύκειο που παρέχει πραγματική γενική, ανθρωπιστική παιδεία και όχι κατάρτιση.
«Αν το μάθημα των Θρησκευτικών τεθεί υπό καθεστώς επιλογής, τότε θα μπορεί ένας μαθητής να μην το επιλέξει ποτέ, όχι επειδή δεν συμπαθεί το μάθημα, αλλά απλώς για να ελαφρύνει το πρόγραμμά του. Είναι, όμως, δυνατόν να θεωρήσουμε ότι σ’ αυτόν τον μαθητή παρέχεται εγκύκλια γενική παιδεία;», διερωτήθηκε ο κ. Γιαγκάζογλου, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι, τελικά, θα αναθεωρηθεί η πρόταση της Επιτροπής διευθυντών να γίνει το μάθημα επιλεγόμενο και θα παραμείνει υποχρεωτικό. Γιατί», όπως επεσήμανε,  «αν επικρατήσουν κριτήρια που δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν την ανθρωποκεντρική διάσταση της γενικής εκπαίδευσης και περιθωριοποιούν μαθήματα κορμού, όπως τα Θρησκευτικά και η Ιστορία, τότε Γενικό Λύκειο τινάζεται στον αέρα…».
Ο Σύμβουλος του Π.Ι. αναφερόμενος, ειδικότερα, στην ουσιαστική προσφορά που μπορεί να έχει  το θρησκευτικό μάθημα, ειδικά στην εποχή μας, κατά την οποία τα σχολεία μας υποδέχονται όλο και περισσότερο παιδιά μεταναστών, ο κ. Γιαγκάζογλου τόνισε ότι στις μέρες μας ο ειδικός ρόλος του θρησκευτικού μαθήματος για τη διαχείριση των ζητημάτων της διαπολιτισμικότητας είναι αναντικατάστατος, μιας και τα μεταναστόπουλα προέρχονται, στη συντριπτική πλειοψηφία τους, από διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις και, άρα, θα πρέπει και να δικά μας παιδιά -  τα ορθόδοξα Ελληνόπουλα - να ενημερωθούν για το πιστεύω των συμμαθητών τους, αλλά και τα μεταναστόπουλα να ενημερωθούν για τη κεντρική θρησκευτική παράδοση του τόπου  που τους φιλοξενεί, για τη ομαλή κοινωνική ένταξή τους. 
Ο κ. Γιαγκάζογλου εξέφρασε την εκτίμηση ότι το υπουργείο κινείται προς την κατεύθυνση αναθεώρησης της πρότασης να ενταχθεί στα επιλεγόμενα μαθήμα το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως είχε εισηγηθεί η Επιτροπή διευθυντών και σημείωσε ότι ήδη το υπουργείο έχει συστήσει μια άλλη επιστημονική επιτροπή στην οποία μετέχει και ο πρόεδρος του τμήματος Β/θμιας γενικής εκπαίδευσης του Π.Ι. Χρήστος Δούκας, ο οποίος, όπως εξήγησε ο κ. Γιαγκάζογλου, πρόκειται να μεταφέρει τις προτάσεις που έκανε το Π.Ι. ένα χρόνο ενωρίτερα, στο πλαίσιο της συμμετοχής του στον εθνικό διάλογο για την Παιδεία.
ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ Π.Ι.
Ποιες είναι, σε γενικές γραμμές, αυτές οι προτάσεις (για το νέο Λύκειο)  του Π.Ι.: η ύπαρξη ενός ισχυρού κορμού μαθημάτων εγκύκλιας - γενικής παιδείας (μεταξύ των οποίων και το θρησκευτικό μάθημα) που θα είναι υποχρεωτικά για όλους τους μαθητές και από κεί και πέρα να υπάρχουν εξειδικεύσεις – κύκλοι θεωρητικής και θετικής κατεύθυνσης καθώς και κοινωνικοικονομικών επιστημών που θα έχουν μαθήματα υψηλής και χαμηλής βαρύτητας και σ’ αυτές τις κατευθύνσεις θα μπορούν να υπάρχουν στοχευμένες επιλογές μαθημάτων, ενώ θα πρέπει να υπάρχουν και επιλογές σε μαθήματα ξένων γλωσσών, σε δράσεις πολιτισμού, περιβαλλοντικής αγωγής, κ.ο.κ.  Ο κ. Γιαγκάζογλου επεσήμανε, επίσης, ότι το νέο Λύκειο προτείνεται να συνδέεται με τα προγράμματα σπουδών του Δημοτικού και του Γυμνασίου, ασφαλώς δε και με τη τριτοβάθμια εκπαίδευση, έχοντας, όμως, σε κάθε περίπτωση στο πρόγραμμά του τον κορμό των υποχρεωτικών μαθημάτων γενικής παιδείας, στο πλαίσιο της μορφωτικής του αυτοτέλειας.
Ο Σύμβουλος του Π.Ι. είπε ότι ήδη γίνονται συζητήσεις, υπάρχουν σε εξέλιξη ζυμώσεις και όταν η υπουργός δημοσιοποιήσει στο επίσημο σχέδιο για το νέο Λύκειο, τότε στο πλαίσιο της επίσημης διαβούλευσης θα πρέπει να τοποθετηθούν οι πάντες έτσι ώστε μέσα από ένα δημιουργικό διάλογο να προκύψει το καλύτερο αποτέλεσμα.
ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Ως προς τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο που θα πρέπει να έχει το μάθημα ο κ. Γιαγκάζογλου ανέφερε  ότι η 11μελής Επιστημονική Επιτροπή για τα νέα προγράμματα του Δημοτικού και του Γυμνασίου σχεδιάζει να προτείνει ένα πολύ πιο ανοικτό χαρακτήρα θρησκευτικού μαθήματος για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Το μάθημα δεν θα είναι θρησκειολογικό, όπως θρυλείται από κάποιους, αλλά ένα μάθημα θεολογικό – παιδαγωγικό το οποίο θα είναι πιο ανοικτό απ΄ ότι είναι σήμερα στις άλλες χριστιανικές θρησκευτικές παραδόσεις, τα άλλα θρησκεύματα και στα μεγάλα ζητήματα που έθεσε η εκκοσμίκευση από τη μετανεωτερικότητα και μετά. Αρα, μιλάμε για ένα μάθημα  που θα χωράει όλους του μαθητές χωρίς, φυσικά, να απεμπολεί τον κεντρικό ρόλο της ορθόδοξης θεολογίας και παράδοσης ο οποίος θα είναι απόλυτα κεντρικός, όπως συμβαίνει και με το μάθημα της Ιστορίας.
Μιλάμε για ένα θρησκευτικό μάθημα ανοικτό, πλουραλιστικό, με γνωσιακό και παιδαγωγικό χαρακτήρα, ένα μάθημα που θα ανοίγεται στις μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις (Ρωμαιοκαθολικισμός, Προτεσταντισμός) και στις μεγάλες θρησκείες που μας ενδιαφέρουν για το σήμερα (Ισλάμ, Ιουδαϊσμός). Αυτό είναι εξ’ άλλου και το πρόγραμμα των Θεολογικών μας Σχολών», υπογράμμισε ο κ. Γιαγκάζογλου εκφράζοντας τη «απορία για το γεγονός ότι ορισμένοι με φανατισμό και συκοφαντική διάθεση μονίμως έχουν τη τάση να θεωρούν ότι η υπέβαση του κατηχητικού ή του ομολογιακού προτύπου του μαθήματος των Θρησκευτικών θα σημάνει την αλλοίωσή του κάτι που, φυσικά, δεν ισχύει, επ’ ουδενί. Ισα – ίσα, επεσήμανε «αυτό που επιδιώκεται να τονισθεί είναι ο μορφωτικός και παιδαγωγικός χαρακτήρας της ορθόδοξης Θεολογίας  η οποία μεταπλάθει σε γνωσιακά στοιχεία και αξίες παιδαγωγικές την ορθόδοξη  παράδοση όπως αυτή σαρκώθηκε στα μνημεία του πολιτισμού, στην εκκλησιαστική τέχνη, στα κείμενα των Πατέρων, κλπ.  Όλα αυτά θα πρέπει να περάσουν στο μαθητή, αλλά με έναν χαρακτήρα καθαρά παιδαγωγικό και γνωσιακό και όχι χαρακτήρα μύησης στη πίστη, διότι αυτή η υπόθεση είναι πάρα πολύ σοβαρή, αλλά η κατήχηση δεν μπορεί να είναι έργο της πολιτείας και του σχολείου, καθώς ξεκάθαρα αποτελεί υπόθεση και έργο της Εκκλησίας»
ΤΕΡΜΑ ΣΤΙΣ ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ
Για το θρησκευτικό μάθημα στο Λύκειο ο κ. Γιαγκάζογλου ανέφερε ότι το Π.Ι. πρόκειται να εισηγηθεί το σημερινό μάθημα της Χριστιανικής Ηθικής που διδάσκεται στη σημερινή Γ’ Λυκείου να «εξαπλωθεί» και στην Α’ και Β΄ τάξη του νέου Λυκείου, αλλάζοντας έτσι τη σημερινή λογική ότι στη Α’ τάξη κάνουμε ένα είδος κατήχησης και λειτουργικής, στη Β΄ κάνουμε θρησκειολογία με στοιχεία δογματικής. Η λογική της «θεολογίας των κλάδων», όπως γίνεται στην ακαδημαϊκή θεολογία,  δεν μπορεί», υπογράμμισε, «πλέον, να «περπατήσει» στο σημερινό σχολείο». Επίσης, ο κ. Γιαγκάζογλου ανεκοίνωσε – μιλώντας πάντα για το νέο Λύκειο – ότι πρόκειται να προταθεί ένα νέο, εναλλακτικό μάθημα το οποίο θα λέγεται «Φιλοσοφική Ηθική» το οποίο θα βαθμολογείται κανονικά και θα είναι απολύτως ανοικτό στους πάντες και κανένας μαθητής – ακόμη και ετερόδοξος ή αλλόθρησκος - δεν θα μπορεί να έχει επιχειρήματα να μην το παρακολουθήσει. Το εναλλακτικό  αυτό μάθημα θα πρέπει να το παρακολουθούν υποχρεωτικά όσοι έχουν τις όποιες αντιρρήσεις τους για το θρησκευτικό μάθημα και μέχρις ότου λυθεί οριστικά το ζήτημα της νομιμοποιητικής βάσης του μαθήματος που εμείς το θέλουμε υποχρεωτικό γιατί θεωρούμε ότι η θρησκευτική αγωγή πρέπει να αφορά όλους τους μαθητές και, συνεπώς, να μην απαλλάσσεται κανένας. Παρετήρησε, μάλιστα, ο κ. Γιαγκάζογλου ότι οι περισσότεροι μαθητές που ζητούν και παίρνουν, με την επίκληση λόγων «συνείδησης», απαλλαγή μετά το δικαίωμα που δόθηκε με τις εγκυκλίους Στυλιανίδη τον Αύγουστο του 2008, είναι κυρίως χριστιανόπουλα, ορθόδοξα παιδιά που το κάνουν θέλοντας απλώς να διδάσκονται ένα μάθημα λιγότερο, για λόγους …ελάφρυνσης. Εκδηλώνεται έτσι», τόνισε, «το παράδοξο φαινόμενο να’ χουμε μεταναστόπουλα, παιδιά άλλων θρησκευτικών παραδόσεων που μένουν στη τάξη και παρακολουθούν το μάθημα των Θρησκευτικών, ενώ τα δικά μας φεύγουν στο σπίτι ή βρίσκονται έξω, στην αυλή…  Αυτή η κατάσταση θα πρέπει να σταματήσει, όλοι οι μαθητές, ανεξαρτήτως θρησκεύματος, θα πρέπει να βρίσκονται στη τάξη παρακολουθώντας Θρησκευτικά, ή το εναλλακτικό θρησκευτικό μάθημα».

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Εισήγηση του Μακαριωτάτου στην ημερίδα Θεολόγων Εκπαιδευτικών της Ι.Μ. Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως με θέμα: «Θεολογία και Τέχνη»

Μέ μεγάλη χαρά καί ἰδιαίτερη πατρική συγκίνηση χαιρετίζω τήν ἐτήσια Ἡμερίδα τῶν Θεολόγων Ἐκπαιδευτικῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νεαπόλεως καί Σταυρουπόλεως, ἡ ὁποία διοργανώνεται μέ τήν ἀξιέπαινη μέριμνα τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου καί ἀγαπητοῦ ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ καί συλλειτουργοῦ, κ. Βαρνάβα. Ἀπευθυνόμενος ἐγκαρδίως πρός ὅλους τούς ἐκλεκτούς συμμετέχοντες, γιά τούς ὁποίους ἐπικαλοῦμαι τήν Χάρη καί τήν εὐλογία τοῦ Κυρίου μας, μέσῳ τῶν ὁποίων κάθε διάνοια καί γνώση καί ἀρετή στίς ἄξιες ψυχές ἐμπλατύνεται, θά ἤθελα νά σᾶς συγχαρῶ γιατί τό θέμα πού ἐπιλέξατε γιά τήν ἐφετινή συνάντηση ἀποτελεῖ θεολογικῶς ἕνα ἀπό τά μεστότερα καί πιό ἐνδιαφέροντα.

Θεολογία καί τέχνη συμπορεύονται
ἐξ ἀρχῆς συζυγεῖς καί ἀλληλένδετες μέσα στήν Ἐκκλησία. Τίς συναντᾶμε ἑνωμένες στό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ ἱερέα, τοῦ ἱεροψάλτη, τοῦ ἐμπνευσμένου ἁγιογράφου καί τῶν ὑπολοίπων καλλιτεχνῶν, ἀλλά καί σέ αὐτό ἀκόμα τοῦ ἀφοσιωμένου θεολόγου ἐκπαιδευτικοῦ. Ὅπως σημειώνει ὁ ἀείμνηστος Καθηγητής τῆς Φιλοσοφίας Βασίλειος Τατάκης, ἔργο τοῦ χριστιανοῦ θεολόγου εἶναι «νά στολίσει μέ τά μέσα τοῦ στοχασμοῦ, νά ἀναπτύξει τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, νά τήν ἐκφράσει καί αὐτός, ὅπως τήν ἐκφράζει καί ὁ ποιητής, ὁ ζωγράφος, ὁ ἀρχιτέκτονας, μέ τά δικά του ὁ καθένας μέσα, ὅπως ὁ ἁπλός πιστός μέ τή ζωή του». Ἡ ἐκκλησιαστική τέχνη ἀπετέλεσε βασική συνιστῶσα τῆς λειτουργικῆς καί μυστηριακῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη χριστιανική Ὁμολογία. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία ἀναγνωρίζει τόν Θρίαμβό της στήν ἀναστήλωση ἀκριβῶς τῶν ἱερῶν Εἰκόνων. Ἐξίσου ἐνδεικτικά, οἱ ἔννοιες τοῦ λόγου καί τῆς εἰκόνος συνιστοῦν τίς πλέον εὐρύτατες σέ θεολογικό πεδίο.
Ὑπό αὐτή τήν ἄποψη, ὁ Χριστός καί σαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ κατεξοχήν καί ὄντως θεολόγος, ἡ ἀρχή, τό τέλος καί τό πλήρωμα τῆς θεολογίας, ὅπως εἶναι καί ὁ τελειότερος καλλιτέχνης, ἤ ἀριστοτέχνης, κατά τήν πατερική ἔκφραση, ὡς Κτίστης καί Δημιουργός. Ὅπως σημειώνει ὁ Μέγας Βασίλειος στίς Ὁμιλίες του εἰς τήν Ἑξαήμερον, «ὁ κόσμος τεχνικόν ἐστι κατασκεύασμα, προκείμενον πᾶσιν εἰς θεωρίαν, ὥστε δι’ αὐτοῦ τήν τοῦ ποιήσαντος αὐτόν σοφίαν ἐπιγιγνώσκεσθαι». Δέν πρέπει νά παραγνωρίζουμε τό γεγονός ὅτι ὀνομάζουμε ἀκριβῶς τή συλλογή τῆς μοναστικῆς σοφίας Φιλοκαλία. Αὐτό συμβαίνει ἐπειδή οἱ Ἅγιοι Πατέρες καί Γέροντες εἶδαν τό κάλλος τοῦ κτιστοῦ κόσμου ὡς ἔμμεση εἰκόνα καί δημιουργικό ἀποτέλεσμα τῶν θείων προσωπικῶν Ἐνεργειῶν, καί ταύτισαν τή γνώση τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐμπειρία τῆς θεωρίας τοῦ «νοητοῦ κάλλους» τοῦ Δεσποτικοῦ Προσώπου. Σύμφωνα μέ τίς πολύτιμες διδαχές τους, ἡ φυσική θεωρία, δηλαδή ἡ θεογνωσία διαμέσου τῆς κτίσεως, σέ συνδυασμό μέ τήν πρᾶξιν, δηλαδή τήν ἄσκηση, ὁλοκληρώνονται στήν Θεολογία, πού σημαίνει ἐδῶ τήν ἄμεση θέαση, ἐμπειρία καί γνώση τοῦ ἀκτίστου λόγου τῶν θείων Ἐνεργειῶν.
Ἕνα ἔργο τέχνης μαρτυρεῖ περί τοῦ προσώπου τοῦ δημιουργοῦ του, ὅπως καί περί τῆς ὑποστάσεως τῶν εἰκονιζομένων, ἄν πρόκειται γιά Ἱερά Πρόσωπα. Ἐπειδή κάτι τέτοιο ὑπερβαίνει κάθε ἀντικειμενική γνωστική προσέγγιση, γι’ αὐτό καί ἡ τέχνη ἐνεδύθηκε τόση σημασία μέσα στήν Ἐκκλησία, καί ἡ ἐκκλησιαστική γλώσσα δέν ἔμεινε νοησιαρχικά φιλοσοφική, ἀλλά ἔγινε βιούμενη θεολογία ὥς ὕμνος, προσωδία, λατρεία, διάκοσμος καί Εἰκόνα. Ἐπειδή ἀκριβῶς πηγάζει ἀπό, καί ἀπευθύνεται στόν ὅλον ἄνθρωπο, ἡ τέχνη ὑπῆρξε πάντοτε ἡ ἀρτιώτερη καί πληρέστερη ἔκφραση τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου. Ὡς τέτοια, καθίσταται ἀναπόσπαστο μέρος τῆς Θείας Λειτουργίας καί τῶν ὑπολοίπων ἀκολουθιῶν καί μέσῳ αὐτῆς συνεκφαίνονται οἱ ἀλήθειες τῆς πίστεως. Σχεδόν ἀπό συστάσεώς της ἡ Ἐκκλησία οἰκειώθηκε καί διαχειρίστηκε τόν λόγο τῆς τέχνης σέ μιά ποικιλότροπη καί πολυεπίπεδη σημαντική, γιά νά ἐκφράσει τό κοινό βίωμα καί νά ὑπηρετήσει τήν λειτουργική, μυστηριακή ζωή καί λατρευτική πράξη τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος. Μεταχειρίστηκε ἀπ’ ἀρχῆς τήν τέχνη τῆς ποίησης καί τοῦ μέλους μέ θεολογική ἐνάργεια, ἀλλά καί τή γλώσσα τοῦ ζωγράφου, γιά νά πεῖ τήν ἴδια ἀλήθεια μέ τόν χρωστήρα, καί ἐπίσης αὐτή πού ἀποτυπώνει στό σχέδιο καί στά ὑλικά του ὁ ἀρχιτέκτονας, καθώς μέ αὐτόν τόν τρόπο ἡ καλλιτεχνική εἰκόνα γίνεται ἔκφραση τῆς πίστεως καί διαρκής ἀναφορά στήν Δημιουργία καί τήν Ἐνσάρκωση, καθώς καί τῆς προοπτικῆς τοῦ ἀνακαινισμοῦ τῶν πάντων ἐν Χριστῷ, μέσῳ τῶν ὁποίων δικαιώνεται ἡ σύμπασα κτίση καί τό κάλλος τοῦ κόσμου.

Α
ὐτή ἡ παρουσία τῆς τέχνης στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας δέν περιορίζεται μόνο σέ εἰκαστικό καί ποιητικό πεδίο, ἀλλά συνίσταται ἐξίσου στήν ἱερά διακόσμηση τῆς θείας λατρείας μέσῳ τῶν λειτουργῶν τῆς ἱερωσύνης, τήν εὐταξία τῶν ἱερῶν δρωμένων, τήν ροή τοῦ λόγου μέσῳ τῆς προσωδίας καί τοῦ μέλους. Ἐντοπίζεται ἀκόμη καί στήν λειτουργική καί θεολογική ἀγωγή τῶν παιδιῶν καί τῶν ἐφήβων διαμέσου τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν καί τῆς ἐκπαίδευτικῆς διδασκαλίας.
Ἡ μοναδική αὐτή κατάφαση τῆς Ὀρθοδοξίας πρός κάθε τομέα τῆς καλλιτεχνικῆς δημιουργικότητας ἀνέδειξε τήν Ἐκκλησία μας ὄχι μόνο σέ δημιουργό τέχνης, ἡ ὁποία σφράγισε ὁλόκληρες περιόδους τῆς ἱστορίας καί τῆς δισχιλιετοῦς ζωῆς της, ἀλλά ἐπιπλέον σέ κιβωτό τῆς κοσμικῆς κλασικῆς παιδείας, γραμματείας καί καλλιτεχνικῆς παράδοσης ἀνά τούς αἰῶνες.

Μέ
ὅλους αὐτούς τούς τρόπους, Θεολογία καί Τέχνη ἀνέκαθεν ἀπετέλεσαν δύο συμπληρωματικές μεταξύ τους ἐκφράσεις ἑνός κοινοῦ βάθους. Ἡ καλλιτεχνική γλώσσα διατυπώθηκε ὡς εἰκονογραφική καί τεχνοτροπική θεολογία, ὅπως ἀντιστοίχως καί ἡ Θεολογία, ὡς ὀντολογία καί «φιλοσοφία πρώτη», ἀποτελεῖ «τέχνη τεχνῶν καί ἐπιστήμη ἐπιστημῶν», κατά τήν προσφιλῆ ἔκφραση τῶν σχολιαστῶν τοῦ Ἀριστοτέλους. Γι’ αὐτό καί ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ νά παραχαράσσεται καί νά ἀλλοιώνεται τό ἴδιο ἀπό τήν εἰκόνα ὅπως καί μέ τόν λόγο.

Ο
ἱ Εἰκονοκλάστες ἀκριβῶς ἀντιμάχονταν τίς ἱερές ἀπεικονίσεις, γιατί ἀδυνατοῦσαν νά συλλάβουν τό θεολογικό περιεχόμενο τῆς εἰκόνας καί τοῦ προσώπου, καταλήγοντας μέ αὐτόν τόν τρόπο νά ἀρνοῦνται τίς ἀλήθειες τῆς ἐνανθρώπησης καί τῆς δημιουργικῆς Χάριτος τοῦ Κυρίου μας. Σέ ἀπάντηση, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός θα σημειώσει : «Οὐ προσκυνῶ τῇ ὕλῃ, προσκυνῶ δέ τόν τῆς ὕλης Δημιουργόν, τόν ὕλην δι’ ἐμέ γενόμενον καί ἐν ὅλῃ κατοικῆσαι καταδεξάμενον καί δι’ ὕλης τήν σωτηρίαν μου ἐργασάμενον, καί σέβων οὐ παύσομαι τήν ὕλην, δι’ ἧς ἡ σωτηρία μου εἴργασται». Ἡ ἴδια πεφωτισμένη μαρτυρία θά διατυπωθεῖ περίτρανα στό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπου ἀναφέρεται χαρακτηριστικά ὅτι «οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τόν ἀληθινόν Θεόν ἡμῶν, καί τούς Αὐτοῦ Ἁγίους, ἐν λόγοις τιμῶντες, ἐν συγγραφαῖς, ἐν νοήμασιν, ἐν θυσίαις, ἐν ναοῖς, ἐν εἰκονίσμασι».

Μέ α
ὐτές τίς σκέψεις, καί μέ τήν εὐλογία τοῦ Κυρίου μας, εὔχομαι ὁλόψυχα νά «ὑπερπλεονάσῃ ἡ χάρις» τῆς πολύτιμης αὐτῆς Ἡμερίδας, καί οἱ ἐργασίες της νά τύχουν κάθε ἐπιτυχίας καί καρποφορίας γιά τούς Θεολόγους καί λειτουργούς τῆς Ἐκπαίδευσης, ὥστε ἡ ἴδια ἀληθής μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας μας νά εὐδοκιμεῖ ὁμοίως στό χῶρο τοῦ σχολείου πρός ὠφέλεια τῶν παιδιῶν μας.

Πηγή: