ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ - Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ

Βασιλεύουσα, Νέα Ρώμη, Βυζάντιο, Επτάλοφος… Πόσες λέξεις – πόσα προσωνύμια κρύβονται μέσα στην έννοια της Πόλης! Της Κωνσταντινούπολης.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαδίκτυο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαδίκτυο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Ο ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ ΩΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ «ΚΡΙΣΗΣ»

γ.δ.καπετανακης: εισήγηση στο συνέδριο ΜΦΘΣ στη Σάμο 2/7/2010
 
Η Πανδώρα ήταν η απάντηση των θεών του Ολύμπου στην αρπαγή της φλόγας από τον Προμηθέα. Λαμπρή, όπως η Αφροδίτη και μοιάζοντας με θυγατέρα της Νύχτας υποτάσσει τον Επιμηθέα, παρά την προειδοποίηση του αδελφού του. «Η Πανδώρα είναι μια φωτιά που ο Δίας την έβαλε στα σπίτια και καίει τους ανθρώπους, χωρίς να χρειάζεται να ανάψει καμιά φλόγα. Φωτιά κλέφτης που απαντά στη φωτιά που εκλάπη, η Πανδώρα φέρνει τη δυστυχία στους ανθρώπους. Η Πανδώρα θέλει να ευχαριστηθεί, να αισθανθεί πλήρης. Δεν ικανοποιείται με το λίγο που υπάρχει…» (Vernant, 2007:36)
Οι Έλληνες, εκτός του μισογυνισμού που εκφράζει ο μύθος, απαλλάσσονται ανέξοδα από τα αίσχη τους, μεταθέτοντας την αρχή του κακού στους θεούς τους αλλά και σε βάρος των γυναικών τους. «Η γυναίκα έχει δύο όψεις. Η  Πανδώρα ενσαρκώνει τη γονιμότητα  που παράγει και την απληστία που καταστρέφει. Είναι η κοιλιά που καταβροχθίζει ό,τι ο άνδρας συνέλεξε με κόπο και με τίμημα τον μόχθο του, την εργασία του, την κούρασή του , αλλά αυτή η κοιλιά είναι επίσης η μόνη που μπορεί να παραγάγει ό,τι επιμηκύνει τη ζωή του ανθρώπου, ένα παιδί». (Vernant, 2007:41)
Αυτή η πορεία μεταξύ γονιμότητας και απληστίας χαρακτηρίζει την πορεία του δυτικού πολιτισμού, με όποια οικονομική θεωρία και αν τον κοιτάξουμε. Ο Επιμηθέας πρώτα ενεργεί και μετά καταλαβαίνει. Παρόμοια κι οι σύγχρονοι άνθρωποι, όπως καταλήγει ο Adam Smith στο βιβλίο – σταθμό, Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων : « δεν ελπίζουμε σε άλλα οφέλη παρά να  αναγνωριζόμαστε και να κερδίζουμε την προσοχή, τίποτε άλλο παρά να μας αντιμετωπίζουν με συμπάθεια και εύνοια. Πρόκειται για τη ματαιοδοξία μας, κι όχι τις ανέσεις ή την ευχαρίστησή μας.» (Cohen, 2010:185)
Την έννοια της συνεχούς πορείας του ανθρώπου μεταξύ γονιμότητας και απληστίας τη γνωρίζουν οι Ιουδαίοι με τον Αδάμ, την Εύα και τον απαγορευμένο καρπό ως απαρχή  της ιδιοκτησίας.  Τη  συναντούμε επίσης  και στη συμβίωση ως και  στην έξοδο των Ιουδαίων από την Αίγυπτο (1650 – 1300 π.Χ). Η ευημερία της Αιγύπτου δίνει τη δυνατότητα και στο τελευταίο κοινωνικό σώμα, τους δούλους Εβραίους να απαιτούν μέσω του Μωυσή και του Ααρών την απελευθέρωσή τους. Η άρνηση του Φαραώ Μανέφθα του Β΄ επέφερε τα δεινά της οικονομίας και τη φθίνουσα πορεία του κοινωνικού ιστού στην Αίγυπτο ως τιμωρία του Θεού των Ισραηλιτών. Αλλά και στη συνέχεια της ιστορικής πορείας του «περιούσιου λαού» ο Θεός τιμωρεί πότε το λαό του και πότε  τους αντιπάλους του.
Αξίζει να επισημάνουμε την περίπτωση του Ωσηέ, ως χαρακτηριστικό ατομικό παράδειγμα με κοινωνικές όμως προεκτάσεις: « Και θα καταπαύσω κάθε ευφροσύνη της, τις γιορτές της, τις νεομηνίες της, και τα Σάββατα της, και όλα τα πανηγύρια της. Και θα αφανίσω τις αμπέλους της, και τις συκιές της, για τις οποίες είπε: Αυτά είναι μισθώματά μου, που μου έδωσαν οι εραστές μου• Και θα τις κάνω δάσος, και τα θηρία τού χωραφιού θα τις κατατρώνε. Και θα στραφώ εναντίον της τις ημέρες των Βααλείμ, κατά τις οποίες θυμίαζε σ” αυτούς, και στολιζόταν με τα σκουλαρίκια της και τα περιδέραιά της, και πορευόταν πίσω από τους εραστές της, εμένα όμως με λησμόνησε, λέει ο Κύριος. Γι” αυτό, δες, εγώ θα την προσελκύσω και θα τη σύρω στην έρημο, και θα μιλήσω   στην καρδιά της ειρηνικά.» (Ωσηέ 2:11-14)
Και στους δυο πυλώνες του χριστιανισμού, την Ελληνική σκέψη και την Ιουδαϊκή παράδοση, η οικονομική και κοινωνική κρίση είναι θεϊκή παρέμβαση. Τις  δέκα πληγές του Φαραώ ακολουθεί ο δεκάλογος του Μωυσή και την ακμή των 12 φυλών η Βαβυλωνιακή αιχμαλωσία. Η νίκη των Ελλήνων επί των Τρώων επισκιάζεται από το πολύχρονο ταξίδι της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη. Την κρίση του Θεού διαδέχεται η τιμωρία της αμαρτίας του ανθρώπου και θα μπορούσαμε να παραθέτουμε συνεχώς παρόμοια παραδείγματα.
Ο Θεός παραμένει  τιμωρός, για μεγάλο χρονικό διάστημα και στο Χριστιανισμό, παρά τις προσπάθειες  να καταδειχθεί η αγαπητική   φύση του Πατέρα. «Κάθε καλή παροχή και κάθε τέλειο δώρο προέρχεται και κατεβαίνει από πάνω, από τον Πατέρα των φώτων, στον οποίο δεν υπάρχει διακύμανση ή εμφάνιση σκιάς εξαιτίας κάποιας αλλαγής στη θέση του! Από δική του βούληση μας έφερε στη ζωή με τη διδαχή της αλήθειας, για να είμαστε, κατά κάποιον τρόπο, τα πρωτογεννήματα των δημιουργημάτων του. (Ιάκ 1:17-18)
Η προσπάθεια συστηματοποίησης του σχήματος της αμαρτίας οδηγεί το χριστιανισμό στην απαρίθμηση, ιεράρχηση και κατά προέκταση στην κατασκευή των κανόνων επιδιόρθωσης της. Προδρομικές εκφράσεις της διδασκαλίας των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων, «δηλαδή μια πρώτη προσπάθεια αρίθμησης των αμαρτημάτων, με όλα όσα αυτή συνεπάγεται, είναι οι κατάλογοι που καταρτίσθηκαν τον 4ο αι. από τον Ευάγριο Ποντικό και λίγο αργότερα από τον Ιωάννη Κασσιανό. Μάλιστα ο Ευάγριος αριθμεί οκτώ βαριά αμαρτήματα, οκτώ λογισμούς: λαιμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, λύπη, οργή, ακηδία, κενοδοξία και υπερηφάνεια. Στην πορεία, με τη σύμπτυξη της κενοδοξίας με την υπερηφάνεια, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, προήλθαν τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα». (Σταμούλης, 2006)
Ο  χώρος όμως που διογκώθηκε και συστηματοποιήθηκε  η θεωρία των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων είναι η Δύση της  ενωμένης ακόμη χριστιανοσύνης  και εισηγητής τους, τον 6ο αι., ο πάπας Ρώμης  Γρηγόριος ο Μέγας, ο επονομαζόμενος και Διάλογος. «Πρόκειται για τον πάπα που έθεσε στο κέντρο της θεολογίας του τη διδασκαλία για το ‘‘καθάρσιο πυρ’’, εγκαινιάζοντας με τον τρόπο αυτό τον σκοτεινό μεσαίωνα με τις φοβίες του για την κόλαση, που στηρίζεται στη νομική και άκρως ηθικιστική κατανόηση της σχέσης Θεού και ανθρώπου. Είναι μια σχέση που στηρίζεται στο σχήμα έγκλημα και τιμωρία. Η αμαρτία είναι έγκλημα του ανθρώπου το οποίο θίγει τη θεία δικαιοσύνη και το ξεπέρασμά της πραγματοποιείται διά της τιμωρίας». (Σταμούλης, 2006)
Εάν στη Δύση οι κατάλογοι των αμαρτημάτων, αλλά και η διάκριση σε βαρέα και ελαφρά αμαρτήματα, ερμηνεύτηκαν μέσα από το θεσμικό και δικαιικό της πλαίσιο, το οποίο θέτει στο κέντρο της ζωής του χριστιανού τον φόβο απέναντι στον κριτή Θεό και γεννά ψυχολογικά συμπλέγματα ενοχής, στην Ανατολή η ερμηνεία υπήρξε διαφορετική. Με βασικό οδηγό το γεγονός της υποκειμενικότητας, της ανάδειξης δηλαδή του ανθρώπινου προσώπου, που δεν περιορίζεται σε κλειστά συστήματα οποιασδήποτε απρόσωπης αντικειμενικότητας, σε απρόσωπους νόμους και κανόνες που αγνοούν το μυστήριο της διαφορετικότητας, οι πατέρες της Ανατολής αρνήθηκαν μετά μανίας να διακρίνουν τις αμαρτίες σε θανάσιμες και μη θανάσιμες και συνεπώς αρνήθηκαν και οποιαδήποτε αρίθμηση και ιεράρχησή  τους.
Έτσι, μόνη αμαρτία προς θάνατο απέμεινε η αμετανοησία, δηλαδή η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, «΄H με άλλα και καλύτερα λόγια, αυτά του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου: η πληγή που οδηγεί στον θάνατο είναι η κάθε αμετανόητη και ανεξαγόρευτη αμαρτία, πέρα από οποιαδήποτε διάκριση μικρών ή μεγάλων, θανάσιμων ή μη θανάσιμων, σπουδαίων ή ασήμαντων. Είναι ξεκάθαρο, σε   μια τέτοια προοπτική κατανόησης της εκκλησιαστικής ζωής, ότι στο κέντρο της θεολογίας της Ανατολής, στα όρια ενός άκρως δημιουργικού πολιτισμού, βρίσκεται ο άνθρωπος, ο ασθενής και εξάπαντος όχι εγκληματίας άνθρωπος, που αναζητεί τη γιατρειά του, οπωσδήποτε όχι την τιμωρία του, από τον φιλάνθρωπο Θεό της αγάπης».( Σταμούλης, 2006)
Ποια είναι η απάντηση στον εφιάλτη της αμαρτίας; Γράφει ο Ντοστογιέφσκι: «είμαστε όλοι υπεύθυνοι για τα πάντα και για όλους έναντι όλων, και εγώ περισσότερο υπεύθυνος απ’ όλους». Το δρών υποκείμενο της μετανεωτερικότητας, το πρόσωπο της ορθοδοξίας, τίθεται στην πρώτη γραμμή των ευθυνών του και ταυτόχρονα στο κέντρο της κοινότητας.  Σίγουρα, το να ασκηθεί ο άνθρωπος στην ολιγάρκεια, το να γίνει, όπως θα “λεγε ο Μάξιμος ο Ομολογητής «ολιγοδεΐας εραστής» είναι ένας παράγοντας για  να αφήσει χώρο στη δράση του Θεού ώστε από το «λίαν καλώς» να οδηγηθεί στο «άριστα». (Μπέγζος, 1999:37-38)
Όμως η ατομική σωτηρία δεν είναι αρκετή, ούτε ανεξάρτητη από την κοινότητα. «Αδιάκοπα ρηξικέλευθος, ο Χρυσόστομος, π.χ., παρατηρεί ότι η παρθενία, που θεωρείται ύψιστη αρετή, ούτε καθολική εντολή συνιστά, ούτε οδηγεί από μόνη της στον παράδεισο. Ο πλεονέκτης παρθένος θα βλέπει τον νυμφώνα απ” έξω! Η αλληλεγγύη, όμως, και καθολική εντολή συνιστά και στον παράδεισο οδηγεί, απλούστατα διότι από τη φύση της σημαίνει έγνοια για τον άλλον. Κι αυτή η έγνοια σημαίνει πολλά. Αν παράδεισος είναι η ζωή με τον Χριστό, ο τόπος όπου ο Χριστός μας έχει κλείσει ραντεβού μαζί του είναι -κατά ρητή δήλωσή του- το πρόσωπο του ξένου και του αδικημένου (Ματθ. 25:31-46)». (Παπαθανασίου, 2006). Τα λόγια του Χριστού ότι «όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας» (Ματθ. 6:21) μας θέτει προ των ευθυνών μας.
Την πορεία μεταξύ αύξησης και μείωσης, μεγέθυνσης και απομεγέθυνσης, γονιμότητας και κατανάλωσης, που καταδεικνύει και την τρεπτότητα του ανθρώπου αλλά και τους νόμους που παρεμβαίνουν στην κοινωνική δόμηση προσπάθησαν να καταγράψουν οι οικονομολόγοι και κοινωνιολόγοι. Βασικό μέλημά τους ήταν η συσχέτιση των υλικών αγαθών με τη πληθυσμιακή σύνθεση.
Στο «Δοκίμιο επί των αρχών του πληθυσμού»   ο οικονομολόγος  Τόμας Μάλθους υποστήριξε ότι ο ανθρώπινος πληθυσμός αυξάνεται με ρυθμό γεωμετρικής προόδου, εν αντιθέσει με τα διαθέσιμα αγαθά, τα οποία αυξάνονται με ρυθμό αριθμητικής προόδου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του κατά κεφαλήν εισοδήματος και οι λιμοί και οι επιδημίες έρχονται κάθε φορά για τη διακοπή της οικονομικής μεγέθυνσης. Κατά την άποψη του Μάλθους, o έλεγχος του μεγέθους του ανθρώπινου πληθυσμού ήταν απαραίτητος, προκειμένου να διατηρείται το ισοζύγιο ανάμεσα σ” αυτόν και τις διαθέσιμες ποσότητες φυσικών αγαθών.
«Ο νόμος του αιδεσιμότατου Μάλθους ακυρώνει τις συνήθεις κατηγοριοποιήσεις του καλού και του κακού. Για παράδειγμα, η ζωή στην Ταϊτή είναι παραδεισένια, αυτό όμως οφείλεται στα υψηλά επίπεδα παιδοκτονίας. Θανάτωναν αμέσως πάνω από τα δυο τρίτα  των νεογέννητων, πνίγοντας και στραγγαλίζοντας τα ή συντρίβοντας το λαιμό τους. Οτιδήποτε συμβάλλει στην αύξηση της θνησιμότητας προβάλλει ως κάτι καλό, καθώς μειώνει τον ανταγωνισμό και για τα διαθέσιμα εδάφη. Αντίστροφα, η δημόσια υγεία στρέφεται κατά των κοινωνιών που τη σέβονται…Πρόκειται για τη βασιλεία της ευημερίας του κακού.»( Cohen, 2010:15)
Την ανακύκληση των καλών και κακών εποχών θα συστηματοποιήσει ο Νικολάι Κοντριάτεφ στο έργο του «Τα μεγάλα κύματα της οικονομικής ζωής» (1925) που θα τον οδηγήσει στην εξορία από το Στάλιν αφού  αντέκειτο στη μαρξιστική θεωρία της παρακμιακής τάσης του καπιταλισμού. Παρατηρεί συγκεκριμένα: «η οικονομική δραστηριότητα υπακούει σε μια περιοδικότητα πενήντα ετών. Είκοσι πέντε χρόνια μεγέθυνσης ακολουθούνται κατά μέσο όρο από είκοσι πέντε χρόνια κρίσης που, με τη σειρά τους ακολουθούνται από 25 χρόνια μεγέθυνσης, κ.ο.κ.  Υποδεικνύει, έτσι, τρεις μεγάλους κύκλους μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση στα τέλη του 18ου αιώνα. Πιέζοντας κανείς λίγο τους αριθμούς καταλήγει στο εξής χρονολόγιο: 1789-1813:μεγέθυνση,  1814-1848 κρίση και τέλος πρώτου κύκλου. 1849-1873: μεγέθυνση, 1874-1898: κρίση και τέλος του δεύτερου κύκλου. 1899-1923 μεγέθυνση, 1924-1948:κρίση και τέλος του τρίτου κύκλου.» (Cohen, 2010:192)
Την εργασία του Κοντράτιεφ μπορούμε να την εφαρμόσουμε ως τις μέρες μας και να εστιάσουμε στην παρατήρησή του ότι οι πόλεμοι είναι περισσότεροι σε περιόδους ανάπτυξης, με αποκορύφωμα τον Α΄ και Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που χαρακτήρισαν τον 20ο αιώνα.  Μεταγενέστεροι ερευνητές (π.χ.Hirschman Al., Schumpeter J., Kennedy P., κ.ά.) παρατηρώντας τη χαλάρωση των δημοσιονομικών περιορισμών των κρατών που βρίσκονται στο στάδιο της μεγέθυνσης και το μέγεθος του πλούτου των πολιτών συμπέραναν ότι: « …επιθυμεί κανείς τη συλλογική ευτυχία σε περιόδους μεγέθυνσης, όταν τα αγαθά της ιδιωτικής κατανάλωσης είναι άφθονα και η ιδιωτική ευτυχία τείνει, προσωρινά, να ικανοποιείται. Αντίστροφα, όταν η οικονομική ανάπτυξη είναι ισχνή και τα καταναλωτικά αγαθά σπανίζουν, το συλλογικό γίνεται μια πολύ ακριβή πολυτέλεια, και εκτιμά κανείς περισσότερο τις ατομικές αξίες και τις μικρές απολαύσεις της οικογενειακής ζωής…» (Cohen, 2010:202)
Η ατομική και συλλογική ευτυχία είναι και ο ρυθμιστικός παράγοντας που ηθικοποιεί τον καπιταλισμό κατά το Max Weber. H απληστία είναι το κύριο γνώρισμα του καπιταλισμού, που όμως εξορθολογίζεται και ισορροπεί για το κοινό καλό, σύμφωνα με το έργο του «Η Προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού» (1904). Ως άλλος Pangloss του Βολταίρου, θεωρεί ότι ο κόσμος είναι ο καλύτερος δυνατός, παρά της ατέλειές του, ενώ οι κοινωνικές ανισότητες, τα οικονομικά ρίσκα και οι αμοιβές είναι μια σπειροειδής κίνηση ανάπτυξης. Η κρίση του 2007 στις ΗΠΑ καταβαράθρωσε αυτό το επιχείρημα: τα διευθυντικά στελέχη αμείβονταν, είχαν εισοδήματα καλύτερα, 100 δισεκατομμύρια, έναντι 4000 δισεκατομμυρίων ζημιάς που άφησαν στην κοινωνία.
Ποιός είναι λοιπόν ο ρυθμιστικός παράγοντας της ελεύθερης αγοράς; Κατά το Friedman η ίδια η αγορά αυτορυθμίζεται και οι κυβερνητικές ενέργειες λειτουργούν ως παράγοντες αποσταθεροποίησης. Ο  Keynes, από την άλλη, υποστηρίζει ότι το χαρακτηριστικό ρητό των κρίσεων : «ο καθένας για τον εαυτό του» πρέπει να αντικατασταθεί από το κοινό καλό και να εκφραστεί από την κρατική παρεμβατικότητα, που θα δημιουργήσει ένα ασφαλές περιβάλλον ανάπτυξης κι εξόδου από την κρίση. (Cohen, 2010:307)