ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ - Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ

Βασιλεύουσα, Νέα Ρώμη, Βυζάντιο, Επτάλοφος… Πόσες λέξεις – πόσα προσωνύμια κρύβονται μέσα στην έννοια της Πόλης! Της Κωνσταντινούπολης.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015

Σχολικοί Σύμβουλοι Θεολόγων για τα Θρησκευτικά


Με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση για τη διαδικασία χορήγησης απαλλαγής από τα Θρησκευτικά αναθερμάνθηκε ο γενικότερος διάλογος γύρω από τη μορφωτική αποστολή και τον χαρακτήρα της σχολικής θρησκευτικής εκπαίδευσης, τις μαθησιακές ανάγκες που εξυπηρετεί, τη θέση της στο σύγχρονο σχολείο και το νομικό καθεστώς που τη διέπει. 

Ο διάλογος αυτός γύρω από το μάθημα των Θρησκευτικών διαρκεί τώρα και μερικές δεκαετίες. Οι φάσεις του αποτυπώνονται σε συνέδρια, δημοσιεύματα, δημόσιες εκδηλώσεις και παρεμβάσεις. Πολύ συχνά, λόγω επίκαιρων αναγκών ή του ευρύτερου ενδιαφέροντος, ο διάλογος ξεπέρασε τα στενά όρια του θεολογικού κόσμου και ανοίχτηκε στον δημόσιο χώρο. Στο πλαίσιο αυτό, πήραν θέση ή κατέθεσαν απόψεις, εκτός από τους επίσημους θεσμούς της Εκπαίδευσης και τους εκπαιδευτικούς, η Εκκλησία και εκπρόσωποί της, οι αρμόδιες Ανεξάρτητες Αρχές της χώρας, οι θεολογικές σχολές, οι επιστημονικές ενώσεις των θεολόγων, σύλλογοι και ενώσεις πολιτών, μεμονωμένα πρόσωπα κ.ά. Στα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερη ώθηση στη διεξαγωγή του διαλόγου έδωσαν η δημοσίευση των Συστάσεων 1720 (2005) και (2008)12 του Συμβουλίου της Ευρώπης, η τροποποίηση του καθεστώτος χορήγησης απαλλαγής το 2008 και οι παλινωδίες της κεντρικής διοίκησης που ακολούθησαν, καθώς και η εκπόνηση νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου και πρόσφατα του Λυκείου. 

Οι Σχολικοί Σύμβουλοι Θεολόγων που υπογράφουμε αυτό το κείμενο, προσηλωμένοι στο καθήκον της επιστημονικής υποστήριξης των εκπαιδευτικών της ειδικότητάς μας, θεωρούμε χρήσιμο να συμβάλλουμε στον διεξαγόμενο διάλογο, καταθέτοντας την εμπειρία από την πολύχρονη συνεργασία μας με τους εκπαιδευτικούς, επισημαίνοντας προς όλες τις κατευθύνσεις τα παρακάτω: 

1. Τα Θρησκευτικά είναι υποχρεωτικό μάθημα της σχολικής εκπαίδευσης, με σαφές πλαίσιο λειτουργίας και καθορισμένη σκοποθεσία, η οποία θεμελιώνεται στο Σύνταγμα της χώρας και τους βασικούς νόμους της Εκπαίδευσης. Στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, το μάθημα είναι ενιαίο και υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές. Οι μαθητές δεν χωρίζονται με βάση τη θρησκευτική επιλογή τους, όπως γίνεται στο λεγόμενο «πολυ-ομολογιακό» μοντέλο σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, στο οποίο λειτουργούν παράλληλα μαθήματα με διαφορετικές θρησκευτικές κατευθύνσεις. Αυτός ο τρόπος οργάνωσης της θρησκευτικής εκπαίδευσης στη χώρα μας έχει παιδαγωγικά πλεονεκτήματα, ενώ η τυχόν μεταβολή της εγκυμονεί κινδύνους. Μάλιστα, στην Ευρώπη, σήμερα, γίνεται πολλή συζήτηση για το κατά πόσον ο χωρισμός των παιδιών στο μάθημα των Θρησκευτικών θέτει σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή και δεν υπηρετεί τη δημοκρατικότητα, το δικαίωμα στη διαφορετικότητα, την καλλιέργεια της ανεκτικότητας και άρα την ειρηνική συμβίωση.

2. Ο εκπαιδευτικός σκοπός του μαθήματος των Θρησκευτικών συνδέεται με τον ευρύτερο σκοπό της Εκπαίδευσης, για τη δημιουργία ολοκληρωμένων πολιτών, μέσα από την ανάπτυξη αναγκαίων γνώσεων, στάσεων και δεξιοτήτων, που καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα της μάθησης. Το μάθημα σέβεται τη θρησκευτική ελευθερία και την πολιτισμική ταυτότητα των μαθητών, καθώς επίσης κάθε ετερότητα. Δίνει στους μαθητές τη δυνατότητα να κατανοήσουν τη δική τους θρησκευτική ταυτότητα και των άλλων, προσφέροντας μαθησιακές ευκαιρίες για προσωπική ανάπτυξη και καλλιέργεια της θρησκευτικής συνείδησής τους. Ταυτόχρονα, με έγκυρο και υπεύθυνο τρόπο, τους προετοιμάζει να ζήσουν δημιουργικά στον σύγχρονο κόσμο, ο οποίος χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα, αντινομίες και προκλήσεις. 

3. Το ειδικό μορφωτικό ενδιαφέρον του μαθήματος των Θρησκευτικών έχει αφετηρία την επικρατούσα τοπική θρησκευτική παράδοση, δηλαδή την Ορθόδοξη πίστη και παράδοση, με τις ποικίλες πολιτιστικές και κοινωνικές εκφάνσεις της, επεκτείνεται στη διερεύνηση του φαινομένου της θρησκευτικότητας και περιλαμβάνει σε θεμιτό βαθμό τη μελέτη των κύριων θρησκευτικών παραδόσεων της Ευρώπης και του σύγχρονου κόσμου, με βάση τις μαθησιακές προσδοκίες και ανάγκες των προεφήβων και εφήβων μαθητών. Η προσέγγιση αυτή είναι συμβατή με το ισχύον νομικό καθεστώς, καθώς επίσης με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και την κουλτούρα της διαπολιτισμικότητας και τεκμηριώνεται από τα πορίσματα της σύγχρονης θρησκειοπαιδαγωγικής επιστήμης. Η εφαρμογή μιας θρησκειολογικής εκπαίδευσης, άποψη η οποία υποστηρίζεται συνήθως από μη θεολόγους, θα περιορίσει το σύνολο του μαθήματος των Θρησκευτικών σε ένα μόνο τομέα της θεολογικής επιστήμης, δεν εξυπηρετεί τις μορφωτικές ανάγκες των μαθητών και δεν έχει παιδαγωγικό έρεισμα. 

4. Το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως και τα άλλα μαθήματα, αξιοποιεί σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής, σύμφωνα με τις αρχές της παιδαγωγικής επιστήμης. Η διδακτική μεθοδολογία, οι στρατηγικές μάθησης, οι τεχνικές διδασκαλίας και τα διδακτικά μέσα που χρησιμοποιεί έχουν παιδαγωγικό περιεχόμενο και μορφωτική αποστολή, η οποία διαφέρει από εκείνη της εκκλησιαστικής κατήχησης, η οποία αρμόζει να γίνεται σε άλλο χώρο, για άλλους σκοπούς και με άλλα μέσα. Αυτή η παιδαγωγική προσέγγιση είναι συνεπής και με τη θεολογική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως προς τον σκοπό και το περιεχόμενο της κατήχησης. Αυτή τη θέση εκφράζουν τόσο τα τρέχοντα αναλυτικά προγράμματα όσο και τα νέα Προγράμματα Σπουδών. Τα τελευταία θεωρούμε ότι προάγουν με επιτυχία τη διερευνητική, βιωματική και συνεργατική μάθηση και οδηγούν στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης, που ως παιδαγωγική τάση είναι κοινός τόπος στα σύγχρονα εκπαιδευτικά δρώμενα. 

5. Τα Προγράμματα Σπουδών δεν μπορεί να είναι στατικά. Καθώς εξελίσσονται οι κοινωνικές συνθήκες, οι μορφωτικές ανάγκες και τα επιστημονικά δεδομένα, θεωρούμε επιβεβλημένο να αναμορφώνονται. Κατά την ανάπτυξη νέων προγραμμάτων ή την παραγωγή νέων διδακτικών μέσων πρέπει να αξιοποιούνται θετικές εμπειρίες και καλές πρακτικές από το παρελθόν και ταυτόχρονα να προωθούνται καινοτόμες ιδέες και προτάσεις από τους ειδικούς, με στόχο τη δημιουργική ανανέωση της διδακτικής διεργασίας. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε θετικό γεγονός την εκπόνηση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά, καθώς και την πιλοτική εφαρμογή τους στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Η συγκροτημένη δόμησή τους, οι αναλυτικές αναφορές στην ιστορία και την παιδαγωγική θεμελίωση του μαθήματος, η διεξοδική ανάλυση των διδακτικών θεμάτων, η οργάνωσή τους σε μια ενιαία πορεία από το Δημοτικό μέχρι το Λύκειο, η εισαγωγή καινοτόμων διδακτικών και μαθησιακών προσεγγίσεων, η παρουσίαση πλήθους διδακτικών τεχνικών στην κατεύθυνση της διερευνητικής και βιωματικής μάθησης, καθώς και η ταυτόχρονη παραγωγή Οδηγών του Εκπαιδευτικού, με την παράθεση πλήθους δειγματικών σχεδίων-σεναρίων διδασκαλίας και τη μεθοδική καθοδήγηση του εκπαιδευτικού για την αξιοποίησή τους, είναι στοιχεία που αποτιμώνται θετικά. Τα στοιχεία αυτά απουσίαζαν ή ήταν ελλιπή στα μέχρι σήμερα υφιστάμενα αναλυτικά προγράμματα. Τα νέα Προγράμματα Σπουδών δεν είναι απλά διδακτικά εγχειρίδια. Η αξιολογική εκτίμησή τους, που δεν είναι εύκολη υπόθεση, πρέπει να γίνεται με επιστημονικούς όρους και κυρίως ύστερα από την εφαρμογή τους στη σχολική τάξη. Η αποτίμηση της πιλοτικής εφαρμογής τους στην υποχρεωτική Εκπαίδευση -Δημοτικό και Γυμνάσιο- είναι θετική και γι’ αυτό θεωρούμε ότι η καθολική εφαρμογή τους μπορεί να συντελέσει στην ανανέωση της θρησκευτικής εκπαίδευσης και την προαγωγή της σύγχρονης μαρτυρίας της, καθώς επίσης στην προάσπιση του μαθήματος των Θρησκευτικών στο δημόσιο σχολείο.

Για να είναι αποδοτική η εφαρμογή τους, θεωρούμε ότι είναι επιβεβλημένη η παραγωγή κατάλληλου διδακτικού υλικού για τους μαθητές, (εγχειριδίων κλπ.), όπως ακριβώς και για τα άλλα μαθήματα, καθώς επίσης η συνεχής και συστηματική επιμόρφωση και υποστήριξη των εκπαιδευτικών. 

6. Ο δημόσιος διάλογος είναι πάντοτε ευπρόσδεκτος με όποια θεμιτή μορφή και εάν γίνεται, επειδή συμβάλλει στη δημόσια ενημέρωση, παρέχει τη δυνατότητα να αποτυπώνονται και να κρίνονται όλες οι απόψεις, να κατατίθενται προτάσεις, να υπερβαίνονται παρανοήσεις. Πέρα από την αυτονόητη αυτή διαπίστωση, ο διάλογος είναι αποτελεσματικός όταν διακρίνεται από νηφαλιότητα και σεβασμό στη διαφορετική άποψη, λειτουργεί χωρίς αποκλεισμούς, ευνοεί τη σύνθεση διαφορετικών προσεγγίσεων και στοχεύει στην εξαγωγή έγκυρων συμπερασμάτων. Αναμφίβολα, πάντοτε εμφιλοχωρούν κίνδυνοι όπως είναι η «ιδεολογικοποίηση» ζητημάτων με επιστημονικό χαρακτήρα, οι παροδικές εντυπώσεις, η υπερίσχυση προβληματικών προσεγγίσεων, ο εγκλωβισμός σε συγκρουσιακές καταστάσεις κ.ά.
Εκφράζουμε τη διαφωνία και την ανησυχία μας για ορισμένες παρεκτροπές που έχουν σημειωθεί στο πλαίσιο του διεξαγόμενου διαλόγου για τη φύση και το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών. Οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί, οι μειωτικές εκφράσεις, οι επιθετικές συμπεριφορές, η παραπληροφόρηση, ο αποκλεισμός της διαφορετικής άποψης, η άρνηση συμμετοχής στον διάλογο και οι διχαστικές τάσεις δεν συνάδουν με το θεολογικό και εκπαιδευτικό ήθος, ούτε ανταποκρίνονται στις ανάγκες των καιρών.

7. Αναμένουμε από τις επιστημονικές ενώσεις των θεολόγων να ηγηθούν στην προσπάθεια για συνεννόηση. Να επιδιώξουν ένα πλαίσιο διαλόγου το οποίο θα οδηγήσει στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Να λειτουργήσουν συνεργατικά και συνθετικά, απομονώνοντας ακραίες φωνές. Στους θρησκευόμενους πιστούς οι οποίοι εκφράζουν το ενδιαφέρον τους, τους πολίτες που δεν είναι εκπαιδευτικοί και όλους όσοι διατυπώνουν καλοπροαίρετα την άποψή τους προτείνουμε το αυτονόητο, δηλαδή να αναγνωρίσουν ότι η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι παιδαγωγική υπόθεση και είναι αρμοδιότητα καταρχήν των ειδικευμένων εκπαιδευτικών. Παρόμοια είναι η ευθύνη της διοικούσας Εκκλησίας η οποία μπορεί να συμβάλλει στην υπέρβαση τυχόν δυσκολιών κατά τη διεξαγωγή του διαλόγου, «εν τω συνδέσμω της ειρήνης», με απώτερο στόχο τη μορφωτική και πνευματική καλλιέργεια των παιδιών μας με τους καλύτερους δυνατούς όρους. 


ΟΙ ΣΧΟΛΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

Αργυρόπουλος Ανδρέας
Βαλλιανάτος Άγγελος
Δημακόπουλος Δημήτριος
Καλογεράκης Ευτύχιος
Μιχαλοπούλου Ελένη
Μπαλή Αικατερίνη-Μαρία
Μπιτσάκης Αντώνιος
Σταλίκα Φωτεινή
Στράντζαλης Πολύβιος
Στριλιγκάς Γεώργιος
Συργιάννη Μαρία
Τσάγκας Ιωάννης
Φύκας Δημήτριος
Χριστόπουλος Νικόλαος

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Νέα αναθεωρημένη και βελτιωμένη έκδοση του Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου

Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση νέου Προγράμματος Σπουδών
στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνάσιου
«ΝΕΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (Σχολείο 21ου αιώνα) – Νέο Πρόγραμμα Σπουδών

Αθήνα 14 Ιουνίου 2014

Δ ε λ τ ί ο  Τ ύ π ο υ

Νέα αναθεωρημένη και βελτιωμένη έκδοση του Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου

Ως επιτροπή εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση νέου Προγράμματος Σπουδών και στο πλαίσιο του Έργου «ΝΕΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (Σχολείο 21ου αιώνα) – Νέο Πρόγραμμα Σπουδών ολοκληρώσαμε ήδη την αναθεώρηση και βελτίωση του νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου και στη συνέχεια καταθέσαμε τη νέα αυτή έκδοσή του στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, προκειμένου να εγκριθεί η ανάρτησή του στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του ψηφιακού σχολείου, αντικαθιστώντας την πρώτη εκδοχή του, η οποία ανατρέχει στον Αύγουστο του 2011.

Προκειμένου να ενημερωθεί η θεολογική και ευρύτερα εκπαιδευτική κοινότητα και μάλιστα ενόψει ειδικής ημερίδας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος για το μάθημα των Θρησκευτικών, αναρτούμε την αναθεωρημένη αυτή έκδοση του Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου σε ειδική ιστοσελίδα (βλ. http://e-thriskeftika.sch.gr/ps2014.htm, το Πρόγραμμα Σπουδών στη διεύθυνση http://e-thriskeftika.sch.gr/PSThriskeftikon1.pdf και συμπιεσμένη έκδοσή του σε αρχείο με μικρότερο όγκο http://e-thriskeftika.sch.gr/PSThriskeftikon2.pdf).

Το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά, όπως και τα Προγράμματα όλων των άλλων μαθημάτων, εφαρμόστηκε ήδη πιλοτικά κατά το διάστημα 2011-2013 και η επιτροπή εκπόνησης, λαμβάνοντας υπόψη τα παιδαγωγικά και άλλα ζητήματα που προέκυψαν κατά την πιλοτική του εφαρμογή, καθώς επίσης και τον ευρύτερο δημόσιο διάλογο για το μάθημα των Θρησκευτικών, προέβη ήδη σε μία σειρά σημαντικών και εκτεταμένων βελτιώσεων, αλλαγών και εμπλουτισμού σε όλα τα περιεχόμενά του στη νέα βελτιωμένη έκδοση του 2014. Με την αναθεωρημένη αυτή έκδοση του νέου Προγράμματος θεωρούμε ότι συμβάλλουμε έμπρακτα και δημιουργικά στην ανανέωση και αναβάθμιση του μαθήματος των Θρησκευτικών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Νέο Πρόγραμμα Σπουδών Θρησκευτικών: απαντήσεις σε καλοπροαιρέτους – Μέρος Γ΄: Η Παναγία στη Β΄ Γυμνασίου και άλλα θέματα

 
Η εγκατάλειψη της ιστορικής προσέγγισης

 
Είναι γεγονός ότι οι θεματικές ενότητες του νέου μαθήματος (από 4 έως 5 δίωρα κάθε μία) δεν ακολουθούν την ιστορική και κλασική προσέγγιση της ακαδημαϊκής θεολογίας. Αυτή (ο χωρισμός δηλαδή σε Παλαιά, Καινή Διαθήκη, Εκκλησιαστική Ιστορία και Λειτουργική) είχε ήδη εγκαταλειφθεί στο Δημοτικό από καιρό. Τώρα εγκαταλείπεται και στο Γυμνάσιο. Ασκείται έντονη κριτική ότι έτσι διαλύεται η ιστορική γραμμή που χρησιμεύει ως διήκουσα έννοια στην κατανόηση της πορείας του Χριστιανισμού (όπου η ιστορία παίζει εξέχοντα ρόλο) αλλά και στην οργάνωση της σκέψης των παιδιών. Στο προηγούμενο Πρόγραμμα είχαμε ΠΔ στην Α΄ Γυμνασίου, ΚΔ στη Β΄ και Εκκλησιαστική Ιστορία στη Γ΄. Φεύγοντας η αμιγής διδασκαλία της Καινής Διαθήκης στη Β΄ δημιούργησε και την εντύπωση ότι τα σχετικά με την Παναγία παύουν να διδάσκονται, με αποτέλεσμα να ξεσηκωθεί ένας ανυπόστατος θόρυβος από δημοσιογράφους και... πολιτικούς!

Εδώ πρέπει να απαντήσουμε ότι αν η επικράτηση της λεγόμενης ιστορικής γραμμής αποτελεί ένα παιδαγωγικό αίτημα κι όχι θεολογικό γνώρισμα, τότε υπόκειται στην κριτική που διαρκώς ανατροφοδοτεί την παιδαγωγική πράξη. Το νέο ΠΣ οργανώνεται σε μικρότερα «αναλυτικά προγράμματα» και σε κάθε θεματική ενότητα, με αρχή, μέση και τέλος. Εκεί μπορεί ο διδάσκων να επαναλάβει και να τονίσει τόσο την χρονική και ιστορική αλληλουχία γεγονότων της Αποκαλύψεως όσο και να τη συνδέσει με γενικότερες συνάφειες. Το μεγάλο, όμως, πλεονέκτημα που που εμφανίζει το ΠΣ είναι ότι έχει ως άξονά του όχι την θεματική συνέχεια του περιεχομένου αλλά τα ουσιαστικά ενδιαφέροντα των μαθητών (π.χ. στο Γυμνάσιο: «η σημασία της εικόνας», «πώς παίρνουμε αποφάσεις», «θρησκείες της Ανατολής», «το πρόβλημα του κακού») τα οποία ο δάσκαλος έρχεται να επεξεργαστεί ώστε να οδηγήσει τους μαθητές του στις γνωστικές «επάρκειες» κάθε τάξης. Επομένως, ούτε τα περί της Θεοτόκου, ούτε άλλο κεντρικό τμήμα της Ορθόδοξης διδασκαλίας απουσιάζει από το ΠΣ, αλλά αντιθέτως ο εκπαιδευτικός έχει μια μεγάλη ποικιλία ενοτήτων και διδακτικών στρατηγικών για να τα διδάξει με το νέο τρόπο. Είναι π.χ. αδύνατον στη Β΄ Γυμνασίου στη ΘΕ για τον εικονισμό (4 δίωρα) να μην αναφερθεί κανείς στην εικόνα της Θεοτόκου, ή στη ΘΕ για το ποιος είναι ο Θεός των Χριστιανών (4 δίωρα) που φυσικά έχει χριστολογικό γνωστικό περιεχόμενο, να μην αναδείξει κανείς τη θέση και την ιδιότητα της Θεοτόκου κ.ο.κ.


Η έμφαση στο σεβασμό προς τον άλλο

Το νέο ΠΣ έχει θεματικές ενότητες ιδιαίτερα στο Γυμνάσιο, που αφιερώνουν εκ πρώτης όψεως πολύ διδακτικό χρόνο σε θέματα σεβασμού του άλλου, του διαφορετικού, ανοχής κλπ. Υπάρχει μια ΘΕ στη Β΄ Γυμνασίου με τίτλο «Εμείς και οι ‘άλλοι’» (4 δίωρα), ΘΕ για τη διάσπαση και αντιπαλότητα στις θρησκείες (5 δίωρα) και στη Γ΄ Γυμνασίου ΘΕ για τη βία στο όνομα του Θεού (2 δίωρα). Τα 11 αυτά δίωρα (σε σύνολο 71 του Γυμνασίου) έδωσαν λαβή σε μονομερή κριτική με έντονα στοιχεία διαστρέβλωσης ότι πρόκειται για «νεοταξική», και «αριστερή» διάβρωση του μαθήματος, οδοποίηση (για μια ακόμη φορά) στον πολτό της πανθρησκείας κλπ.

Κατ’ αρχήν οι διδακτικοί στόχοι που αφορούν στην αποδοχή του διαφορετικού προσώπου και στο σεβασμό των αντιλήψεών του είναι προϋπόθεση για ένα συμπεριληπτικό ΜτΘ και για όλους τους μαθητές. Είναι λοιπόν επόμενο, να υπάρχουν θεματικές ενότητες ώστε να εξυπηρετούν τους συγκεκριμένους διδακτικούς στόχους. Η σχετική κριτική ότι είναι άχρηστο κάτι τέτοιο, γιατί η ελληνική κοινωνία δεν είχε ποτέ δείξει σημάδια ρατσισμού και προκατάληψης νομίζω ότι τον τελευταίο καιρό εμφανίζεται πλέον δραματικά ξεπερασμένη. Ωστόσο, όταν μπούμε στην προβληματική αυτή από τη σκοπιά της Ορθόδοξης Θεολογίας, κατανοούμε ότι πέρα από την πρακτική παιδαγωγική ανάγκη είναι πρωτίστως ένα αίτημα της ίδιας της Ορθοδοξίας να εξηγήσει πόσο μακριά από τη βία στο όνομα του Θεού βρίσκεται (ή πρέπει να βρίσκεται) και πόσο αυτή η βία είναι ασύμβατη με το λόγο του Ευαγγελίου. Κι αν υπάρχει και αυτοκριτική στο θέμα αυτό, αυτό δεν είναι «αποκαθήλωση» της ιδανικής εικόνας που πρέπει να έχουν τα παιδιά, αλλά εισαγωγή στην κριτική τοποθέτηση που πρέπει να έχουν απέναντι σε όλα τα μεγάλα ζητήματα στα οποία έρχεται να εισάγει το ΜτΘ και αφορούν και στη δική τους θρησκευτική παράδοση και τελικά μόνο καλό μπορεί να κάνει στην ίδια την Ορθοδοξία. Μόνον έτσι θα γίνει κτήμα τους, που είναι και το ζητούμενο. Δεν παραλείπονται, πάντως, και διδακτικές ενότητες που επιδώκουν την επίτευξη τέτοιων διδακτικών στόχων μέσα από τη διδασκαλία για θέματα που αφορούν στο ρόλο της Ορθόδοξης παράδοσης μέσα στη νεώτερη ελληνική ιστορία, την Τουρκοκρατία κλπ. ώστε να έρχεται κάθε μαθητής (κι όχι μόνο ο Έλληνας) σε επαφή με θεμελιώδεις συνιστώσες της νεοελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας.

Είναι όλα τέλεια;

Θα διερωτηθεί κανείς μετά από την αναλυτική αυτή παρουσίαση: δεν υπάρχει σημείο κριτικής για το νέο ΠΣ; Κάθε άλλο, φυσικά. Σε κάθε προσπάθεια υφίστανται ατέλειες και λάθη και βρισκόμαστε στην ευτυχή στιγμή για πρώτη φορά μια μεγάλη αλλαγή στην Εκπαίδευση να δοκιμάζεται πρώτα μέσα από μια «πιλοτική» φάση διδασκαλίας. Είναι, λοιπόν, ακριβώς αυτή η εποχή που πρέπει να γίνει συζήτηση για όσα τυχόν προβληματικά σημεία του ΠΣ, που η Επιτροπή δεν διέβλεψε έγκαιρα, αλλά και προβλήματα που προκύπτουν από την πιλοτική εφαρμογή και την εμπειρία. Ήδη ο γράφων κατανοεί τώρα π.χ. πόσο δύσκολο είναι για τους συναδέλφους (ειδικά της Πρωτοβάθμιας) να αξιοποιήσουν το διατιθέμενο υλικό ώστε να σχεδιάσουν ένα φάκελο μαθήματος από την αρχή, ενώ θα πρέπει να γίνει μια οργανωμένη δουλειά στο ζήτημα της επιμόρφωσης. Επιμέρους δραστηριότητες, βιβλιογραφία κλπ. πιθανόν πρέπει να διατυπωθούν αναλυτικώτερα κλπ.

Δυστυχώς, το πρώτο διαθέσιμο έτος αναλώθηκε ήδη κατά το πλείστον σε μια κακόπιστη πολεμική και απορριπτική στάση που δεν επιδιώκει βελτίωση αλλά μάλλον πλήρη ανατροπή. Υπάρχουν, βεβαίως, και ψύχραιμες φωνές επιμέρους κριτικών παρατηρήσεων, που είναι πολύτιμες ακριβώς γιατί είναι σπάνιες (αναφέρω για παράδειγμα δημοσιευμένο κείμενο της παλαιάς φίλης κας Ελένης Φιλοσόφου), αλλά ο κανόνας χαρακτηρίζεται από λασπολογία και κάθε είδους προχειρότητα. Το πράγμα είναι ιδιαίτερα σοβαρό, όχι απλά γιατί πυροδοτεί μια δίκη προθέσεων και τελικά κύμα «διωγμού» για συναδέλφους πλην συν-εργάτες με τους κρίνοντες στον ίδιο αμπελώνα αλλά, το κυριότερο, γιατί απειλεί να τινάξει στον αέρα μια σοβαρή (και, όπως τόνισα, μάλλον τελευταία) προσπάθεια ώστε το μάθημα των Θρησκευτικών να μην είναι ο «μεγάλος ασθενής» και ο πρώτος υποψήφιος προς έξωση από το σχολικό πρόγραμμα, αλλά μια μαθησιακή δραστηριότητα που υποστηρίζεται από αποτελεσματικές μεθόδους, ως ισότιμο με τα άλλα μαθήματα και αδιαμφισβήτητη θέση στο σύγχρονο σχολείο, συνθήκη που οπωσδήποτε είναι προς όφελος της δράσεως της Εκκλησίας μέσα στην κοινωνία μακροπρόθεσμα.
 

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Δημητρίου Ν. Μόσχου:Νέο Πρόγραμμα Σπουδών Θρησκευτικών: απαντήσεις σε καλοπροαιρέτους – Μέρος Β΄: ο χαρακτήρας του μαθήματος

Δημητρίου Ν. Μόσχου, επικ. Καθηγητή Τμήματος Θεολογίας Παν/μίου Αθηνών

Στο πρώτο μέρος αυτού του κειμένου επιχειρηματολόγησα για ένα μάθημα Θρησκευτικών που αφορά σε όλους τους μαθητές και φυσικά δεν διεξάγεται στο εσωτερικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας και κάθε θρησκευτικής κοινότητας. Μ’ αυτές τις αντιλήψεις εργάσθηκα στην επιτροπή κατάρτισης των νέων Προγραμμάτων Σπουδών, αφού επιλέχθηκα από το μητρώο εμπειρογνωμόνων, όπου είχα καταθέσει την υποψηφιότητά μου κατά τη σχετική προκήρυξη από την άνοιξη του 2010, όπως και πολλοί άλλοι συνάδελφοι. Κατά τη διάρκεια των εργασιών διαπιστώσαμε σχεδόν όλα τα μέλη της Επιτροπής ότι κινούμαστε σε γενικές γραμμές προς την ίδια κατεύθυνση.


Η Θρησκειολογία είναι αμαρτία;

Δυστυχώς, και η συζήτηση για το χαρακτήρα του μαθήματος, όπως και για την οργανωτική του βάση παρέμεινε πρόχειρη και εγκλωβισμένη σε συνθήματα. Για παράδειγμα ο όρος «θρησκειολογικό» αντιμετωπίσθηκε ως συνώνυμο της προδοσίας και του συγκρητισμού. Προσωπικά, όμως, αδυνατώ να εντοπίσω πότε μέσα στη θεολογία της Εκκλησίας η γνώση άλλων θρησκειών (να μην αναφέρω χριστιανικών ομολογιών) υπήρξε προδοτική ή υπονομευτική για το λόγο της, ώστε να δικαιολογεί βριστικούς χαρακτηρισμούς που σκανδαλίζουν και σπέρνουν πανικό. Αντιθέτως, υπάρχουν διάφορα ενδιαφέροντα παραδείγματα που υποδηλώνουν μια διαφορετική στάση: ο γνωστός μας από τη Λαυσαϊκή ιστορία Παλλάδιος Ελενοπόλεως φέρεται ως συγγραφέας του έργου «Περί των της Ινδίας εθνών και των βραχμάνων» με σημαντικές πληροφορίες για τον Ινδουϊσμό χωρίς πολεμικό πνεύμα (από την κριτική το έργο θεωρείται γνήσιο). Αλλά και όπου ο σκοπός είναι πολεμικός ή ερμηνευτικής προσαρμογής προηγείται μακρά και επισταμένη παρουσίαση, όπως συμβαίνει με τις αναφορές για την αρχαία ελληνική θρησκεία στα έργα του Κλήμεντος Αλεξανδρέως ή η γνώση για την (σύγχρονη του συγγραφέα) εβραϊκή θρησκεία στην Επιστολή Βαρνάβα που αποτελούν πηγές πληροφοριών μέχρι και σήμερα. Δεν συζητώ καθόλου (γιατί τα θεωρώ γνωστά πράγματα) τις πολύτιμες πληροφορίες γενικώτερα για το θρησκευτικό υπόβαθρο της εποχής του Επιφανίου Σαλαμίνος (Πανάριον Αιρέσεων) ή του αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων. Συνέχεια τέτοιας παράδοσης στις μέρες μας είναι ένα από τα πιο επιτυχημένα επιστημονικά εγχειρίδια για το Ισλάμ που γράφτηκε από έναν γνωστό σύγχρονο ιεράρχη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο. Η γνώση, λοιπόν άλλων θρησκειών δεν μπορεί να χαρακτηριστεί προδοσία της πίστεως. Το επιχείρημα ότι επειδή με το νέο πρόγραμμα σπουδών η γνώση αυτή θα ξεκινά από το Δημοτικό Σχολείο, με αποτέλεσμα να σχετικοποιούνται στο μυαλό των μαθητών τα της Ορθόδοξης πίστης δεν επιβεβαιώνεται από τα πράγματα. Όσοι διδάσκουν ή μεγαλώνουν παιδιά, ξέρουν ότι από τρυφερότατη ηλικία με την παρέμβαση των μηχανισμών μαζικής κουλτούρας (διαφήμιση, ΜΜΕ, διαδίκτυο κλπ.) τα παιδιά είναι ήδη εξοικειωμένα με όρους, όπως «γιν, γιανγκ», «Αβατάρα», «κάρμα», «κισμέτ» κλπ., εκφράσεις όπως «στην προηγούμενη ζωή μου...», εικόνες από λατρείες άλλων θρησκειών, πρακτικές γιόγκα κλπ. Το να εξηγείς με προοδευτικό τρόπο σε ποια συνάφεια ανήκουν αυτά (ο συκοφαντημένος «θρησκευτικός γραμματισμός» για τον οποίο βλ. παρακάτω) και ότι ΔΕΝ αποτελούν τμήμα της ορθόδοξης πίστης, δεν είναι οδοποίηση προς το συγκρητισμό αλλά το ακριβώς αντίθετο. Δυστυχώς, όσοι «μετρούν» πόσες φορές αναφέρεται π.χ. ο Βούδας στο νέο ΠΣ (με αποτέλεσμα να γράφεται παραπειστικά ότι είναι πανταχού παρών, αν αναφέρεται απλώς στις δραστηριότητες κατά μέσον όρο 1 ή το πολύ 2 φορές σε κάποια σχολικά έτη), δεν εμβαθύνουν στο πώς διδάσκεται. Είναι συγκρητισμός όταν ανατίθεται στους μαθητές εργασία για να εντοπίσουν τις διαφορές στην έννοια της σωτηρίας ανάμεσα στο Βουδισμό και το Χριστιανισμό; Για την ιστορία, πάντως, να πούμε ότι ο απαραίτητος διδακτικός χρόνος για τη διδασκαλία όσων θεμάτων σχετίζονται με την Ορθοδοξία καλύπτει σχεδόν τα 3/4 του συνολικού χρόνου.

Η αγραμματοσύνη περί τον θρησκευτικό γραμματισμό

Η άλλη μεγάλη παρεξήγηση αφορά τη γνώση «μέσα από τη θρησκεία» που αναφέρεται στους στόχους του νέου ΠΣ. Με ένα πλήθος κειμένων βάλλεται η πρόθεση αυτή του ΠΣ με το σκεπτικό ότι πρόκειται για γνώσεις των κοινών αγαθών που έχουν οι θρησκείες μεταξύ τους, επομένως οδηγούμαστε σε «πανθρησκεία», συγκρητισμό κλπ. Απάντηση στο πώς θα λειτουργήσει το ιδιαίτερο κομμάτι της μάθησης μέσα από τη θρησκεία βρίσκεται στην ουσιαστική κατανόηση των περί θρησκευτικού γραμματισμού, που αναλύονται ιδιαίτερα στον Οδηγό Εκπαιδευτικού (σ. 14-15) και εξηγείται ότι πρόκειται για την ανάπτυξη «γλωσσικής επάρκειας» για να προσεγγισθεί η «γλώσσα» της θρησκείας ώστε οι μαθητές «να διακρίνουν και να ερμηνεύσουν τις εμπειρίες τους υπό το φως ενός δημόσιου διαλόγου» (σ. 14), δηλαδή τις δικές τους εμπειρίες, τη θρησκεία που έχει ο καθένας, χωρίς να σχετικοποιείται, ούτε να απολυτοποιείται εις βάρος των άλλων. Είναι λυπηρό ότι η επιπόλαιη και μάλλον προκατειλημμένη ανάγνωση των περί θρησκευτικού γραμματισμού ακόμη και από ειδικό πανεπιστημιακό συνάδελφο έδωσε λαβή για καταδικαστικές κρίσεις επί Νεοβαρλααμισμώ κλπ.

Στην πράξη, αν διαβάσει κανείς προσεκτικά τους διδακτικούς στόχους και τις επάρκειες στο τέλος κάθε τάξης στο Πρόγραμμα Σπουδών (που θα αποτελεί τη βασική μας πυξίδα και το κριτήριο για συζήτηση κι όχι οι διδακτικές δραστηριότητες), εκεί θα διαπιστώσει ότι καλούνται οι μαθητές να τοποθετηθούν απέναντι στη δική τους θρησκεία και τα ιδιαίτερα στοιχεία της. Π.χ. στις επάρκειες της Α΄ Γυμνασίου που αφορούν στην «προσωπική ανάπτυξη και την καλλιέργεια αξιών και στάσεων» (που είναι το κατ’ εξοχήν κομμάτι της προσωπικής εμπλοκής, learning from religion και όχι about religion) αναφέρεται ότι οι μαθητές «αναπτύσσουν κριτική στάση απέναντι στη δική τους θρησκευτική ιδιοπροσωπία» (ΠΣ, σ. 73), στη Β΄ ακριβώς το ίδιο (ό. π., σ. 84) και μόνο στη Γ΄ αναφέρεται στο αντίστοιχο σημείο «προσεγγίζουν κριτικά τη δική τους θρησκευτική ιδιοπροσωπία και επεξεργάζονται κριτικά άλλες θρησκευτικές στάσεις» (ό.π. σ. 97). Αυτό, όμως, είναι το τέλος του κύκλου, όταν ο μαθητής θα έχει τις προϋποθέσεις. Το ΠΣ ξεκινά για την προσέγγιση της «γλώσσας της θρησκείας», όπως λέει το ίδιο, από τα συγκεκριμένα που αφορούν στον κόσμο των παιδιών και τα ενδιαφέροντά τους (πρόσωπα, ιστορίες κλπ.), προχωρά σε πιο γενικές συνάφειες (κείμενα, μνημεία, τελετές κλπ.) στην Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού για να καταλήξει σε πιο σύνθετα στοιχεία και αντίστοιχες διαδικασίες στο Γυμνάσιο. Δεν προβλέπεται, όμως, επάρκεια στην σύγκριση μεταξύ τμημάτων από το κάθε θρησκευτικό σύστημα ή διδασκαλία. Κι αυτό γιατί, όπως εξηγήσαμε, ο θρησκευτικός γραμματισμός είναι μια διαδικασία στοιχείωσης του μαθητή στην ανάπτυξη κριτικού αναστοχασμού και αφομοίωσης της δικής του θρησκευτικής παράδοσης.

Δυστυχώς, μονομερείς παρουσιάσεις που αποκρύπτουν οδηγούν σε συσκότιση και αύγχυση. Π.χ. κάποιοι κραδαίνουν τη φράση «η θρησκευτική μάθηση επιχειρεί την υπέρβαση της θρησκευτικής απολυτότητας (δηλαδή τη συμμόρφωση σε χριστιανικές αξίες)» (ΟΕ, σ. 92) ως τεκμήριο συγκρητισμού και αποσιωπούν το σύνολο της παραγράφου, ότι δηλαδή «η θρησκευτική μάθηση που παράγεται εντός του ΜτΘ επιχειρεί την υπέρβαση τόσο της θρησκευτικής απολυτότητας (συμμόρφωση με χριστιανικές αξίες) όσο και της ουδετερότητας (αντικειμενική περιγραφή των θρησκειών) και κινείται σε μια κατεύθυνση λειτουργική» που θέλει να κατανοήσουν οι μαθητές την επίδραση και λειτουργία της θρησκείας στη ζωή τους προσωπική και κοινωνική, επομένως να δουν πώς η δική τους θρησκεία επιδρά στη δική τους ζωή, αλλά προφανώς και η θρησκεία των συνανθρώπων/συμμαθητών τους απέναντι στη δική τους και στην κοινωνία που ζουν. Εξυπακούεται ότι αυτό θα διαφέρει από σχολείο σε σχολείο και από μικροκοινωνία σε μικροκοινωνία και οπωσδήποτε (κάτι που συνήθως λησμονείται) είναι ο δάσκαλος αυτός που θα οργανώσει και θα προσαρμόσει το μάθημα. Σ’ ένα σχολείο αμιγώς Ορθοδόξων μαθητών με ενεργή λειτουργική ζωή το μάθημα θα οργανωθεί αλλιώς από μια τάξη-πανσπερμία με διαφορετικές προϋποθέσεις, ή σε περιοχές αμιγώς ετεροδόξων. Πού βρίσκεται εδώ η πανθρησκεία, ο συγκρητισμός κλπ.; Προφανώς, στο μυαλό όσων δεν καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για μια ουσιαστική αναμέτρηση του ΜτΘ με τη σύγχρονη παιδαγωγική πραγματικότητα, που του δίνει μια κεντρική θέση στο δημόσιο σχολείο, και όχι τη θέση του φτωχού συγγενή. Μια ευκαιρία για όλους τους εμπλεκομένους στο ΜτΘ που μάλλον δεν θα μας δίνεται για πάντα. Αλλά θα επανέλθουμε για επιμέρους ζητήματα.
 

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Δημητρίου Ν. Μόσχου: Νέο Πρόγραμμα Σπουδών Θρησκευτικών: απαντήσεις σε καλοπροαιρέτους – Μέρος Α΄: τι είδους μάθημα θέλουμε;

Δημητρίου Ν. Μόσχου, επικ. Καθηγητή Τμήματος Θεολογίας Παν/μίου Αθηνών


Κανονικά η συζήτηση για τις εξελίξεις στο ΜτΘ θα έπρεπε να γίνεται με συντεταγμένη και επίπονη σπουδή και φυσικά με σοβαρά επιχειρήματα και όχι να η μία πλευρά να είναι υποχρεωμένη να δίνει διαρκώς απαντήσεις σε κραυγές και βαρείς χαρακτηρισμούς περί «χριστομάχων», «εξωνημένων στη Νέα Εποχή», μάθημα «μύησης στα βαθέα του σατανά» (!) κττ. στα διάφορα μέσα. Επειδή όμως «περί αληθείας ο λόγος, ης ουδέν προτιμότερον και αιδεστικώτερον» (για να θυμηθούμε τον άγιο Θεόδωρο Στουδίτη), η παρούσα απάντηση αποσκοπεί στο να συμβάλει σε μια τέτοια αναζήτηση αληθείας με τη μορφή προσωπικής κατάθεσης από έναν άνθρωπο που συμμετείχε στη δημιουργία του νέου Προγράμματος Σπουδών των Θρησκευτικών στην Υποχρεωτική Εκπαίδευση.

Το δίλημμα περί το οργανωτικό υπόβαθρο

Το μάθημα των Θρησκευτικών οφείλει (για λόγους που θα εξηγήσουμε) στο πλαίσιο της σημερινής ελληνικής δημοκρατικής πολιτείας ν’ ακολουθήσει στην οργάνωσή του έναν από τους δύο δρόμους: ο ένας είναι μύηση στην πίστη μιας συγκεκριμένης κοινότητας πίστεως που θα δίνεται και θα λαμβάνεται αντίστοιχα εντός στο πλαίσια αυτής της κοινότητας: δηλαδή Ορθόδοξα Θρησκευτικά σε Ορθόδοξους μαθητές, ρωμαιοκαθολικά σε Ρωμαιοκαθολικούς, ισλαμικά σε Μουσουλμάνους κλπ. Ο άλλος είναι ένα μάθημα για όλους τους μαθητές που θα πληροφορεί για τη θρησκεία αυτού του τόπου και ταυτόχρονα θα δίνει και τα απαραίτητα εφόδια για την κατανόηση της πίστης των διαφορετικών θρησκειών που σχετίζονται σε διαφορετικό βαθμό με τη ζωή των μαθητών (λόγω γειτνίασης, ιστορικών καταβολών, κλπ.). Ο πρώτος δρόμος ακολουθείται κατά το δυνατόν σήμερα, αφού εξαιρούνται οι μη ορθόδοξοι μαθητές από το μάθημα. Δεν έχει όμως, οργανωθεί η διδασκαλία του για όλους τους μαθητές των άλλων θρησκειών ή ομολογιών παντού. Ο δεύτερος εφαρμόζεται σε άλλες χώρες.

Αυτό που πρέπει να τονιστεί εδώ είναι ότι και οι δύο δρόμοι έχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα (για τα οποία η ουσιαστική συζήτηση μέχρι τώρα μάλλον απουσιάζει) αλλά, πάντως, ΔΕΝ έχει εφευρεθεί επί του παρόντος ένας τρίτος δρόμος συμβατός με μια δημοκρατική πολιτεία, όπου επικρατεί το ευρωπαϊκά κατοχυρωμένο ουδετερόθρησκο κράτος. Αν κάποιος νομίζει ότι τον έχει βρει, ας απαντήσει.

Οι σύγχρονες εξελίξεις

Από το 1992 εργάσθηκα στη Μέση Εκπαίδευση και υπηρέτησα το πρώτο μοντέλο, όπως όλοι οι συνάδελφοι, πιστεύοντας ειλικρινά σ’ αυτό. Όμως, τόσο η επιχειρηματολογία των ειδικών συναδέλφων στη Θεολογική Σχολή Αθηνών, όσο και η συζήτηση με πολλούς συναδέλφους από τις άλλες βαθμίδες της Εκπαίδευσης και η εμπειρία μου ως γονέα, με έπεισαν ειλικρινά ότι ο δεύτερος δρόμος είναι στις μέρες μας καταλληλότερος. Η παρούσα κατάσταση είναι αν όχι αμέσως, ίσως σε μικρό βάθος χρόνου, μη αναστρέψιμη, για λόγους ιστορικής και κοινωνικής εξέλιξης. Το αυταρχικό μοντέλο του νεοσύστατου ελλαδικού κράτους χρειαζόταν ένα μηχανισμό ιδεολογικής επιβολής, ενώ ο «κρατικός Χριστιανισμός» που ήταν ειδικά στη Γερμανία της μόδας σε εποχή Παλινόρθωσης το 19ο αιώνα, προσέδωσε στο λόγο της Εκκλησίας τα καθεστωτικά χαρακτηριστικά που όλοι γνωρίζουμε (πολιτειοκρατία) διαμορφώνοντας και το μάθημα, που ήταν φορέας όλων των κατά καιρούς κατεστημένων πολιτικών και ιδεολογικών επιλογών του παρελθόντος. Με τη Μεταπολίτευση και την ένταξη στους ευρωπαϊκούς θεσμούς η ελληνική πολιτεία δεν «χρειάζεται» πλέον ιδεολογική νομιμοποίηση. Το θετικό αυτής της εξέλιξης είναι ότι έδωσε τη δυνατότητα στην Εκκλησία να διαχειριστεί τα του οίκου της, το αρνητικό είναι ότι δεν θα την περιβάλλει με καμία ιδιαίτερη νομική προστασία. Αυτός είναι και ο λόγος που τα προβληθέντα μέχρι στιγμής νομικά επιχειρήματα κατά την, μετά την προσφυγή Folgero στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, εποχή (2007), ότι δηλαδή οι βαπτισμένοι μαθητές είναι «υποχρεωμένοι» να παρακολουθούν το μάθημα (με την πρόθεση να εξασφαλισθεί υποχρεωτικά μια «κρίσιμη μάζα» μαθητών σ’ ένα ομολογιακό μάθημα) δεν έχουν πείσει πολλούς και πάντως όχι αυτούς που πρέπει. Οι αποφάσεις του ΣτΕ ερμηνεύθηκε ότι αφορούν στις υποχρεώσεις του σχολείου, αλλά όχι στις υποχρεώσεις των μαθητών και των οικογενειών τους, που στο σύγχρονο ενισχυόμενο δικαιωματοκρατικό πολιτικό περιβάλλον είναι δύσκολο να κατευθυνθούν σε μια υποχρεωτική εκπαίδευση ειδικά σε θέματα συνείδησης. Το ότι είναι βαπτισμένοι αποτελεί ατομική τους επιλογή ή των γονέων τους που μπορεί να αλλάξει (έστω και δύσκολα) αφού αυτό είναι το νόημα της θρησκευτικής ελευθερίας. Με ακόμη πιο άμεσα ουδετερόθρησκο πνεύμα είχε κινηθεί ήδη η Σύσταση 1720/2005 του Συμβουλίου της Ευρώπης. Έτσι, φθάσαμε στις εγκυκλίους του 2008 και κανένας από τους στρατευμένους νομικούς στην υπόθεση της υποχρεωτικότητας δεν μπόρεσε (παρά τις δηλώσεις τους σε πρόσφατες ημερίδες κλπ.) να αποτρέψει ή να ανατρέψει οτιδήποτε. Επομένως, ταχύτατα το ΜτΘ μεταβάλλεται με το ένα ή το άλλο πρόσχημα σε μια ώρα ελεύθερης δραστηριότητας διαταράσσοντας τη σχολική ζωή (που πρέπει να διαχειρισθεί τους απαλλαγέντες) και υποβαθμίζοντας το ρόλο του εκπαιδευτικού θεολόγου. Η πρώτη, πάντως, καθαρή λύση είναι ένα ομολογιακό μάθημα που θα προσφέρεται στο μέλλον αμιγώς (οργανωτικά, εργασιακά κλπ.) από την κάθε Εκκλησία, θρησκευτική κοινότητα κλπ. Μ’ αυτό το καθεστώς διδάσκεται από χρόνια σε άλλες χώρες, όπως η Γερμανία, αλλά πολύ πιο οργανωμένα. Στην Ελλάδα η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι άλλες θρησκευτικές κοινότητες δεν είναι ακόμη τόσο οργανωμένες και προετοιμασμένες για μια τέτοια εξέλιξη. Αλλά αυτό το ζήτημα αντιμετωπίζεται.

Η αντίρρησή μου είναι αλλού: Το ενδεχόμενο τα παιδιά μιας τάξης να χωρίζονται ανάλογα με το θρήσκευμά τους σίγουρα είναι κάτι πιο σύνθετο και παιδαγωγικά προβληματικό από τον υφιστάμενο χωρισμό π.χ. σε επίπεδα διδασκαλίας για το μάθημα ξένης γλώσσας. Επίσης, η παρουσία του εκπροσώπου κάθε κοινότητας (μια από τις οποίες είναι με το Σύνταγμα του 1975 και η Ορθόδοξη Εκκλησία, επειδή ο όρος «πλειοψηφούσα» είναι μόνον περιγραφικός) στο πολιτειακά θεσμοθετημένο (και γι’ αυτό δημοκρατικά ελεγχόμενο) δημόσιο σχολείο για να διδάσκει μαθητές «α λα κάρτ», που θα δηλώνουν μόνοι τους πλέον τι θέλουν να παρακολουθήσουν, ενώ στο σχολικό συγκρότημα θα συναγελάζονται ορθόδοξοι θεολόγοι απεσταλμένοι/απασχολούμενοι από την Εκκλησία της Ελλάδος μαζί με ιεροδιδασκάλους ή πάστορες εκπαιδευμένους σε κάποιες άλλες χώρες (ο νοών νοείτω), έξω από το σύλλογο διδασκόντων ως συντονιστές μια ελεύθερης δραστηριότητας στην καλύτερη περίπτωση, ή ως θεωρούμενοι επικίνδυνοι «αγκιτάτορες» στη χειρότερη, δεν το θεωρώ λειτουργικό. Και πάλι είμαι ανοικτός σε αντεπιχειρήματα.

Επομένως, φαίνεται προσφορότερο ένα μάθημα με μετρήσιμες γνώσεις που θα απευθύνεται σε όλους και θ’ αξιολογείται η παρουσία του στη δημόσια εκπαίδευση, χωρίς όμως να προδίδει, σχετικοποιεί, διακωμωδεί και διαλύει την πίστη του καθενός. Έτσι, ικανοποιείται και το άρθρο 13 του Συντάγματος και το πνεύμα του Ν. 1566 για τους σκοπούς της εκπαίδευσης. Πολλοί θεωρούν αυτό το συνδυασμό ανεφάρμοστο και αντιφατικό, αλλά μήπως δεν ήταν πιο αντιφατική η μέχρι τώρα πρακτική κατά την οποία όλοι ομνύαμε ότι πρόκειται για μάθημα γνώσεων που δεν βαθμολογεί την πίστη αλλά τις γνώσεις, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπαμε την απαλλαγή; Εύκολη λύση, βεβαίως, δεν υπάρχει – πρέπει να την εφεύρουμε, όχι μεταφέροντας αυτούσια μοντέλα άλλων χωρών.

Παράδοση και όχι προδοσία

Δυστυχώς, η μέχρι τώρα συζήτηση έδειξε ότι η διεξαγωγή ενός ομολογιακού μαθήματος θεωρήθηκε πράξη πίστεως και η υπεράσπισή του (πολλάκις με τον κρυφό πόθο για επιβολή του και στους μη Ορθόδοξους μαθητές) έναντι οιασδήποτε κοινωνικής πραγματικότητας, μαρτύριο και μαρτυρία. Η κάθε προσπάθεια ελιγμού, ελέγχεται με μία φοβική λογική, καθώς εκλαμβάνεται ως απομείωση του έργου και της δράσης της Εκκλησίας και γι’ αυτό πρέπει με περισσή καχυποψία να ανακαλύπτουμε και έπειτα να καταγγέλλουμε την παραμικρή μετατόπιση ή υποχώρηση από «κεκτημένα». Εδώ, όμως, πρέπει να σκεφθούμε ότι η αρχή «όσο συντηρητικώτερα, τόσο καλύτερα» για την πίστη, δεν συνάδει με το πραγματικό ευαγγελικό ήθος που αγκαλιάζει και δεν επιβάλλει, ακόμη και στην περίπτωση που η κοινωνία αποδέχεται ακόμη και αυταρχικές πρακτικές. Ήδη, τον 8ο αιώνα σε μια προσπάθεια επιβολής επιπλέον ημερών νηστείας ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός υπενθύμισε το παλαιότερο «ου καλόν το καλόν, εάν μη καλώς γένηται». Αν νομίζουμε ότι με τη χρήση της εξουσίας και την άρνηση προσαρμογής σε κάθε ζήτημα δικαιώνεται η Ορθοδοξία μας, έχουμε μεγάλο λάθος. Προηγήθηκε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, που την περίοδο της Παλινόρθωσης, στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, με την πολιτική των Zelanti και τους πάπες Γρηγόριο ΙΣΤ΄ και Πίο Θ΄ προσκολλήθηκε σε κάθε μηχανισμό της ευρωπαϊκής απολυταρχίας, έφθασε να αρνείται ως και την κυκλοφορία σιδηρόδρομου και τον εξηλεκτρισμό στην παπική επικράτεια και τελικά διακήρυξε και το διαβόητο Αλάθητο. Ας κρίνει ο καθένας μόνος του πόσο προήγαγε αυτή η τακτική το λόγο του Ευαγγελίου και το αγιαστικό έργο της Εκκλησίας. Αν είναι να μεταφέρουμε πρακτικές του Μεγάλου Ιεροεξεταστή στην Ορθόδοξη Εκκλησία, τότε πώς υπερασπιζόμαστε την Ορθοδοξία;

Η επίκριση ότι σ’ ένα τέτοιο μάθημα συκοφαντείται ο όρος «κατήχηση» και δεν προβάλλεται η μοναδική αλήθεια της Ορθόδοξης πίστης αλλά αντίθετα υποβιβάζεται στο επίπεδο της «πληροφορίας» υποδηλώνει δυστυχώς αυτή την εξουσιαστική λογική. Θέλουμε η κατήχηση και η ομολογία πίστεως στον Ιησού Χριστό ως Θεό να ακουσθεί από το Πρόγραμμα Σπουδών και τα χείλη του δασκάλου; Τότε, δεν θα έχουμε μάθημα Θρησκευτικών για όλους, αλλά μια καθόλα σεβαστή εκκλησιαστική (όχι όμως πλήρως σχολική και πάντως επιλεγόμενη) λειτουργία. Θέλουμε μάθημα Θρησκευτικών για όλους; Τότε, θα τροποποιήσουμε π.χ. τη φράση «ο Ιησούς Χριστός είναι ο ενανθρωπήσας Θεός» με την προσθήκη «η Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύει και διδάσκει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο ενανθρωπήσας Θεός». Γιατί το δεύτερο να είναι σχετικοποίηση, συγκρητισμός, πανθρησκεία κλπ.; Προφανώς, επειδή θέλουμε ο λόγος του δασκάλου να επιβάλει την Ομολογία αυτή στους μαθητές μέσα στο σχολείο– άλλο λόγο δεν βλέπω!

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι πρέπει να οδηγηθούμε σε μια ουσιαστική προσαρμογή του μαθήματος των Θρησκευτικών «ίνα μη το παν ζητούντες, το παν απωλέσωμεν». Αυτή η προσαρμογή είναι σύμφυτη με τον τρόπο δράσης της Εκκλησίας μέσα στους αιώνες και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προδοσία, γιατί η αλήθεια δεν χρειάζεται εξουσιαστικά μέσα για να διαδοθεί. Μέσα σ’ αυτό τον προβληματισμό ξεκίνησαν τα Νέα Προγράμματα Σπουδών τα οποία θα εξετάσουμε σε επόμενο κείμενο.
 

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Aπάντηση της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση των νέων ΠΣ στον κ. Γιώργο Παπαθανασόπουλο


Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων

για την εκπόνηση νέου Προγράμματος Σπουδών

στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνάσιου

Αθήνα 22  Μαΐου 2012



Aπάντηση στον κ. Γιώργο Παπαθανασόπουλο



Το κείμενο του κ. Γιώργου Παπαθανασόπουλου (Γ.Π.) με τίτλο «Θρησκευτικά και Αντβεντιστές», που δημοσιεύθηκε στις 14-5-2012 ταυτόχρονα σε διάφορες θρησκευτικές ιστοσελίδες του διαδικτύου, έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά μεθοδευμένης και άδικης  κριτικής εναντίον του νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου.

Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι παραπλανά ευθύς εξαρχής, διότι ακόμη και η πρώτη φράση του «Ε! όχι και κοινά βιβλία με τους Αντβεντιστές!», δημιουργεί την εντύπωση ότι έχουμε κοινά διδακτικά βιβλία με τους Αντβεντιστές και όχι ότι χρησιμοποιούμε κοινή επιστημονική βιβλιογραφία. Επιπλέον αναρωτιέται κανείς, με ποιο επιστημονικό κριτήριο ο κ. Γ. Π. θεωρεί όλους αυτούς τους επιστήμονες Αντβεντιστές; Αλλά και ο υποκρυπτόμενος υπαινιγμός στον παραπλανητικό τίτλο «Θρησκευτικά και Αντβεντιστές» είναι αδικαιολόγητα προσβλητικός. Το Πρόγραμμα Σπουδών και ο Οδηγός για τον Εκπαιδευτικό, ούτε χρησιμοποιούν, ούτε παραπέμπουν, ούτε καν αναφέρουν θέσεις Αντβεντιστών! Επομένως, αντί ο αρθρογράφος να προσπαθεί να τεκμηριώσει την κριτική του στην αποσπασματική χρήση του πίνακα της βιβλιογραφίας, θα ήταν καλύτερα να είχε διαβάσει ολόκληρο τον Οδηγό και να είχε προσπαθήσει να κατανοήσει τις θέσεις και τα περιεχόμενά του. Ελπίζουμε πως αυτή του η κρίση είναι προϊόν ελλιπούς γνώσης ή κακής διατύπωσης και όχι έντεχνη παραπληροφόρηση. Επί της ουσίας, η Παιδαγωγική και η Ψυχολογία δεν είναι επιστήμες που αποτελούν μονοπώλιο κάποιας θρησκείας ή ομολογίας και οι συγκεκριμένοι επιστήμονες έχουν έργο, που με τα σύγχρονα κριτήρια (αριθμός παραπομπών, επίδραση στην περαιτέρω έρευνα) θεωρείται θεμελιώδες για να έχει κανείς έστω μια εικόνα από την επιστημονική συζήτηση που διεξάγεται σχετικά. Αλλά και αν τα χρησιμοποιούν οι Αντβεντιστές ή οποιοσδήποτε άλλος για τις δικές του ανάγκες, αυτό σημαίνει ότι απαγορεύεται να τα χρησιμοποιήσουμε και εμείς; Σε κάθε επιστημονική εργασία παρατίθεται η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία επί του θέματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι συγγραφείς υιοθετούν όλες τις θέσεις των βιβλίων που αναφέρονται. Στη  βιβλιογραφία του Προγράμματος Σπουδών και του Οδηγού αναφέρονται αρκετοί Έλληνες παιδαγωγοί και ορισμένοι ξένοι, ανεξάρτητα από το εάν το Πρόγραμμα Σπουδών ακολουθεί ή εφαρμόζει τις θέσεις τους. Από την άλλη πλευρά, η κοινή χρήση μιας έγκυρης βιβλιογραφικής αναφοράς δεν σημαίνει σύμπτωση απόψεων μεταξύ εργασιών διαφορετικής προέλευσης.

Το κείμενο του V. Korniejczuk, στο οποίο ο κ. Γ. Π. αναφέρεται, στοχεύοντας να αναδείξει ένα θεωρητικό μοντέλο για τη θρησκευτική ανάπτυξη που θα μπορούσε να εφαρμοστεί στον αντβεντιστικό «πληθυσμό», αφορμάται – απολύτως λογικά – από τις βασικές θεωρίες για την ανάπτυξη του παιδιού (θεμελιωμένες στην αναπτυξιακή θεώρηση του Piaget). Μήπως αυτό σημαίνει ότι και ο Piaget δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στην θεωρία και πράξη της ελληνικής θρησκευτικής εκπαίδευσης;

Ας μάθει λοιπόν ο κ. Γ. Π. ότι οι εργασίες των Goldman, Fowler και Oser βασισμένες σε έρευνες γύρω από τη γνωστική (Piaget) και ηθική (Kohlberg)  ανάπτυξη του παιδιού: α) συνιστούν θεμελιώδεις θεωρίες γύρω από τη θρησκευτική ανάπτυξη, που – ακόμη και αν ορισμένες διαστάσεις τους έχουν ξεπεραστεί – δεν μπορούμε να μην τις λαμβάνουμε υπόψη, β) βασίστηκαν σε εκτεταμένες και εμπεριστατωμένες εμπειρικές έρευνες που προβάλλουν τις ψυχολογικές, ηθικές, πολιτισμικές κ.ά. βάσεις και συνιστώσες της θρησκευτικής εκπαίδευσης, γ) ανέδειξαν τους τρόπους με τους οποίους οι μαθητές σκέφτονται και αντιλαμβάνονται τη θρησκεία, συλλαμβάνουν τόσο το βιβλικό διδακτικό υλικό όσο και τις θρησκευτικές και θεολογικές έννοιες, δ) στόχευσαν (άμεσα και έμμεσα) στην κατανόηση των αναγκών της αποτελεσματικής θρησκευτικής εκπαίδευσης των μαθητών. Για όλους αυτούς τους λόγους κανένας σοβαρός μελετητής, συγγραφέας, συντάκτης προγραμμάτων σπουδών αλλά και διδάσκαλος του μαθήματος των Θρησκευτικών δεν νομιμοποιείται να μην τις λάβει υπόψη του στον σχεδιασμό της σχολικής θρησκευτικής αγωγής.

Για τους παραπάνω λόγους οι εργασίες των Goldman, Fowler και Oser χρησιμοποιήθηκαν τόσο από την προτεσταντική όσο και από τη ρωμαιοκαθολική σχολική θρησκευτική εκπαίδευση (ακόμη και την εκκλησιαστική/κατηχητική, π.χ. στην Αυστραλία), προκειμένου να εκτιμηθούν παράγοντες γύρω από τη διδασκαλία της θρησκείας, να ανανεωθούν στοχεύσεις και κατευθύνσεις της σχολικής διδασκαλίας, να αναθεωρηθούν αναλυτικά προγράμματα και βιβλία και να εμπλουτιστούν οι διδακτικές πρακτικές των εκπαιδευτικών. Και βέβαια, μια και «είμαστε το κέντρο του κόσμου», ας γνωρίζει ο κ. Γ. Π. ότι και οι εν Ελλάδι ορθόδοξοι χριστιανοπαιδαγωγοί των Θεολογικών Σχολών (Ε. Περσελής, Χ. Βασιλόπουλος, Ι. Κογκούλης) όχι μόνο χρησιμοποιούν και αναφέρουν στα κείμενά τους τις παραπάνω εργασίες, αλλά τις διδάσκουν και στους φοιτητές τους. 

Ως προς τον P. Schreiner, είναι 6 και όχι 5 οι τίτλοι στους οποίους αναφέρεται ο Οδηγός του Εκπαιδευτικού στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου. Ωστόσο, βιβλίο «του» (αποκλειστικά) είναι μόνον ένα που αφορά στη συγκριτική παρουσίαση στοιχείων για την ευρωπαϊκή θρησκευτική εκπαίδευση (το τελευταίο στη λίστα μας). Σε όλα τα υπόλοιπα που είναι συλλογικά έργα, ο P. Schreiner είναι ένας από μια πλειάδα συγγραφέων οι οποίοι προέρχονται από διάφορες χώρες μάλιστα και ορθόδοξες (π.χ. Kozhuharov / Ρωσία, B. Andonov /Βουλγαρία). Ενδεικτικά αναφέρουμε: Η. Verkest (Βέλγιο), C. Bakker, G. Bertram-Troost, S. Miedema (Ολλανδία), R. Jackson, G. Pollard, D. Lankshear (Βρετανία), S. Mc Kinney (Σκωτία), Α. Mc Grady (Ιρλανδία), F. Pajer (Ιταλία), Luodeslampi (Φινλανδία), G. Skeie (Νορβηγία), J.P. Willaime (Γαλλία) κ.ο.κ. Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι συγγραφείς δεν είναι αποκλειστικά προτεστάντες. Τα δε βιβλία δεν εκδίδονται αποκλειστικά από το Comenius, αλλά σε συνεργασία με το δίκτυο ICCS (Intereuropean Commission on Church and School).

Αν στις παρατηρήσεις του ο P. Schreiner έχει λάθη ή ανακρίβειες, αυτό το επισημαίνει η κριτική και γίνεται αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης. Ούτως ή άλλως κανείς δεν αντιγράφει δουλικά στη διδακτική πράξη ό,τι διαβάσει, πολλώ μάλλον, όταν πρόκειται για θεωρητικές μελέτες. Η βιβλιογραφία δίνει στον εκπαιδευτικό δυνατότητες για επιλογή και διαμόρφωση προσωπικής διδακτικής στρατηγικής. Ο κ. Γ. Π. αποσιωπά την πλούσια βιβλιογραφία, ελληνική και ξένη, που παρέχει ο Οδηγός του Εκπαιδευτικού και απομονώνει ό,τι κατά την κρίση του μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του νέου Προγράμματος Σπουδών. Εξάλλου, η προσπάθεια θεμελίωσης του ισχυρισμού ότι ο Οδηγός έχει «προτεσταντική έμπνευση» στο γεγονός ότι τα Νέα Προγράμματα Σπουδών έχουν ενταχθεί από το ελληνικό κράτος στη χρηματοδότηση του ΕΣΠΑ είναι επίσης ακατανόητη και παραπλανητική.

Στην επιστημονική κοινότητα, υπάρχουν διάφοροι αποδεκτοί τρόποι για οργάνωση-παράθεση των παραπομπών. Στη σύγχρονη ελληνική και ξένη ακαδημαϊκή βιβλιογραφία είναι κυρίαρχη πλέον η τάση της καθιέρωσης του συστήματος αναφοράς «Όνομα συγγραφέα-έτος έκδοσης βιβλίου» που έχει πολλά πλεονεκτήματα. Εξυπακούεται ότι το ειδικό αναγνωστικό κοινό μιας επιστημονικής εργασίας γνωρίζει τη βιβλιογραφία επί του θέματος και μπορεί να διασταυρώσει τις πληροφορίες. Με λύπη μας διαπιστώνουμε ότι ο κ. Γ. Π., παρόλο το διδακτικό ύφος του περί μεθοδολογίας, δεν γνωρίζει βασικά πράγματα απ’ αυτήν. Ενδεχομένως, το γεγονός αυτό εξηγεί και τη στάση του. Ακόμη και ένας προπτυχιακός φοιτητής που συγγράφει μια απλή φροντιστηριακή εργασία, γνωρίζει ότι στη βιβλιογραφία οι τίτλοι αυτοτελών έργων δεν έχουν αριθμό σελίδων, παρά μόνο αν πρόκειται για άρθρα ή λήμματα. Σημασία έχει ο συγγραφέας να αναπαράγει σωστά τις πληροφορίες και όχι να δίνει την εντύπωση ότι γράφει στο γόνατο, όπως κάνει ατυχώς ο κ. Γ.Π., που αναφέρει τα βιβλία χωρίς τα υπόλοιπα βιβλιογραφικά στοιχεία, που αναγράφει τον ένα συγγραφέα ως R. Oser (αντί Fritz Oser, όπως σωστά γράφει ο Οδηγός), ή που παραπέμπει σε έργο με παραποιημένο τον τίτλο «Λαυσαϊκές ιστορίες» (…!).Εάν ο αρθρογράφος ήταν θεολόγος ή εκπαιδευτικός θα απέφευγε αρκετά από τα αδικαιολόγητα λάθη στα οποία υπέπεσε. Ποια είναι η εγκυρότητα της κριτικής του, όταν μάλλον με τη βοήθεια λεξικών (και όχι με βάση την επιστημονική βιβλιογραφία ή έστω τη διδακτική εμπειρία) προσπαθεί να προσεγγίσει έννοιες όπως είναι το «brainstorming»; Εάν έκανε τον κόπο να διαβάσει ολόκληρο τον Οδηγό, τον οποίο ισχυρίζεται ότι έχει διαβάσει, θα διαπίστωνε ότι είναι διαδεδομένη τεχνική διδασκαλίας με διάφορες ονομασίες στην ελληνική βιβλιογραφία και διδακτική πρακτική, όπως «καταιγισμός αυθόρμητων ιδεών», «ιδεοκαταιγισμός», «καταιγισμός ιδεών», «ιδεοθύελλα» κ.ά. Το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν είναι «ομαδική εργασία προς επίλυση προβλήματος». Οποιοσδήποτε εκπαιδευτικός με στοιχειώδεις γνώσεις διδακτικής μπορεί να διακρίνει τον «καταιγισμό ιδεών» από τη διδακτική τεχνική της «επίλυσης προβλήματος».

 Αλγεινή, τέλος, εντύπωση μας προκαλεί το γεγονός ότι ο κ. Γ.Π. αγνοεί τη μεγάλη σχετική συζήτηση και τα πάμπολλα ορθόδοξα έργα που έχουν γραφτεί στις μέρες μας για ζητήματα ανεκτικότητας, δικαιωμάτων, περιβάλλοντος κλπ., θεωρώντας ότι αυτά δεν πρέπει να απασχολούν τον πραγματικό Χριστιανό («δεν είναι ζητούμενα»), διότι αρκεί η παράδοση που με ευκολία κατέχουμε κληρονομικά και αποκλειστικά («δεν έχουμε ανάγκη διδασκάλων»)· που δεν υποψιάζεται ότι χρέος της Θεολογίας είναι η δυναμική ερμηνεία και μαρτυρία αυτής της παράδοσης στην σύγχρονη πραγματικότητα. Έτσι, ο αρθρογράφος ισχυρίζεται ότι υπάρχουν θέματα όπως «το περιβάλλον, τα δικαιώματα του ανθρώπου, η ανεκτικότητα στο διαφορετικό, η αγάπη στον συνάνθρωπο, ο σεβασμός της άποψης και της αντίληψης του άλλου» που είναι «αυτονόητα για ένα  Ορθόδοξο Χριστιανό αλλά που προφανώς δεν είναι στις εκκοσμικευμένες προτεσταντικές κοινωνίες της Αγγλίας και των ΗΠΑ». Μια και ο αρθρογράφος δείχνει ευαισθησία στις έννοιες των λέξεων, τι σημαίνει «αυτονόητα»; Εννοεί ότι είναι περιττή η Ορθόδοξη προσέγγιση για τον Ορθόδοξο μαθητή μια και είναι αυτονόητη; Ακόμη κατά τον αρθρογράφο τα θέματα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης που αναφέρονται στο Πρόγραμμα Σπουδών δεν πρέπει να διδάσκονται στο ελληνικό σχολείο, επειδή «θα μπορούσαν να διδαχθούν αυτούσια και σε όποια άλλη Χριστιανική Ομολογία, ακόμη και σε αιρετικές παραφυάδες, όπως οι Αντβεντιστές»; Η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη είναι αποκλειστικό κτήμα των αιρετικών παραφυάδων;

Κατακλείοντας, ευελπιστούμε το κείμενο του κ. Γ. Π. να είναι μια ακόμη αφορμή, για να κατανοηθεί το μέγεθος και η ποιότητα της εργασίας, μαζί με τις επιστημονικές προϋποθέσεις και θεολογικές στοχεύσεις του νέου ΠΣ των Θρησκευτικών, αλλά και η αναντίστοιχα πρόχειρη – πάντως όχι καλόβουλη και εποικοδομητική –  και στρατευμένη κριτική που του ασκείται.

Σάββατο 12 Μαΐου 2012

Εκδήλωση -συζήτηση για το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά.








Πρόσκληση
Ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος-ΚΑΙΡΟΣ- για την αναβάθμιση της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης
(τμήμα Πάτρας)
σας καλεί στην εκδήλωση-συζήτηση που θα πραγματοποιήσει την

Τετάρτη 16 Μαΐου 2012 στις 18.30μμ

 στην αίθουσα εκδηλώσεων του πρώην ΕΛΚΕΠΑ(Δ. Υψηλάντη 1-απέναντι από το παρκινγκ Καλεντζιώτη)
με θέμα:

«Το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου
Καινοτομικά στοιχεία, Προβλήματα, Δυνατότητες και Προοπτικές».

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

H εισήγηση του Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Ανθίμου προς την ΔΙΣ αναφορικά με το νέο Πρόγραμμα Σπουδών για το μάθημα των Θρησκευτικών στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο



ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΗ ΙΕΡΑΝ ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Επί του
"Υπομνήματος για το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου"
της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση του νέου Προγράμματος

Μακαριώτατε Αγιε Πρόεδρε, Σεβασμιώτατοι Συνοδικοί, Πατέρες και Αδελφοί,

Τα τελευταία χρόνια διεξάγεται ένας διάλογος στην ελληνική κοινωνία περί του χαρακτήρος του μαθήματος των θρησκευτικών στα Σχολεία της Χώρας.Ο διάλογος προέκυψε ως απάντηση αφ’ενός στο αίτημα για δημιουργική ανανέωση του μαθήματος και αφ’ετέρου στις προτάσεις ή απειλές βάσει συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας νομικών και πολιτικών κύκλων περί καταργήσεως του μαθήματος.

Από το 2002 στο πλαίσιο προστασίας των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, διαμορφώθηκε από το Υπουργείο Παιδείας νέο καθεστώς για την χορήγηση απαλ-λαγής από το ΜτΘ σε ετεροδόξους και αλλοθρήσκους με απλή δήλωση του κηδεμόνα ή του ενήλικου μαθητή "οτι δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος, χωρίς να είναι υποχρεωτική η αναφορά του θρησκεύματος στο οποίο ανήκει".

Το 2008 τρείς Εγκύκλιοι του Υπουργείου Παιδείας και μιά ερμηνευτική διευκρίνηση του τότε Υπουργού, προσπάθησαν να εναρμονισθούν με αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ανεξάρτητων Αρχών της Χώρας μας, που ήθελαν η απαλλαγή από το μάθημα να γίνεται με απλή διατύπωση του αιτήματος από τον ενδιαφερόμενο χωρίς άλλη εξήγηση.
Προξένησαν αλληλοσυγκρουόμενες και κάποτε έντονες ανακοινώσεις της ΟΛΜΕ, του Συνηγόρου του Πολίτη, της ΠΕΘ, των Θεολογικών Σχολών κ.α.

Με αφορμή αυτό το θόρυβο, άρχισαν να αποκρυσταλλώνονται και να προτείνονται κάποιες "μορφές" του ΜτΘ που, όπως ήταν αναμενόμενο, πυροδότησαν άλλες αντιπαραθέσεις και δημιούργησαν πολώσεις τόσο στην Εκπαιδευτική Κοινότητα όσο και σε Θεολογικούς κύκλους.
Οι «μορφές» του ΜτΘ που προτάθηκαν ήταν οι εξής:

Α. ΜτΘ με ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
(προτάθηκε από την ΟΛΜΕ, τον Συνήγορο του Πολίτη, κ.α)

Θέλει το ΜτΘ να είναι υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές επειδή:

1. ανταποκρίνεται στη νέα πραγματικότητα της σχολικής τάξης (μεγάλα ποσοστά ετεροθρήσκων μαθητών, ετεροδόξων και θρησκευτικά αδιάφορων),
2. εξετάζει το θρησκευτικό φαινόμενο ως ιστορική και παρούσα πραγματικότητα,
3. διασφαλίζει τον ελεύθερο σχηματισμό οποιασδήποτε θρησκευτικής συνείδησης,
4. εγγυάται την απουσία απαλλαγών και τον υποχρεωτικό χαρακτήρα του μαθήματος,
5. κατοχυρώνει τα εργασιακά δικαιώματα των θεολόγων εκπαιδευτικών.

Επισημαίνεται ότι με τον θρησκειολογικό προσανατολισμό του ΜτΘ δεν συμφωνεί κανένας θεολογικός χώρος στην Ελλάδα, σήμερα.

Β. ΜτΘ με ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
(προτάθηκε από την ΠΕΘ κ.α.)

Θέλει το ΜτΘ να παραμείνει ομολογιακού τύπου, διότι:

1. η πλειονότης των μαθητών του ελληνικού σχολείου είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί,
2. το ισχύον Ελληνικό Σύνταγμα αναφέρει την ύπαρξη "επικρατούσας θρησκείας",
3. απόφαση του ΣτΕ (3356/1995) ορίζει ότι η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών πραγματοποιείται σύμφωνα με τις αρχές της Ορθοδόξου Χριστιανικής Διδασκαλίας,
4. η Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη έχει διαμορφώσει καθοριστικά την πνευματική φυσιογνωμία της Ελλάδος,
5. σημαντικό ποσοστό γονέων επιθυμεί να λάβουν τα παιδιά τους θρησκευτική αγωγή στο σχολείο,
6. σημαντική μερίδα των αλλοδαπών μαθητών ενδιαφέρεται για την Ορθόδοξη Πίστη.

Γ. ΜτΘ με "ΑΝΟΙΧΤΟ" ή «ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ» ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
(προτάθηκε από τον Σύνδεσμο "Καιρός" κ.α)
Θέλει το ΜτΘ:

1. να είναι κοινή υποχρεωτική θρησκευτική εκπαίδευση για όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές επιλογές τους,
2. να δίνει έμφαση στον γνωσιοκεντρικό-παιδαγωγικό και όχι στον ομολογιακό-κατηχητικό του χαρακτήρα,
3. να εδράζεται στην ερμηνεία, στην κριτική και στον διάλογο,
4. να εγγυάται την βιωσιμότητά του στο μέλλον.

Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι,

Νομίζω ότι οφείλουμε πιά να βγούμε από τα παραπάνω ερμητικά κλεισμένα σχήματα, όπως η γνωστή ψυχοσύνθεσή μας των Ελλήνων ύψωσε ως τείχη.

Χρειάζεται·
α. αντλώντας από την εμπειρία μας ως ποιμένες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας,
β. αφουγκραζόμενοι την σημερινή κοινωνική και θρησκευτική πραγματικότητα της Πατρίδος μας, και
γ. σεβόμενοι τις ευαισθησίες της σημερινής σχολικής τάξης και της εκπαιδευτικής διαδικασίας, να σκεφτούμε τα εξής:

• Η προϊούσα από ετών εκκοσμίκευση απομάκρυνε τους νέους μας από τις θρησκευτικές μας παραδόσεις, ενώ η πολυπολιτισμικότητα έφερε νέες ηθικές, κοινωνικές και πολιτισμικές προκλήσεις στη Χώρα μας. Έτσι δημιουργήθηκε η σημερινή κατά γενική ομολογία, "κρίση αξιών", στην ελληνική κοινωνία, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει όλοι να εργασθούμε υπεύθυνα.
• Η σχολική τάξη αποτελεί σμικρογραφία της ελληνικής κοινωνίας. Η πλειονό-της των μαθητών του ελληνικού σχολείου είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, όμως σε αρκετές περιοχές της Πατρίδος μας οι αλλοδαποί μαθητές με διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις, αλλάζουν σημαντικά την σύνθεση της σχολικής τάξης. Η ποικιλόμορφα διαμορφωμένη πρόταση για απαλλαγή από το ΜτΘ κάποιων μαθητών, έβγαλε από τις τάξεις κυρίως χριστιανόπουλα που ήθελαν να «ελαφρυνθεί» το σχολικό τους Πρόγραμμα.

Χρειάζεται να «παίξουμε» με λέξεις, προκειμένου να μην «χάσουμε» το μάθημα από τα σχολεία μας.

Ευσεβάστως προτείνω· ως ΔΙΣ:

1. Να μην υιοθετήσουμε αυτούσια καμμιά από τις παραπάνω ετικέτες των μορφών του ΜτΘ προκειμένου να μην εμπλακούμε σε ήδη διαμορφωμένες και πολωμένες απόψεις, αλλά να εργασθούμε για τον συγκερασμό των θετικών στοιχείων όλων των προτάσεων.

2. Να επισημάνουμε σε όσους επιμένουν να μεταβληθεί το ΜτΘ σε θρησκειολογία, ότι τότε θα καταστρατηγηθεί το δικαίωμα των ορθοδόξων μαθητών για Ορθόδοξη Χριστιανική μόρφωση. Οι Έλληνες γονείς θέλουν τα παιδιά τους να μάθουν την Ορθόδοξη Χριστιανική μας Πίστη και Παράδοση από το σχολείο.
Φυσικά, η Κατήχηση του λαού μας είναι κυρίως έργο δικό μας, των Επισκόπων και των Ιερέων και δεν έχουμε την πρόθεση να το εκχωρήσουμε σε εκπαιδευτικούς.
3. Να επισημάνουμε σε όσους επιμένουν να μεταβληθεί το ΜτΘ σε ομολογιακό, ότι εάν υπονοούν «Ορθόδοξη Κατήχηση», τότε ανοίγουν τις πόρτες του σχολείου σε αλλοθρήσκους και αλλοδόξους θεολόγους. Η προταθείσα εισαγωγή ενός εναλλακτικού μαθήματος για τους αλλοδαπούς, δεν είναι εφικτή στην εκπαιδευτική πραγματικότητα της Χώρας μας, επειδή προσκρούει σε πρακτικές δυσκολίες (σχολικές αίθουσες, συγγραφή πρόσθετων εγχειριδίων, εναρμόνιση με το σχολικό Πρόγραμμα). Θα ωθήσουμε ως μοναδική λύση, την κατάργηση του ΜτΘ.

4. Να επιδιώξουμε, να είναι η Ορθόδοξη Θεολογία κέντρο του ΜτΘ χωρίς απαραίτητα η μεθοδολογία του μαθήματος να είναι «ομολογιακή». Το σχολείο δεν μπορεί να απαιτεί την διατράνωση της Πίστεως των μαθητών επειδή η Πίστη δεν αξιολογείται εκπαιδευτικά ούτε βεβαίως μπορεί να βαθμολογηθεί.

5. Να ζητήσουμε, το ΜτΘ να εμφανίζει σε όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές το πολιτισμικό μέγεθος της Ορθοδόξου βιοτής καθώς αυτή διαποτίζει την ελληνική κοινωνία και είναι «αγαθό εν κινήσει». Ο αλλόθρησκος μαθητής στη χώρα μας, όπως θα διδαχθεί για τον Πλάτωνα, για την Αθηναϊκή Συμπολιτεία και τον Παρθενώνα, έτσι οφείλει να μάθει για τον Ιησού Χριστό, για την Ορθόδοξη Εκκλησία και την τέχνη της.

Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι,

Το «μυστικό» της εύστοχης και αποδοτικής διδασκαλίας του ΜτΘ δεν είναι ούτε το σχολικό εγχειρίδιο, ούτε το Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα.

Είναι ο εκπαιδευτικός που το διδάσκει.

Είναι κι εκείνος «λογικό πρόβατο» της εκκλησιαστικής μας ποίμνης και αποτελεί ιδική μας ποιμαντική ευθύνη η προσέγγισή του και η «κατά Χριστόν» καλλιέργειά του, ώστε:

Να μην μετατρέπει το μάθημα σε "εκκοσμικευμένη ηθική" εξοβελίζοντας τον μυσταγωγικό του χαρακτήρα.

Να μην περιορίζει το μάθημα σε "Επιτομή Θρησκευτικής Εγκυκλοπαιδείας" αφήνοντας αναπάντητες τις υπαρξιακές αναζητήσεις των μαθητών.

Να δίνει την δυνατότητα σε αλλοδαπούς ετεροθρήσκους μαθητές να γνωρίσουν αφ’ενός την δική τους θρησκευτική πίστη και αφ’ετέρου την θρησκευτική και πολιτιστική παράδοση της Χώρας που τους δέχτηκε και τους φιλοξενεί.

Να θέτει βάσεις για εποικοδομητικό διάλογο με το «διαφορετικό» που, ούτως ή ἀλλως, συζεί με το «οικείο».

Να καλλιεργεί τον διάλογο μεταξύ διαφόρων θρησκευτικών παραδόσεων και να
μελετά αντικειμενικά τις σχέσεις τους με την "εξ αποκαλύψεως" Εκκλησία του
Χριστού.

Να επωάζει στην τάξη το δημοκρατικό πνεύμα και την πνευματικότητα της Παιδείας, τουλάχιστον σε επίπεδο θρησκευτικότητος.

Να αναλύει το παγκόσμιο θρησκευτικό φαινόμενο και να αναδεικνύει τον οικουμενικό και επίκαιρο λόγο της Ορθόδοξης Θεολογίας και των άλλων χριστιανικών παραδόσεων.

Να διευρύνει τους πνευματικούς ορίζοντες των μαθητών μέσα από μια νέα καθολική προσέγγιση της γνώσης, η οποία εξάλλου ήδη είναι οικεία σ' αυτούς από τους σύγχρονους διαύλους ενημέρωσης.

Να προσφέρει λόγο ελπίδας και πρόταση ζωής στο σημερινό ελληνόπουλο.

Να διανθίζει το κάθε θέμα του με Πατερικά Κείμενα που θα ενισχύουν το στόχο του.

Να παρουσιάζει και να ερμηνεύει την ποικίλη εκκλησιαστική τέχνη στους μαθητές.

Μακαριώτατε Αγιε Πρόεδρε, Σεβασμιώτατοι Συνοδικοί, Πατέρες και Αδελφοί,

Με τις παραπάνω απόψεις και βιωματικές εμπειρίες που διαθέτω από τον τόπο καταγωγής μου, που είναι και η Επαρχία, που με αξίωσε ο Χριστός να διακονώ, μελέτησα το «Υπόμνημα για το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου» της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, που μας υπεβλήθη.

Οι παρατηρήσεις που καταθέτω, είναι επιγραμματικά οι εξής:

Το «Πρόγραμμα Σπουδών» για το ΜτΘ θα λειτουργήσει «πιλοτικά», όπως για όλα τα σχολικά μαθήματα, σε ορισμένο αριθμό σχολείων, προκειμένου να αξιολογηθεί, να εξαχθούν συμπεράσματα και όπου χρειάζεται να τροποποιηθεί, πριν την καθολική εφαρμογή του.

Είναι «Πρόγραμμα Σπουδών» και όχι σχολικό εγχειρίδιο.

Δεν απευθύνεται στον μαθητή αλλά στον εκπαιδευτικό, προκειμένου να τον καθο-δηγήσει στον σχεδιασμό της διδασκαλίας.

Δεν είναι κατάλογος διδακτικών περιεχομένων ή διδακτικών ενοτήτων.
Θα συνοδεύεται από πολυσέλιδο «Οδηγό» ως απαραίτητο βοήθημα για την εφαρμογή του.

Η κάθε «θεματική ενότητα» δεν θα διδάσκεται σε 1 ωριαία διδασκαλία αλλά σε πολλές, με ποικιλία τεχνικών και διδακτικών μέσων.

Οι προτεινόμενες «θεματικές ενότητες» αναπτύσσονται σε 4 στήλες:

α) Προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα. Αυτά είναι που θα καθορίζουν την παραδοσιακή «διδακτέα ύλη» προσαρμοσμένη στις συνθήκες της τάξης.

β) Διδακτικά θέματα.

γ) Διδακτικές δραστηριότητες. Θεωρώ ότι αυτές είναι η μεγαλύτερη καινοτομία του Προγράμματος. Διδακτικές δραστηριότητες δεν είναι ολοκληρωμένες πορείες διδασκαλίας, είναι ενδεικτικές και υπάρχει ελευθερία αναπροσαρμογής ή τροποποίησής τους. Χωρίς να καταργείται η παραδοσιακή μορφή της διδασκαλίας «παράδοση-εξέταση», επιδιώκεται η διερευνητική και βιωματική εμπλοκή του μαθητή. Κυρίως προωθεί μορφές ομαδο-συνεργατικής μεθόδου.
Βέβαια, για τις δραστηριότητες αυτές, θα χρειαστούν επιμορφωτική στήριξη οι εκπαιδευτικοί.
δ) Εκπαιδευτικό υλικό.

Το Πρόγραμμα Σπουδών, όπως το περιγράφουν οι συντάκτες του και τα περιεχόμενά του, επιδιώκει να αναδείξει την Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση σε όλες τις πτυχές της.
Σε όλα τα μαθήματα υπάρχει αφθονία θεμάτων και διδακτικών δραστηριοτήτων που αφορούν στην Αγία Γραφή, στα πατερικά κείμενα, στην λατρεία και στην τέχνη της Εκκλησίας.
Σε κάποιες αυτόνομες ενότητες παραθέτει συμπληρωματικά, με τη μορφή διάσπαρτων στοιχείων και θρησκειολογικά θέματα.
Σε όλες τις ενότητες, ειδικά στο Γυμνάσιο, είναι εμφανής ο διάλογος με τις ανησυχίες και τις εμπειρίες των μικρών παιδιών και των εφήβων αλλά και με τα σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα.
Επειδή είναι εκπαιδευτικό εργαλείο, σ’αυτά τα ζητήματα χρησιμοποιεί γλώσσα και ορολογία επίκαιρη, που κάποτε υπερβαίνει την γνώριμη σε μας και οικεία θεολογική ορολογία.
Βεβαίως, αποκλίσεις από την δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας, δεν υπάρχουν.

Νομίζω ότι είναι μιά πολύ καλή πρόταση, ώστε το Μάθημα των Θρησκευτικών:

Να παραμείνει στα Ελληνικά Σχολεία.

Να διδάξει την Ορθόδοξη Πίστη ως βίωμα και ως θεωρία, ως νόημα και πρόταση ζωής.

Να εμφανίσει το Ορθόδοξο φρόνημα διαχρονικά στην ιστορική του διαδρομή ως πολιτιστικό μέγεθος.

Να παρουσιάσει το «εφικτόν» της «κατά Χριστόν» ζωής.

Να δοκιμάσει την αντοχή της Ορθὀδοξης Θεολογίας στο σήμερα.

Να αγκαλιάσει χωρίς φανατισμό τους αλλοθρήσκους συμπατριώτες μας .

Να οργανώσει την σχολική τάξη σε εργαστήρι συνεργασίας και συνθέσεως απόψεων.

Να ενταχθεί στη νέα μεθοδολογία διδασκαλίας των μαθημάτων.

Μετὰ βαθυτάτου σεβασμου

Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Θρησκευτικά στο Νέο Σχολείο: Πρωταγωνιστής ο Θεολόγος, επίκεντρο η ορθόδοξη παράδοση

"O εκπαιδευτικός θα συνεχίσει να είναι ο πρωταγωνιστής της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο πλαίσιο και του νέου προγράμματος σπουδών στο μάθημά μας", τόνισε ο Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Δρ. Δημ. Φύκας μιλώντας σήμερα το μεσημέρι στη συνάντηση θεολόγων του ν. Φωκίδας η οποία πραγματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο του Γυμνασίου Αμφισσας και είχε σαν θέμα την ενημέρωση για τα νέα προγράμματα σπουδών στα Θρησκευτικά του Γυμνασίου.
Παράλληλα, ο κ. Φύκας αναφερόμενος στο περιεχόμενο του μαθήματος υπογράμμισε ότι το μάθημα των Θρησκευτικών στο Νέο Σχολείο θα έχει ως επίκεντρό του την Ορθόδοξη παράδοση, με τα εξής χαρακτηριστικά: Γίνεται ανοικτό και πλουραλιστικό, διατηρεί και αναπλαισιώνει τον γνωστικό και παιδαγωγικό του χαρακτήρα, λαμβάνει υπόψη του τις απαιτήσεις των καιρών, τις σύγχρονες μορφωτικές ανάγκες των μαθητών, τις χριστιανικές παραδόσεις της Ευρώπης και του κόσμου, καθώς και τα μεγάλα Θρησκεύματα.
“Ένας από τους κύριους σκοπούς του ΜτΘ”, επεσήμανε ο κ. Σύμβουλος, “είναι να οικοδομήσει ένα στιβαρό μορφωτικό πλαίσιο γνώσης και κατανόησης της Ορθοδοξίας και του Χριστιανισμού, ως πνευματικής και πολιτισμικής παράδοσης της Ελλάδας και της Ευρώπης, αλλά και ως ζωντανής πηγής έμπνευσης, πίστης, ηθικής και νοηματοδότησης για τον κόσμο και τον άνθρωπο, τη ζωή και την ιστορία. Το νέο μάθημα θα προσπαθήσει να προάγει τη γνωριμία, την κριτική κατανόηση, τον σεβασμό και τον διάλογο μεταξύ ανθρώπων με διαφορετικές απόψεις, αντιλήψεις ή δεσμεύσεις πάνω σε ζητήματα πίστης και ηθικού προσανατολισμού”.
Σχολιάζοντας προβληματισμούς που διατυπώθηκαν για τον χαρακτήρα του ΜτΘ ο κ. Φύκας υπογράμμισε ότι “το μάθημα στο Νέο Σχολείο δεν γίνεται θρησκειολογικό, μα ούτε χάνει τον Ορθόδοξο χαρακτήρα του. Ο Ορθόδοξος χαρακτήρας του μαθήματος των Θρησκευτικών δεν αλλοιώνεται με το να συμπεριλάβει ως διδακτέα ύλη σε θεματικές ενότητες, και όπου είναι αναγκαίο, τις άλλες χριστιανικές παραδόσεις της Ευρώπης, καθώς και τις μεγάλες Θρησκείες του κόσμου, για ευνόητους λόγους, μέσα σε ένα διαπολιτισμικό περιβάλλον που όλοι μας ζούμε”.
Ο Σύμβουλος Θεολόγων της Φωκίδας σε αναφορά του για το πλαίσιο της διδασκαλίας του νέου μαθήματος, είπε ότι “η διδασκαλία των Θρησκευτικών, όπως και των άλλων μαθημάτων στο σχολείο από δω και εξής, θα γίνεται πλέον με συμμετοχικές διαδικασίες, ομαδοσυνεργατικές δραστηριότητες, συζήτηση και διαβουλεύσεις”, τονίζοντας εν προκειμένω με έμφαση ότι “o εκπαιδευτικός θα είναι ο πρωταγωνιστής στη διαμόρφωση του Προγράμματος Σπουδών διαδικασίας. Ο ίδιος θα διερευνά, θα σχεδιάζει, θα συνεργάζεται, θα δοκιμάζει νέες στρατηγικές μάθησης και θα αξιολογεί την δράση του”.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Τα καινοτομικά στοιχεία του νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά

Την Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012, στην αίθουσα Τελετών του 7ου Γυμνασίου Τρικάλων, πραγματοποιήθηκε Επιμορφωτικό σεμινάριο για τους Θεολόγους καθηγητές των σχολείων της Β/θμιας Εκπαίδευσης των Νομών Τρικάλων και Καρδίτσας, ύστερα από πρόσκληση του νέου Σχολικού Συμβούλου ΠΕ01 κ. Δημητρίου Φύκα (Συμβούλου ΠΕ01 και στο Ν. Φωκίδας), με κεντρικό εισηγητή τον Δρ. Σταύρο Γιαγκάζογλου, Σύμβουλο θεολόγων στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο ο οποίος ανέπτυξε τα καινοτομικά στοιχεία του Νέου Προγράμματος σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Νέο Σχολείο και απάντησε στις πάρα πολλές ερωτήσεις των συναδέλφων, που τέθηκαν στη συγκέντρωση.

Επίσης, ο συνάδελφος M.Sc. Θεολόγος, Aπόστολος Μπάρλος, παρουσίασε το θέμα: "Υλοποίηση του Νέου Προγράμματος", παρουσιάζοντας και αναλύοντας μια θεματική ενότητα από το νέο πρόγραμμα σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Γυμνάσιο.

* Παρακολουθείστε από το ιστολόγιο του συναδέλφου M.Sc. Θεολόγου / Λυκειάρχη στον Ν. Τρικάλων Αλεξάνδρου Γκίκα όλες τις εισηγήσεις στην ηλεκτρονική διεύθυνση:
  http://professeur-alex.blogspot.com/2012/03/blog-post.html#!/2012/03/blog-post.html

Πηγή: http://religiousnet.blogspot.com/2012/03/blog-post_11.html

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Παγκρήτια θεολογική ημερίδα για το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά

Ο Παγκρήτιος Σύνδεσμος Θεολόγων προσκαλεί όλους τους θεολόγους της Κρήτης (κληρικούς, λαϊκούς, άνεργους, εργαζόμενους, αναπληρωτές, ωρομίσθιους, μόνιμους, συνταξιούχους) στην παγκρήτια θεολογική ημερίδα που θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012, ώρα 10:30, στο Πνευματικό Κέντρο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης (πλατεία Ιεράς Αρχιεπισκοπής).

Στο πλαίσιο της εκδήλωσης, θα γίνουν α) εκδήλωση ενημέρωσης-διαλόγου, με θέμα «Το νέο πιλοτικό Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά», και β) η εξ αναβολής ετήσια τακτική Γενική Συνέλευση του Παγκρήτιου Συνδέσμου Θεολόγων.

Αναλυτικότερα:
10.30: Εισήγηση - παρουσίαση, με θέμα «Βασικές αρχές, προσανατολισμοί και καινοτομίες του νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά». Εισηγητής ο κ. Σταύρος Γιαγκάζογλου, δρ. θεολογίας, Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου / Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, Διδάσκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.
11.10: Εισήγηση – παρουσίαση, με θέμα «Η διδασκαλία στα Θρησκευτικά με βάση το νέο Πρόγραμμα Σπουδών». Εισηγητής ο κ. Γεώργιος Στριλιγκάς, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων, Πρόεδρος του Παγκρήτιου Συνδέσμου Θεολόγων.
11.40: Συζήτηση.
12.40: Ετήσια τακτική Γενική Συνέλευση του Παγκρήτιου Συνδέσμου Θεολόγων. Όπως ορίζεται στο Καταστατικό του Συνδέσμου, θέματα της Συνέλευσης είναι α) Γενικός Απολογισμός έτους 2011, β) Προγραμματισμός δραστηριοτήτων έτους 2012.
13.30: Λήξη εργασιών.

ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΠΑΓΚΡΗΤΙΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Για την ανανέωση των Θρησκευτικών

Του Γεωργίου Στριλιγκά, Σχολικού Συμβούλου Θεολόγων

Πηγή: http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=8166

Ο λόγος για το νέο πιλοτικό Πρόγραμμα Σπουδών στο μάθημα των Θρησκευτικών. Για το ζήτημα, ήδη, έχουν δημοσιευθεί στα μέσα ενημέρωσης και στο διαδίκτυο ποικίλες προσεγγίσεις, από τις οποίες οι περισσότερες χαρακτηρίζονται από άγνοια και προχειρότητα. Μερικές φορές μάλιστα διασπείρουν ψευδείς φήμες, διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα και υπηρετώντας σκοπιμότητες. Η κατάσταση αυτή καθιστά επιτακτική την ανάγκη για υπεύθυνη ενημέρωση.
Κατά το περασμένο σχολικό έτος, στο πλαίσιο του λεγόμενου Νέου Σχολείου, εκπονήθηκαν νέα Προγράμματα Σπουδών σε όλα τα μαθήματα της Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης. Βασικό χαρακτηριστικό της μεταρρύθμισης είναι ο παιδαγωγικός αναπροσανατολισμός της διδακτικής διεργασίας στην κατεύθυνση της διερευνητικής, βιωματικής και συνεργατικής μάθησης. Η αλλαγή αυτή κρίνεται ως αναγκαία, με βάση τις σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής, καθώς επίσης το αίτημα υπέρβασης χρόνιων αγκυλώσεων στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.
Στο πλαίσιο της ευρύτερης αλλαγής, μεταξύ άλλων, συντάχθηκε νέο Πρόγραμμα Σπουδών και στο μάθημα των Θρησκευτικών. Για την προετοιμασία του εργάστηκε Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων που συστήθηκε από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, ύστερα από προκήρυξη εκδήλωσης ενδιαφέροντος και αξιολόγηση των ενδιαφερόμενων. Είχα την τιμή να επιλεγώ και να λάβω μέρος στην εν λόγω Επιτροπή και έτσι έχω προσωπική άποψη για τον τρόπο και τον σκοπό της εργασίας.

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

Γιώργος Καπετανάκης : Μάθημα των θρησκευτικών: Οπισθέλκουσα δύναμη ή πρωτοπορία;

Σε ποιους απευθύνεται το μάθημα των θρησκευτικών σε ένα δημόσιο σχολείο;
Σε όλους τους μαθητές και μαθήτριες!!
Ποιο είναι το προφίλ των μαθητών μας σήμερα; Εάν είναι όλοι ορθόδοξοι θα έπρεπε κάθε ενορία κάθε Κυριακή να είναι κατάμεστη. Κι όμως, αν αντιστοιχούν 5000 πιστοί σε κάθε μια ενορία των μεγάλων αστικών κέντρων πόσους συναντάμε στην κυριακάτικη λειτουργία; Που είναι οι υπόλοιποι; Μήπως τελικά είναι μύθος για το ορθόδοξο του εκκλησιαστικού μας φρονήματος; Μήπως αν επαναφέραμε την απόφαση της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου για την αναγκαιότητα συνεχούς εκκλησιασμού θα έπρεπε να διώξουμε τους 4700 ενορίτες που δε συναντάμε συχνά; Και μήπως αυτών τα παιδιά δεν έχουμε στα σημερινά σχολεία; Θα ήταν υπερβολή αν έλεγα πως ο νηπιοβαπτισμός και η κατήχηση όπως έχουν υπάρξει ως τώρα έχουν αποτύχει;
Η σχολική θρησκευτική αγωγή λοιπόν απευθύνεται σε παιδιά με θρησκευτικές προσλαμβάνουσες πολυσύνθετες. Έχουμε μαθητές όλων των επιπέδων σε σχέση με την εκκλησία μας αλλά και με τη θρησκεία γενικότερα. Πώς θα προσεγγίσουμε όλα αυτά τα παιδιά; Μόνο μέσα από τη θεολογία της ετερότητας. Μόνο αποδεχόμενοι την πολυσυλλεκτικότητα του μαθητικού κοινού θα λειτουργήσουμε θετικά προς την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης και πίστης. 


Προβληματισμοί για τα νέα Προγράμματα Σπουδών του ΜτΘ

Πηγή: http://paterikos.blogspot.com/2012/01/blog-post_6889.html

 του Δρ. Τριαντάφυλλου Σιούλη, Σχολικού Συμβούλου Θεολόγων

Με το ΦΕΚ 2335/17-10-2011, τ.β΄ «Προγράμματα Σπουδών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για την Πιλοτική τους Εφαρμογή του διδακτικού αντικειμένου Θρησκευτικά», εισάγονται στην υποχρεωτική εκπαίδευση (Δημοτικό και Γυμνάσιο) νέα Προγράμματα Σπουδών, τα οποία δοκιμάζονται πιλοτικά σε Δημοτικά Σχολεία και Γυμνάσια σε όλη την Ελλάδα, με σκοπό να γίνουν παρεμβάσεις - βελτιώσεις όπου χρειάζονται και αναπροσαρμογές, ώστε στη συνέχεια να επεκταθεί η εφαρμογή τους στο σύνολο των σχολείων.
Σχετικά με την προσπάθεια αυτή εγείρονται πολλοί προβληματισμοί...