ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ - Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ

Βασιλεύουσα, Νέα Ρώμη, Βυζάντιο, Επτάλοφος… Πόσες λέξεις – πόσα προσωνύμια κρύβονται μέσα στην έννοια της Πόλης! Της Κωνσταντινούπολης.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεολογία και Σύγχρονη Φυσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεολογία και Σύγχρονη Φυσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

Η Ορθόδοξη Εκκλησία απέναντι στο Big Bang

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Παραμερίζοντας τις χοντρές λωρίδες πλαστικού, που σε προδιαθέτουν για την είσοδό σου σε έναν εργαστηριακό χώρο, μπαίνεις μέσα στο τούνελ που οδηγεί στη συναρπαστική διαδραστική έκθεση του CERN. Με οθόνες αφής και βίντεο οι επισκέπτες μαθαίνουν για την ιστορία του σύμπαντος και το σωματίδιο Higgs, βλέπουν σε μινιατούρα τον επιταχυντή αδρονίων και «παίζουν» μέχρι και ποδόσφαιρο με τα σωματίδια στις διαδραστικές πλατφόρμες της έκθεσης.

Το μεγαλύτερο εργαστήριο σωματιδιακής φυσικής στον κόσμο ήρθε στη Θεσσαλονίκη για να κάνει γνωστά τα νέα ερευνητικά δεδομένα, που δίνουν ορισμένες απαντήσεις για το «πώς» δημιουργήθηκε το σύμπαν, δημιουργώντας την ίδια στιγμή περισσότερα ερωτήματα. Ηρθε όμως και για να «συνομιλήσει» με ακόμη μία επιστήμη νοηματοδότησης του κόσμου, τη θεολογία. «Το CERN είναι ένα παγκόσμιο εργαστήριο που προσφέρει χώρο για διάλογο και ανταλλαγή απόψεων. Θίγουμε θεμελιώδη ερωτήματα για την αρχή του κόσμου, τα οποία είναι κοντά στα όσα εξετάζουν η φιλοσοφία και η θεολογία», σημειώνει ο δρ Μανώλης Τσεσμελής, διευθυντής Διεθνών Σχέσεων του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πυρηνικών Ερευνών και καθηγητής Φυσικής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Η πρώτη φορά

Πρόκειται για την τρίτη «συνομιλία» που διοργανώνει το CERN με την επιστήμη της θεολογίας (οι προηγούμενες ήταν στη Νιόν της Σουηδίας το 2012 και στην Ντιβόν της Γαλλίας τον περασμένο Ιούνιο) και η πρώτη αποκλειστικά με την ορθόδοξη πίστη. «Η επιστήμη δεν θα μας πει ποτέ το “ποιος” και το “γιατί”. Θα μας λέει το “πώς” και το “πότε”. Είναι σημαντικό να βρούμε μια κοινή γλώσσα επικοινωνίας για να απαντήσουμε στα μεγάλα προβλήματα του κόσμου. Αν δεν υπάρξει διάλογος, θα υπάρξει φονταμενταλισμός», τονίζει ο κ. Τσεσμελής και ξεκαθαρίζει από την αρχή του συνεδρίου το στερεότυπο περί «σωματιδίου του Θεού», αναφερόμενος στο μποζόνιο Higgs, το οποίο όπως είπε, αποτελεί εφεύρημα του εκδότη του γνωστού βιβλίου του νομπελίστα φυσικού Λέον Λέντερμαν. «Ο ίδιος ήθελε να ονομάσει το βιβλίο The Goddamn Particle», υπογραμμίζει.

Ανατροπές

Το συνέδριο «Θεολογία και Σύγχρονη Φυσική» αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή το Τμήμα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το οποίο βρίσκεται σε μια εξωστρεφή τροχιά τα τελευταία χρόνια. Εχοντας στο ενεργητικό του τη διοργάνωση της Πολιτισμικής Κατάληψης (2012) και το περσινό συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά», το Τμήμα δεν διστάζει να θίξει θέματα που θεωρούνται ταμπού για τον χώρο της Εκκλησίας, ενώ παράλληλα έχει λάβει απόφαση ίδρυσης μουσουλμανικής κατεύθυνσης σπουδών. «Η συζήτηση σήμερα είναι αναγκαία γιατί ζούμε την πιο άγρια περίοδο φονταμενταλισμού της ελληνικής κοινωνίας, σε όλα τα επίπεδα: θεολογικό, πολιτικό, πολιτισμικό. Οταν δεν υπάρχει το όραμα πίσω από το οποίο θα συνταχθεί η κοινωνία, τη θέση του παίρνει ο φονταμενταλισμός», μας λέει ο πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας και καθηγητής Χρυσόστομος Σταμούλης και συμπληρώνει: «Πολλοί που ασχολούνται με το μυστήριο της εκκλησίας και με τη θεολογία έχουν, δυστυχώς, ελαχιστότατες γνώσεις. Αναπτύσσουν προσωπικές θεολογίες, οι οποίες είναι ιδεολογίες. Ο φονταμενταλισμός, όμως, έρχεται και στην επιστήμη, όταν εκείνη ισχυρίζεται ότι μπορεί να σώσει τον κόσμο. Ισως αυτό είναι το νόημα του πραγματικού διαλόγου, να βγάλουμε από τη συζήτηση τις μεσσιανικές διαδικασίες. Τους θεολόγους δεν τους αφορά ο τρόπος δημιουργίας του κόσμου και οι επιστήμονες που σκέπτονται δημιουργικά δεν ασχολούνται με το “ποιος” της δημιουργίας».

Στις επιστήμες η ανατροπή των υφιστάμενων δεδομένων από νέες ανακαλύψεις είναι κάτι φυσιολογικό και αυτό πρέπει να ισχύει και στην επιστήμη της θεολογίας, επισημαίνει ο κ. Σταμούλης, χωρίς να προκαλείται ανησυχία στους πιστούς. «Εάν έρθει σήμερα η φυσική επιστήμη και μας πει ότι ανατρέπονται όλα αυτά που περιγράφουν τα βιβλικά μας κείμενα για το “πώς”, θα απαντήσω όπως θα έλεγε και ο Μέγας Βασίλειος: “E, και; Χάνεται η πίστη μας; Ισχυρότερη γίνεται”. Πιστεύω ακράδαντα πως αν ο βιβλικός συγγραφέας έγραφε σήμερα τη Γένεση και ο Μέγας Βασίλειος την Εξαήμερό του, θα το έκαναν πολύ διαφορετικά. Και σήμερα η Εκκλησία έχει ανάγκη από μια νέα Εξαήμερο. Περιμένουμε τον νέο Μέγα Βασίλειο που θα τη γράψει», καταλήγει.
 
Ο Μέγας Βασίλειος και το μποζόνιο Higgs
Στην κατάμεστη αίθουσα του Ιστορικού Κέντρου Θεσσαλονίκης φοιτητές Θεολογίας, καθηγητές και απλός κόσμος ακούει με προσοχή την καθηγήτρια Φυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και επικεφαλής της πανεπιστημιακής αποστολής στον ανιχνευτή Atlas του CERN, Χαρά Πετρίδου, να εξηγεί τη διαδικασία των πειραματισμών που ακολούθησαν οι επιστήμονες για να επιβεβαιώσουν την ύπαρξη του μποζονίου Higgs. «Με εντυπωσίασε το ανοιχτό πνεύμα των περισσότερων συναδέλφων και με συγκίνησε η συμμετοχή του κόσμου και το ανοιχτό πνεύμα των διοργανωτών. Ο κόσμος ήθελε πραγματικά να ακούσει για τα επιστημονικά επιτεύγματα, να δούμε πού βρισκόμαστε», σημειώνει η κ. Πετρίδου.

Αναβάθμιση επιταχυντή

Αυτή την περίοδο ολοκληρώνεται η αναβάθμιση του επιταχυντή και θα λειτουργήσει ξανά από την αρχή του νέου έτους, με την ενέργεια της σύγκρουσης των σωματιδίων να έχει αυξηθεί από 8 TeV σε 13 TeV για να μελετηθεί καλύτερα το σωματίδιο Higgs.

Ο ανιχνευτής μιονίων, τμήμα του οποίου κατασκεύασε η ομάδα του ΑΠΘ σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανακάλυψη του σωματιδίου Higgs, καθώς τα μιόνια είναι ένας από τους τρόπους διάσπασης του σωματιδίου. «Η ομάδα μας τώρα συμμετέχει στην αναβάθμιση του ανιχνευτή Atlas που θα ολοκληρωθεί το 2018», υπογραμμίζει η κ. Πετρίδου.

Η σχέση πάντως της επιστήμης και της θεολογίας δεν είναι καθόλου νέα, σύμφωνα με τον αρχιμανδρίτη Ειρηναίο Δεληδήμο. Ο Μέγας Βασίλειος, όπως τόνισε στην εισήγησή του, προτρέπει στην Εξαήμερο προς την επιστημονική έρευνα καθώς αναφέρει ότι ο Θεός «αποσιώπησε» ορισμένα στοιχεία της δημιουργίας για να «γυμναστεί» ο νους του ανθρώπου και να τα ανακαλύψει μόνος του. «Οι ακραίοι θρήσκοι και οι ακραίοι άθεοι συναντώνται σε ένα πράγμα: ότι επιστήμη και Θεός είναι ασυμβίβαστα. Αυτό όμως δεν ισχύει ούτε για τους Πατέρες της Εκκλησίας ούτε στις πραγματικές ανακαλύψεις της επιστήμης. Η συνεργασία επιστήμης και θεολογίας μπορεί να μεταδώσει γνώση στην κοινωνία, αφού ξεπεραστούν οι προκαταλήψεις και από τις δύο πλευρές», σημειώνει.

Περισσότεροι από χίλιοι μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και δεκάδες φοιτητές ελληνικών πανεπιστημίων επισκέπτονται κάθε χρόνο τις εγκαταστάσεις του CERN στη Γενεύη, μας λέει ο κ. Τσεσμελής, υπερήφανος που η Ελλάδα έχει πολύ μεγάλη παρουσία στον Οργανισμό. Ενδεχομένως, η επόμενη αποστολή να περιλαμβάνει και τους πρώτους φοιτητές Θεολογίας και αυτό θα είναι μια σαφής ένδειξη ότι ο διάλογος δεν σταματά αλλά συνεχίζεται.
Εν αρχή...
Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν· πολλὰ ἀπεσιώπησεν, ὓδωρ, ἀέρα, πῦρ, τὰ ἐκ τούτων ἀπογεννώμενα πάθη· ἃ πάντα μὲν ὡς συμπληρωτικὰ τοῦ κόσμου συνυπέστη τῷ παντὶ δηλονότι· παρέλιπε δὲ ἡ ἱστορία, τὸν ἡμέτερον νοῦν γυμνάζουσα πρὸς ἐντρέχειαν, ἐξ ὀλίγων ἀφορμῶν παρεχομένη ἐπιλογίζεσθαι τὰ λειπόμενα.
Μέγας Βασίλειος,
Εξαήμερος, Ομιλία Β΄
 

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Αρχιμανδρίτης Ειρηναίος Δεληδήμος – 45 λεπτά non stop

Με έκπληξη είδα στο πρόγραμμα του συνεδρίου που διοργάνωσε την περασμένη εβδομάδα το  Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ σε συνεργασία με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Πυρηνικών Ερευνών (CERN) στη Θεσσαλονίκη (9 και 10 Οκτωβρίου) το όνομα του π. Ειρηναίου Δεληδήμου. Ο τίτλος της εισήγησης του επιστημονικού συνεργάτη του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ ήταν «Οι σχέσεις Επιστήμης και Θεολογίας: Ιστορικά παραδείγματα». Σίγουρα όσοι τον γνωρίζουν δεν θα έχαναν με τίποτα την ευκαιρία να τον ακούσουν. Ο π. Ειρηναίος αποφεύγει μονίμως να συμμετέχει σε συνέδρια, σπανίως παίρνει μέρος σε εκδηλώσεις αλλά έχει καταφέρει τους φοιτητές και τους θεολόγους να τον λατρεύουν και μάλιστα χωρίς να κάνει τίποτα απολύτως για αυτό. Εκείνος απλώς αναπτύσσει ένα θέμα, όποιο και αν είναι αυτό. Όλα τα υπόλοιπα έρχονται από μόνα τους. Δεν γνωρίζω με ποιον τρόπο τα μέλη της οργανωτικής επιτροπής του συνεδρίου τον έπεισαν να πάρει μέρος ή πόσο δύσκολο ήταν το εγχείρημα αυτό αλλά, όπως ήταν αναμενόμενο, μάγεψε το κοινό με όσα πολύ γλαφυρά είπε σε περισσότερα από 45 λεπτά.
Είχα δύο χρόνια περίπου να ακούσω τον π. Ειρηναίο. Τον άκουσα το καλοκαίρι του 2012 σε ένα συνέδριο που διοργάνωσε το Τμήμα μας και το Κέντρο Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών «Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου» αλλά εκεί έκανε μια σύντομη τοποθέτηση. Όσες φορές και αν προσπάθησα (τελευταία έκανε μια ομιλία κάποιο Σάββατο στη Μητρόπολη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως) δεν τα κατάφερα. Είχα μείνει σε εκείνη την αξέχαστη δίωρη διάλεξη την άνοιξη του 1994 που σε κάποιο μάθημα του δευτέρου εξαμήνου είχε έρθει να μας κάνει. Τότε είχαμε δεχθεί όλοι όσοι ήμασταν στο αμφιθέατρο Α΄ της Θεολογικής Σχολής έναν καταιγισμό πληροφοριών που αφορούσαν την εκκλησιαστική ιστορία, τη βιολογία, τη φυσική, τη χημεία, την αστρονομία, την πατρολογία και όχι μόνο.  Κατά το προηγούμενο ακαδημαϊκό έτος συναντηθήκαμε τυχαία στο ίδιο εκείνο αμφιθέατρο. Είχα μάθημα στο Α΄ εξάμηνο. Είχε περάσει το ακαδημαϊκό τέταρτο κατά πολύ και η πόρτα ήταν κλειστή. Αφού περίμενα άλλα δέκα λεπτά μπήκα για να δω τι συνέβαινε. Ο π. Ειρηναίος δεν μπορούσε να αποχωρήσει καθώς οι φοιτητές τον είχαν περικυκλώσει και του ζητούσαν επίμονα τις χειρόγραφες σημειώσεις του για να τις φωτοτυπήσουν. Είχα χάσει άλλη μια ευκαιρία. Την περασμένη Πέμπτη το βράδυ επιτέλους η πολυπόθητη ευκαιρία δόθηκε. Όσοι βρεθήκαμε στο κόκκινο κτίριο του ΚΕΔΕΑ θα θυμόμαστε για πολύ καιρό την ανεπανάληπτη εισήγησή του. Είναι βέβαιο επίσης πως θα τη θυμούνται και οι φυσικοί και όσοι άλλοι προέρχονταν από τον χώρο των θετικών επιστημών.
 
Για περισσότερα στο: ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

Πέτρος Παναγιωτόπουλος, Συγκλίσεις και συγκρούσεις στη θρησκευτική και την επιστημονική αναζήτηση

Ένα απόσπασμα από την εισήγηση του φυσικού και δρ. Θεολογίας στο διεθνές συνέδριο: “Θεολογία και Σύγχρονη Φυσική: Ο άνθρωπος ανάμεσα στο μυστήριο του Θεού και το μυστήριο του Σύμπαντος”
 
Το σκοτάδι της υπεροψίας
Όσοι ασχολούνται συστηματικά με τις σχέσεις επιστήμης και θρησκείας συναντούν συνήθως μια τυπολογία τριών κατηγοριών αυτών των σχέσεων: τη συγκρουσιακή, την αρμονική και την ασυμπτωματική. Σύμφωνα με την πρώτη, η επιστημονική έρευνα είναι από τη φύση της αντιθετική στη θρησκεία και αναπόφευκτα συγκρούεται μαζί της. Κατά τη δεύτερη οπτική, θρησκεία και επιστήμη λειτουργούν σε συμφωνία μεταξύ τους, αλληλοσυμπληρούμενες και αλληλοενισχυόμενες. Όσον αφορά την τελευταία εκδοχή, πρόκειται για δύο ασύμβατους μεταξύ τους χώρους, που εξετάζουν εντελώς διαφορετικά και μη τεμνόμενα πεδία…
Υπάρχουν παραδείγματα που πείθουν για την εμπεδωμένη πεποίθηση στους κόλπους της επιστημονικής κοινότητας ότι οι εκ των προτέρων διαμορφωμένες αντιλήψεις, αυτό που λέμε στράτευση δηλαδή, αποτελούν σαφή απειλή για την επιστημονική ανάπτυξη και ακόμα ότι σε ένα ανελεύθερο (κοινωνικά, θρησκευτικά ή πολιτικά) περιβάλλον, όπου οι ιδέες δεν μπορούν να διακινηθούν απρόσκοπτα, δύσκολα προκύπτει η καινοτομία ή η υπέρβαση των αδιεξόδων και ανθούν οι στρεβλώσεις… Γι’ αυτό και στους επιστημονικούς χώρους προκαλείται ένα είδος αλλεργίας σε κάθε επιχείρηση ιδιοποίησης των συνεπειών του επιστημονικού έργου από εξωεπιστημονικούς παράγοντες.

Το πολλαπλό παράδοξο
Στον χώρο της ορθοδοξίας συναντά κανείς ένα πολλαπλό παράδοξο. Καταρχήν, εκδηλώνεται μια καχυποψία απέναντι στη σύγχρονη επιστημονική σκέψη ως προϊόν ενός αλλότριου πολιτισμού, του δυτικού, αλλά και ως μέσον ανομολόγητων σχεδίων που στοχεύουν στον εξανδραποδισμό του θρησκευτικού θεσμού και της εθνικής υπόστασης. Την ίδια στιγμή όμως τα επιτεύγματα αυτής της σκέψης, τα τεχνολογικά προϊόντα και οι ανέσεις, χρησιμοποιούνται γενικευμένα και κατά κόρον σχεδόν από όλους όσοι αναθεματίζουν τη διείσδυση του τεχνοκρατικού πνεύματος στη σύγχρονη πραγματικότητα.
Επιπλέον, οι επιστημονικές κατακτήσεις κατά κανόνα αντιμετωπίζονται με παγερή αδιαφορία. Η επιστημονική γνώση θεωρείται περιττή για την ολοκλήρωση της πνευματικής συγκρότησης των θρησκευόμενων, με αποτέλεσμα να επικροτείται -συνειδητά ή ασυνείδητα- η αμάθεια και η ημιμάθεια. Η κριτική σκέψη απομειώνεται και το πλήρωμα καθίσταται έτσι ευεπίφορο σε συνωμοσιολογίες και τερατολογίες. Η χορεία των γνωσιολογικών παραδόξων συμπληρώνεται και με ένα ακόμα, ηθικού περισσότερο χαρακτήρα, αλλά συναφούς με τα προηγούμενα. Η υπεράσπιση του περιεχομένου της διδασκαλίας της αγάπης να γίνεται με κραυγές και υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς για τους διαφωνούντες, μη αποβλέποντας στην προσέγγισή τους αλλά κατά βάση στην απαξίωσή τους.
Κι όμως, μέσα στη χριστιανική παράδοση που υποτίθεται ότι στεντόρεια υπερασπιζόμαστε, υφίσταται ένα πλούσιο δυναμικό, αναξιοποίητο κατά τα πρότυπα και το παράδειγμα που έχει να προσφέρει. Οι Καππαδόκες Μέγας Βασίλειος και Γρηγόριος Νύσσης αφομοίωσαν τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους και ερμήνευσαν την εξαήμερο δημιουργία με έναν αριστοτεχνικό συνδυασμό θεολογικών και επιστημονικών παρατηρήσεων. Ο Ιωάννης Δαμασκηνός συμπεριέλαβε την κοσμολογία της δικής του εποχής στη δογματική του διδασκαλία. Ο Γρηγόριος Παλαμάς χρησιμοποίησε επιχειρήματα από τη φυσική και τα μαθηματικά για να θεμελιώσει την αλήθεια των λόγων του…
 
Για περισσότερα στο: ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

Αθανάσιος Στογιαννίδης, Θρησκεία και Επιστήμη στη Διδακτική Πράξη

Η εισήγηση του Λέκτορα του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ στο διεθνές συνέδριο: “Θεολογία και Σύγχρονη Φυσική: Ο άνθρωπος ανάμεσα στο μυστήριο του Θεού και το μυστήριο του Σύμπαντος”
κ. Πρόεδρε, αξιότιμες κυρίες και κύριοι,
είναι ιδιαίτερη τιμή και χαρά για μένα σήμερα να βρίσκομαι σ’ αυτό εδώ το βήμα για να εκφράσω ορισμένες σκέψεις μέσα από τα μάτια της επιστήμης της Παιδαγωγικής. Ευχαριστώ θερμά τους διοργανωτές του συνεδρίου και ιδιαιτέρως τον π. Βασίλειο Καλλιακμάνη για την πρόσκλησή του να συμμετάσχω.
Εμείς οι θεολόγοι, ξέρετε, συνηθίζουμε να επαναλαμβάνουμε αυτό που υποστηρίζει ο Απόστολος Παύλος στην προς Γαλάτας επιστολή του «μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ». Δηλ. με πιο απλά λόγια: «είναι αρκετό λίγο προζύμι για να φουσκώσει όλο το ζυμάρι». Σας ερωτώ: -Ποια θεωρείτε ότι είναι η μικρά ζύμη αναφορικά με το συνέδριο αυτό, το οποίο σε λίγο θα ολοκληρώσει τις εργασίες του; Νομίζω ότι είναι η νέα γενιά, και κυρίως τα παιδιά που φοιτούν στο σχολείο, όπως επίσης και οι φοιτητές μας. Και επιτρέψτε μου, ίσως με κάπως καυστικό τρόπο, να υποστηρίξω, πως αν θέλουμε τέτοιου είδους διεπιστημονικές συναντήσεις να έχουν διάρκεια, δηλ. να έχουν μέλλον, θα πρέπει να αγγίξουμε τη μικρά ζύμη, τη νέα γενιά, τους νέους ανθρώπους· εάν δεν το επιτύχουμε αυτό, τότε η οποιαδήποτε συζήτηση, παραμένει μια προσπάθεια, αξιόλογη μεν,  καταδικασμένη δε στο παρελθόν. Αλλά όλοι εμείς που είμαστε συγκεντρωμένοι σήμερα εδώ, πιστεύω, ότι επιθυμούμε σφοδρώς, ο διάλογος που επιχειρείται στο συνέδριο τούτο να έχει μέλλον.
Ας πάμε λοιπόν στον χωροχρόνο, όπου πραγματώνεται η εκπαίδευση και η αγωγή των νέων ανθρώπων. Ας μεταφερθούμε δηλ. νοερώς στην εκπαιδευτική πραγματικότητα, και το κυριότερο… ας αναλογιστούμε ο καθένας μας το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί για αυτόν τον ταλαιπωρημένο χωροχρόνο.

Μιλώντας σήμερα κανείς για την εκπαίδευση, έρχεται στο νου έννοιες όπως, διδακτική μεθοδολογία, μάθηση, αξιολόγηση, επιμόρφωση και άλλα συναφή. Καταβάλουμε μεγάλη προσπάθεια να μάθουμε τα παιδιά μας, πώς να μαθαίνουν, πώς να σκέφτονται, πώς να ανακαλύπτουν και να κατακτούν τη γνώση. Επιστρατεύουμε νέες, καινοτόμες μεθόδους διδασκαλίας, εισάγουμε τη χρήση των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και Επικοινωνιών, γνωστών ευρύτερα ως ΤΠΕ. Κάνουμε ό,τι περνάει απ’ το χέρι μας, προκειμένου να εξασφαλίσουμε τη δημιουργία ενός κατάλληλου μαθησιακού περιβάλλοντος ή αυτού που αποκαλούμε, «προϋποθέσεις μαθητείας». Όλα αυτά είναι πολύ ωραία πράγματα.
Προσωπικά, όσο περισσότερο ενθουσιασμό επιδεικνύω κατά την ενασχόλησή μου με την επιστήμη της Διδακτικής, τόσο περισσότερο παραδόξως, ηχούν στ’ αυτιά μου τα λόγια το Σεφέρη: «Διψάσαμε το μεσημέρι, μα το νερό ήταν γλυφό». Αισθάνομαι ότι κάτι έχουμε αφήσει στην άκρη. Κάτι μας διαφεύγει. Κάτι, όμως, που είναι ζωτικής σημασίας. Και αυτό το κάτι, δεν είναι παρά το «γιατί» της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Τι εννοώ; Ασχολούμαστε με το πώς, δηλ. με τη μεθοδολογία, όπως επίσης και με τα περιεχόμενα, δηλ. με αυτά που ονομάζουμε «μορφωτικά αγαθά». Σκεφτήκαμε ποτέ, όμως, γιατί ένας μαθητής να θέλει να ακούσει τον δάσκαλο; Γιατί να θέλει να προσέξει τα λόγια του; Και όταν λέμε «να προσέξει», δεν εννοούμε φυσικά να εστιάσει την προσοχή του στον τρόπο επίλυσης μίας άσκησης μαθηματικών, προκειμένου να πετύχει στις πανελλήνιες εξετάσεις. Ούτε επίσης, εννοούμε στιγμιαίως να προκληθεί το ενδιαφέρον του, κάτι που εντάσσεται στην προσπάθεια του διδάσκοντος για βιωματική προπαρασκευή των μαθητών.
Σε μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στη Γερμανία με την αυγή του 20ου αιώνα (Hans‐Jürgen Fraas, Bildung und Menschenbild in theologischer Perspektive, Göttingen 2000), υποστηρίχτηκε, με βάση την θεωρία της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης του Erik Erikson, ότι η αφετηρία κάθε μαθησιακής διαδικασίας είναι η σχέση εμπιστοσύνης απέναντι στο πρόσωπο του εκπαιδευτικού, και προπάντων, απέναντι στο σύστημα αξιών, το οποίο συνειδητά ή ασύνειδα υποστηρίζει ο εκάστοτε εκπαιδευτικός. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη μελέτη αυτή, ο μαθητής εμπλέκεται ενεργά σε μια διαδικασία διδασκαλίας-μάθησης, επειδή θεωρεί ότι αξίζει να παρακολουθήσει τα όποια εκπαιδευτικά ερεθίσματα προσφέρει ο εκπαιδευτικός. Επίσης, οι μαθητές θεωρούν ότι αξίζουν όλα αυτά, επειδή εμπιστεύονται το πρόσωπο του εκπαιδευτικού. Με άλλα λόγια, πριν την διαμόρφωση περιβάλλοντος μαθητείας, υπάρχει κάτι άλλο, ή δεν υπάρχει αυτό το κάτι άλλο, και γι’ αυτό τον λόγο, μπορεί η τάξη είτε να γίνει φυτώριο ιδεών είτε να μετατραπεί σε αταξία. Ποιο είναι αυτό; Είναι η εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του εκπαιδευτικού.
Εμείς, βέβαια, έχουμε το δικαίωμα να διερωτηθούμε πολύ εύλογα: Ποιος είναι ο εκπαιδευτικός εκείνος που χαρακτηρίζεται ως άξιος της εμπιστοσύνης των μαθητών; Ίσως η απάντηση να είναι απλή και εύκολη: Εκείνος που έχει κάτι να πει! Εκείνος που ξέρει να παρουσιάζει θέσεις, έστω και μέσω της κριτικής. Άλλωστε, οι μεγαλύτεροι δάσκαλοι, φιλόσοφοι, ακόμα και όσοι επεδίωκαν την αποδόμηση, έμειναν γνωστοί στην ιστορία για τις θέσεις τους και όχι για το ότι κατέρριψαν, ή τουλάχιστον προσπάθησαν να καταρρίψουν τις θέσεις των άλλων.
Και ερχόμαστε στο τελικό και καίριο ερώτημα: Τι ακριβώς σημαίνει το γεγονός, ότι δάσκαλος έχει κάτι να πει; Στο ερώτημα αυτό δίδει μια ενδιαφέρουσα απάντηση, ένας διάλογος ανάμεσα στη σύγχρονη Φυσική και στη Θεολογία. Εξηγούμαι ευθύς αμέσως.

Τα Πορίσματα του Συνεδρίου Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ-CERN

Τις προηγούμενες ημέρες, την Πέμπτη και Παρασκευή 9 & 10 Οκτωβρίου 2014, διεξήχθη στη Θεσσαλονίκη Διεθνές Συνέδριο που συνδιοργανώθηκε από το τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ και τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Πυρηνικών Ερευνών (CERN). Οι ομιλητές προέρχονταν από διάφορα επιστημονικά πεδία και τις εργασίες του Συνεδρίου παρακολούθησε πλήθος κόσμου.
 
Τα πορίσματα του Συνεδρίου έχουν ως ακολούθως:
ΔΙΕΘΝΕΣ  ΣΥΝΕΔΡΙΟ
«ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΦΥΣΙΚΗ:
Ο άνθρωπος ανάμεσα στο μυστήριο του Θεού
και το μυστήριο του Σύμπαντος»
Θεσσαλονίκη, 9-10 Οκτωβρίου 2014
ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ  ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
 
1. Το ότι σήμερα εδώ φυσικοί του CERN και θεολόγοι συζητούν, σημαίνει ότι οι περιοχές των φυσικών επιστημών και της θεολογίας μπορούν να συνυπάρχουν και να συνεργάζονται αρμονικά.
2. Η έρευνα των φυσικών επιστημών την τελευταία 100ετία οδήγησε σε μια καταπληκτική εμβάθυνση στη γνώση και του μικροκόσμου (των σωματιδίων ύλης και ενέργειας) και του μακροκόσμου (του σύμπαντος).
Αυτή τη στιγμή έχουν επιλυθεί πάμπολλα προβλήματα που απασχόλησαν τους επιστήμονες επί αιώνες. Όπως όμως επισημάνθηκε από τους ομιλητές, υπάρχουν ακόμη πολλά αναπάντητα ερωτήματα.
Ήδη στο CERN, μετά την ανίχνευση του μποζονίου Higgs, προχωρούν αρκετά προγράμματα στη διερεύνηση των άγνωστων περιοχών. Οι φυσικοί εξακολουθούν να αναζητούν την αλήθεια για το φυσικό κόσμο.
3. Από την πλευρά της θεολογίας, και μπροστά στις νέες ανακαλύψεις, η επανεξέταση των βιβλικών και πατερικών κειμένων έχει οδηγήσει ήδη στην υπέρβαση αρκετών παλαιών λανθασμένων ιδεών και προκαταλήψεων και η συνέχεια των θεολογικών ερευνών αναδεικνύεται ιδιαίτερα ελπιδοφόρα.
4. Η πολλή προσοχή των ερευνητών του CERN για την εξακρίβωση της αλήθειας αποτελεί την έκφραση της προσπάθειας για αντικειμενική ανίχνευση της αλήθειας για τη φύση. Βεβαίως από τον κανόνα αυτόν ξεφεύγουν όσοι φυσικοί έχουν την αλαζονεία να νομίζουν ότι γνωρίζουν τα πάντα.
5. Απ’ την πλευρά της θεολογίας μία ανάλογη προσοχή θα έπρεπε να κυριαρχήσει, ώστε οι τοποθετήσεις και διακηρύξεις να διέπονται όχι από αλαζονικό πνεύμα εν ονόματι της αλήθειας, αλλά από ταπεινή χριστιανική αγάπη προς τις διερευνήσεις και εμβαθύνσεις στις αλήθειες περί Θεού, κόσμου και ανθρώπου.

Πηγή: ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, Το κοσμοείδωλο της βιβλικής παράδοσης και η επίδρασή του στην εκκλησιαστική σκέψη

Η εισήγηση του Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ στο διεθνές συνέδριο: “Θεολογία και Σύγχρονη Φυσική: Ο άνθρωπος ανάμεσα στο μυστήριο του Θεού και το μυστήριο του Σύμπαντος”
Με τον όρο «βιβλικό κοσμοείδωλο» δηλώνεται συνήθως ένα σκαρίφημα του σύμπαντος, όπως υποτίθεται ότι το έβλεπαν οι βιβλικοί συγγραφείς, και το οποίο προκύπτει από τη συγκέντρωση κάποιων όρων της Βίβλου, όπως “άβυσσος”, “στερέωμα”, “θεμέλια” ή “στύλοι της γης”, που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν καθαρά τεχνικοί και στερημένοι από οποιοδήποτε θεολογικό περιεχόμενο. Αλλά η δημιουργία ενός τέτοιου σκαριφήματος προϋποθέτει από τη μια μεριά διάκριση των βιβλι­κών πληροφοριών σε θεολογικές και τεχνικές και από την άλλη απόσπαση χωρίων από την ιστορική και θεολογική τους συνάφεια και συρραφή μαρτυ­ριών που προέρχονται από διαφορετικές εποχές και διαφορετικούς συγγραφείς. Αλλά και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται τελικά για παραποίηση των κειμέ­νων.
Στην πραγματικότητα, η διάκριση ανάμεσα σε θεολογικές και τεχνικές παραστάσεις των βι­βλικών κειμένων μπορεί να εκφράζει τη σύγχρονη -κατά κύριο λόγο δυτική- αντίληψη για τον κόσμο, είναι όμως ξένη για τη βιβλική σκέψη, ιδίως όταν με τον όρο “θεολογικές παραστάσεις” κατανοούνται τα προϊόντα του πνεύματος και με τον όρο “τεχνικές” τα προϊόντα της εμπειρίας. Αυτό που σήμερα θεωρείται θεολογική σύλληψη είναι για τους βιβλικούς συγγραφείς θεμελιωμένο στην εμπειρία τόσο όσο και αυτά που χαρακτηρίζονται τεχνικά δεδομένα. Οι βιβλικές αναφορές στο κοσμοείδωλο δεν έχουν κάποια κεντρική, αυτόνομη σημασία, αλλά απο­σκοπούν στη θεολογική θεώρηση του κόσμου. Εξάλλου, όσο λανθασμένη είναι η τάση, προκειμένου να διαφυλαχτεί η θεοπνευστία της Αγίας Γραφής, να λαμβάνονται κατά γράμμα όλα τα βιβλικά κείμενα, άλλο τόσο ολέθρια είναι η αντίθετη τάση, προκειμένου να διαφυλαχτεί το κύ­ρος της Βίβλου απέναντι στην επιστημονική αλήθεια, να θεωρού­νται οι “τεχνικές” πληροφορίες της ανεξάρτητες από την κοσμοθεωρία της[1].
Σήμερα ως κοσμοθεωρία κατανοείται η συνολική σύλληψη όλων των μεταφυσικών αναζητήσεων του ανθρώπου που περιλαμβάνει και την αξιο­λόγηση όλων των όντων και των μορφών ζωής. Το κοσμοείδωλο από την άλ­λη μεριά θεωρείται ως η συνολική σύλληψη όλων των αντικειμενικών θεωρή­σεων του κόσμου, θεωρήσεων που κληρονομεί ή διαμορφώνει ο άνθρωπος, οι οποίες όμως είναι οπωσδήποτε ανεξάρτητες από οποιαδήποτε προσωπική τοποθέτηση και ελεύθερες από κάθε αξιολόγηση και εσωτερική παραδοχή. Η καταπληκτική πρόοδος της τεχνολογίας έφτασε σε τέτοιο επίπεδο και η επιστήμη απέκτησε τέτοια βεβαιότητα και αυτοπεποίθηση με την αντικει­μενικότητα της, ώστε να μπορεί να συμπεριλάβει τα πάντα σε ένα κλειστό κοσμοείδωλο. Η αντικειμενικότητα αυτή των φυσικών επιστημών έγινε η λυδία λίθος για όλα και έτσι προέκυψε το “αντικειμενικά βεβαιωμένο” κοσμο­είδωλο που γνωρίζεται με την επιστήμη να αντιπαρατίθεται στα “φανταστι­κά” κοσμοείδωλα των αρχαίων. Αυτός λοιπόν ο αντικειμενικός χαρακτήρας του σύγχρονου κοσμοειδώλου φαίνεται για την πίστη, η οποία κατανοείται συνήθως ως εσωτερική τοποθέτηση που επιτυγχάνεται με προσωπική απόφαση, σαν αντίποδας της και, ενώ το κοσμοείδωλο αφορά τον ορατό κόσμο, η πίστη αφορά ακριβώς τον αόρατο. Έτσι, προκύπτει η τάση κοσμοθεωρία και κοσμοείδωλο όχι μόνο να διακρίνονται σαφώς μεταξύ τους, αλλά και να θεωρού­νται τελείως ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.

Για περισσότερα στο: ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Χρυσόστομος Σταμούλης, Θεολογία και επιστήμη. Ένας διάλογος πολιτισμού

Η εισήγηση του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ στο συνέδριο: “Θεολογία και Σύγχρονη Φυσική: Ο άνθρωπος ανάμεσα στο μυστήριο του Θεού και το μυστήριο του Σύμπαντος”
«είναι περίεργο αλλά οι άνθρωποι έχουν την ακλόνητη βεβαιότητα
πως ο ήλιος θα βγει και τ’ άλλο πρωί».
Τάσος Λειβαδίτης, Ο φρουρός των ημερών
α) Ο Μέγας Βασίλειος και ο πλανήτης της Χρυσομαλλούσης
Πριν από λίγο καιρό και για πρώτη φορά, αστρονόμοι, με επικεφαλής τον Stéphane Udry, εντόπισαν έναν  πλανήτη, ο οποίος θα μπορούσε να φιλοξενήσει τη ζωή. Πρόκειται για τον πλανήτη της Χρυσομαλλούσης (Goldilocks), που παρουσιάζει, καθώς λένε,  τη μεγαλύτερη ομοιότητα με τη Γη από οποιανδήποτε άλλο πλανήτη, που έχει ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα στο ηλιακό μας σύστημα. Είναι ο μικρότερος, φωτεινότερος πλανήτης που γνωρίζουμε ως τα τώρα –το μέγεθός του είναι ελάχιστα μεγαλύτερο από το μέγεθος της γης- και η θέση του είναι τέτοια, που επιτρέπει στους επιστήμονες να υποθέσουν την ύπαρξη νερού, που μαζί με τις βεβαιωμένες ήπιες θερμοκρασίες που απολαμβάνει, κοντά στους 20 βαθμούς Κελσίου,  τον κάνουν κατοικήσιμο[1].
Μια τέτοια ανακάλυψη πριν από κάποια χρόνια θα δημιουργούσε πανικό εντός των κόλπων της θεολογίας και θα οδηγούσε σε εκρηκτικές αντιπαραθέσεις φυσικών επιστημόνων από τη μια και θεολόγων από την άλλη, με αποκορύφωμα την εκ νέου ανάδυση της απολογητικής, που ως άλλη ασπίδα θα προσπαθούσε με τρόπο άκρως αντιρρητικό, ταυτόχρονα και πολεμικό, να προστατέψει την πίστη από εχθρούς που στοχεύουν την απαλλοτρίωσή της, έως και την τελική της καταστροφή[2]. Τα πράγματα, όμως, σήμερα μοιάζουν διαφορετικά[3]. Γεγονός,  που εξάπαντος δεν μηδενίζει τις οποιεσδήποτε εκτροπές και βεβαίως δεν εξαφανίζει όλους εκείνους, που είναι έτοιμοι να ξαναρίξουν στην πυρά τον νέο Γαλιλαίο, που θα τολμήσει να πει πως η γη γυρίζει. Και μάρτυς μου, οι σκληρές συγκρούσεις, που διαδραματίζονται στη νέα Ήπειρο, την Αμερική, με αφορμή τα αναλυτικά προγράμματα των δυο πρώτων βαθμίδων της εκπαίδευσης, ανάμεσα σε συντηρητικούς θεϊστές (δημιουργιστές και εκπροσώπους του ευφυούς σχεδιασμού) από τη μια και προοδευτικούς εξελικτιστές (δαρβινιστές) από την άλλη,  και οι οποίες δημιουργούν φονταμενταλιστικούς  τυφώνες, που η σκόνη τους φθάνει πότε πότε και στον τόπο μας.
Το πρόβλημα στην πλευρά των θρησκευτικών φονταμενταλιστών βρίσκεται στην άποψη, σε κείνη τη δογματική θεώρηση, που θέλει να πιστεύει πως η Βίβλος αποτελεί  το απόλυτο εγχειρίδιο, που θα τους δώσει τις αυθεντικές και μοναδικές απαντήσεις για όλα τα θέματα του επιστητού και συνεπώς και για τα θέματα της επιστήμης. «Οι φονταμενταλιστές», σημειώνει ο RichardDawkins, «ξέρουν ότι έχουν δίκιο επειδή βρήκαν την αλήθεια σε ένα ιερό βιβλίο, και γνωρίζουν, εκ των προτέρων, ότι τίποτε δεν θα τους μετακινήσει από την πίστη τους. Η αλήθεια του ιερού βιβλίου είναι αξιωματική και δεν συνιστά προϊόν κάποιας λογικής διεργασίας. Το βιβλίο λέει αλήθεια, και εάν τα αποδεικτικά στοιχεία φαίνεται να το αντικρούουν, τότε μάλλον τα στοιχεία αυτά πρέπει να απορριφθούν, παρά το βιβλίο. Αντιθέτως, αυτό στο οποίο εγώ, ως επιστήμονας,  πιστεύω –λόγου χάριν, στην εξέλιξη-, δεν το πιστεύω επειδή διάβασα κάποιο ιερό βιβλίο, αλλά επειδή μελέτησα όλες τις σχετικές ενδείξεις. Πρόκειται όντως για πολύ διαφορετικό ζήτημα. Τα βιβλία για την εξέλιξη δεν αποτελούν αντικείμενο πίστης επειδή είναι ιερά, αλλά διότι εκθέτουν ένα πλήθος αλληλοστηριζόμενων αποδεικτικών στοιχείων. Κάθε αναγνώστης μπορεί καταρχήν να ελέγξει ο ίδιος την εγκυρότητα των στοιχείων αυτών. Τυχόν σφάλματα σε επιστημονικά βιβλία ανακαλύπτονται και διορθώνονται τελικά από άλλους επιστήμονες. Κάτι τέτοιο εμφανέστατα δεν συμβαίνει με τα ιερά βιβλία»[4].
Δεν πρόκειται στο σημείο αυτό να οδηγηθώ σε μια εξαντλητική ανάλυση των λεγομένων του Dawkins. Δεν είναι, άλλωστε, αυτός ο σκοπός της εισήγησής μου. Απλά θέλω να δείξω την ανάγκη διαλόγου, το επείγον της συμβολής, για νοηματοδότηση του κόσμου και της ζωής. Γεγονός, που επιβάλλει την ανάδειξη των ορίων τόσο της θεολογίας όσο και των επιστημών, όχι κατ’ ανάγκη μόνο των φυσικών επιστημών, ως τη μόνη δικλείδα επικοινωνίας και κοινωνίας. Με μια τέτοια αίσθηση των πραγμάτων, οφείλω να σημειώσω ότι ο Dawkins, στο σημείο αυτό, έχει εν πολλοίς δίκαιο. Σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί έργο της θεολογίας ο επιστημονικός ορισμός του πως της δημιουργίας[5]. Πράγμα που σημαίνει, πως και οι βιβλικές περιγραφές και εικόνες τούτου του πως, δεν αποτελούν παρά συγχρονικές ερμηνείες, που σχετίζονται άμεσα και συνεπώς προϋποθέτουν τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους. Γνώσεις που σήμερα έχουν σε πολύ μεγάλο βαθμό ξεπεραστεί και ως εκ τούτου ακυρωθεί. Είναι σαφές, πως οι περιγραφές της δημιουργίας στη Γένεση, όπως και στην Εξαήμερο για παράδειγμα, του Μεγάλου Βασιλείου, παραπέμπουν στο κοσμοείδωλο της εποχής τους. Σε ένα επιστημονικό συμπέρασμα, που υιοθέτησε η θεολογία -και καλώς έκανε- προκειμένου να αρθρώσει λόγο θεολογικό, που ξεκινά εκεί που τελειώνει η επιστήμη, δηλαδή το πώς, και ορίζεται από τα οντολογικά ερωτήματα του ποιος και του γιατί. Ερωτήματα, που έχω την αίσθηση, πως όσο και αν αναζητήσει η επιστήμη, υπερβαίνοντας τα εσκαμμένα όρια που θέτει η μεθοδολογική της  -εξάπαντος πλουραλιστική- «νομιμότητα», θα οδηγηθεί σε απώλεια του σκοπού της και μαζί σε μια τραγική για την ίδια, μα και το σύνολο του πολιτισμού, συνουσία με τα τέρατα του απόλυτου δογματισμού και του ανάλγητου φονταμενταλισμού.
 
Για περισσότερα στο: ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

Ο χαιρετισμός του Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, καθηγητή κ. Μιλτιάδη Κωνσταντίνου στο διεθνές συνέδριο: Θεολογία και Σύγχρονη Φυσική: Ο άνθρωπος ανάμεσα στο μυστήριο του Θεού και το μυστήριο του Σύμπαντος

Με ξεχωριστή χαρά, αλλά και κρυφό καμάρι, καλωσορίζω τους ερευνητές του ‘‘σωματιδίου του Θεού’’ στη Θεολογική Σχολή. Θα τολμούσα να πω ότι σας καλωσορίζω στο σπίτι σας, αφού το εύρημα με το οποίο ονοματίσατε την ανακάλυψή σας συνέβαλε αναμφίβολα στην ευρύτατη διάδοση της ιδέας που υπόκειται στη σχετική με το μποζόνιο Χιγκς θεωρία. Και είναι ακριβώς αυτή η ονομασία που αποδεικνύει από τη μια μεριά το αμείωτο ενδιαφέρον της ανθρωπότητας για τη διερεύνηση των απαρχών του σύμπαντος και του ρόλου του Θεού σ’ αυτό και από την άλλη τον ενοχικό χαρακτήρα των σχέσεων Φυσικής και Θεολογίας.
Και είναι ενοχικές οι σχέσεις αυτές, καθώς οι θεολόγοι πάντοτε φοβούνται πως οι ανακαλύψεις της Φυσικής θα ανατρέψουν το κοσμοείδωλό τους και, μαζί μ’ αυτό την τάξη του κόσμου, ενώ οι φυσικοί διακατέχονται από μια μόνιμη ανησυχία ότι οι θεολόγοι θα κατορθώσουν για άλλη μια φορά να εντάξουν στο θεολογικό τους σύστημα κάθε τους καινούργια ανακάλυψη.

Για περισσότερα στο: ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ