ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ - Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ
Βασιλεύουσα, Νέα Ρώμη, Βυζάντιο, Επτάλοφος… Πόσες λέξεις – πόσα προσωνύμια κρύβονται μέσα στην έννοια της Πόλης! Της Κωνσταντινούπολης.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγία και Μεγάλη Σύνοδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγία και Μεγάλη Σύνοδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 25 Ιουλίου 2017
Δευτέρα 1 Μαΐου 2017
Στυλιανός Τσομπανίδης, Η απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου για τις σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας με το λοιπό χριστιανικό κόσμο: μια πρώτη αποτίμηση
Η εισήγηση του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ στην Επιστημονική Ημερίδα για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο
Πριν από τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και με το βλέμμα στραμμένο σε αυτή, οι προσδοκίες όσον αφορά στο θέμα Ορθόδοξη Εκκλησία και Οικουμενική Κίνηση θα μπορούσαν να συνοψιστούν στα παρακάτω δύο σημεία:
1) μέσω της Συνόδου της η σύγχρονη Ορθοδοξία να επιβεβαιώσει τη βούλησή της να συμπορευθεί με τις άλλες Εκκλησίες και Ομολογίες στο δρόμο που οδηγεί προς τη χριστιανική ενότητα. Σε σχέση με αυτό επίσης να επαναβεβαιώσει την υποχρέωση της Ορθοδοξίας να διαλέγεται με τον «άλλον», με ανθρώπους άλλων πολιτισμών και άλλων θρησκευτικών πεποιθήσεων.
2) η Σύνοδος να καθορίσει πιο πειστικά και πιο οριστικά τη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας μέσα στο σύγχρονο οικουμενικό διάλογο και να πει σε αυτούς με τους οποίους διαλέγεται πώς βιώνει η Ορθοδοξία τη σχέση της μαζί τους και τι είναι αυτοί για την Ορθοδοξία[1].
Οι προσδοκίες δεν διαψεύσθηκαν. Η απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην Κρήτη για τις «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»[2] είναι ιστορική και σημαντική: για πρώτη φορά η Ορθόδοξη Εκκλησία επισήμως με συνοδική πανορθόδοξη απόφαση δηλώνει με σαφήνεια πως «πιστεύει ἀκραδάντως ὅτι κατέχει κυρίαν θέσιν εἰς τήν ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἐντός τοῦ συγχρόνου κόσμου (§ 1) και ταυτόχρονα επικυρώνει και εμπεδώνει -παρά τις αρνητικές φωνές και τη σκληρή κριτική εκ των ένδον- τη βούληση της συνέχισης και ενδυνάμωσης της ενεργού συμμετοχής της «εἰς τήν Οἰκουμενικήν Κίνησιν τῶν νεωτέρων χρόνων, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι διά τοῦ διαλόγου δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν τοῦ πληρώματος τῆς ἐν Χριστῷ ἀληθείας καί τῶν πνευματικῶν αὐτῆς θησαυρῶν πρός τούς ἐκτός αὐτῆς, μέ ἀντικειμενικόν σκοπόν τήν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρός τήν ἑνότητα» (§ 6).
Εκτός από το κείμενο που αφορά στις σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικό κόσμο με το οποίο ασχολούμαστε εδώ[3], για την εδραίωση του οικουμενικού διαλόγου αξιοπρόσεκτες είναι οι αναφορές της «Εγκυκλίου» και του «Μηνύματος» της Συνόδου, κείμενα που συνοψίζουν τον προβληματισμό, τα ενδιαφέροντα και τον οραματισμό της και περικλείουν πολλές προτάσεις από τα 6 επίσημα κείμενά της. Όπως δηλώνεται, «θεμέλιο τῶν θεολογικῶν μας ἀναζητήσεων ὑπῆρξε ἡ βεβαιότητα ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ζεῖ γιά τόν ἑαυτό της» («Μήνυμα», Εισαγωγή. Πρβλ. «Εγκύκλιος», Εισαγωγή)[4]. Στην προοπτική αυτή επισημαίνεται ότι «η Ἐκκλησία μας ἀνταποκρινομένη στό χρέος νά μαρτυρεῖ τήν ἀλήθεια και τήν ἀποστολική της πίστη, ἀποδίδει μεγάλη σημασία στόν διάλογο κυρίως με τούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς» («Μήνυμα» § 3. Πρβλ. «Εγκύκλιος» § 20). Με αφετηρία τη θέση αυτή τονίζεται επίσης και η αξία του νηφάλιου διαθρησκειακού διαλόγου, ο οποίος, όπως αναφέρεται, συμβάλλει σημαντικά στην προώθηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, της ειρήνης και της καταλλαγής («Μήνυμα» § 4 και «Εγκύκλιος» §§ 17 και 18). Το «Μήνυμα» καταλήγει με τη βαρυσήμαντη παραδοχή ότι η «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἄνοιξε τόν ὁρίζοντά μας στή σύγχρονη πολύμορφη οἰκουμένη. Τόνισε τήν εὐθύνη μας μέσα στόν χῶρο καί τόν χρόνο, πάντοτε μέ προοπτική τήν αἰωνιότητα» (§ 12).
Ενώ όμως η Σύνοδος αποτελεί ένα μεγάλο βήμα α) ως προς την εδραίωση του οικουμενικού διαλόγου και β) ως προς τη συναίσθηση του γεγονότος ότι «ἡ κίνησις πρός ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν λαμβάνει νέας μορφάς, ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τάς νέας συνθήκας καί ἀντιμετωπίσῃ τάς νέας προκλήσεις τοῦ συγχρόνου κόσμου», το βήμα αυτό έμεινε μετέωρο ως προς το 2ο σημείο που αναφέρθηκε πιο πάνω. Υπάρχει ένα έλλειμμα όχι ως προς την κατανόηση της αυτοσυνειδησίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά στο πώς την υποστηρίζει, και δεν δίνει πιο πειστική και πιο οριστική απάντηση στο πώς θεωρεί την εκκλησιαστική κατάσταση των χριστιανών με τους οποίους εδώ και πολλές δεκαετίες διαλέγεται και συνεργάζεται. Το θέμα αυτό προκάλεσε τις περισσότερες και πιο έντονες συζητήσεις πριν και κατά τη διάρκεια των εργασιών της Συνόδου και είναι σίγουρο ότι θα συνεχίσει να απασχολεί και τη μετασυνοδική πορεία.
Στη Σύνοδο της Κρήτης συνέβη, τηρουμένων των αναλογιών, αυτό που περιγράφει στα Απομνημονεύματά του ο πρώτος Γενικός Γραμματέας και ιστορικός του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) Visser’t Hooft, όταν μετά την πρώτη ιδρυτική Συνέλευση του Άμστερνταμ (1948) επισκέφτηκε την Εκκλησία της Ελλάδος. Διηγείται: «Η πλέον αποκαλυπτική συζήτησις έλαβε χώραν εις εν μοναστήριον, ευρισκόμενον εντός ωραίας τοποθεσίας πλησίον των Αθηνών, όπου συνήντησα τους επισκόπους και τους θεολόγους καθηγητάς, τους έχοντας την κυρίαν ευθύνην δια την οικουμενικήν τακτικήν της Εκκλησίας…. Διησθάνθην βεβαίως ότι το βασικόν ζήτημα ήτο το θέμα περί της Ορθοδόξου αντιλήψεως της Εκκλησίας. Δι’ αυτό ηρώτησα τους παρισταμένους να με είπουν εάν αι Ορθόδοξαι Εκκλησίαι θα ανεγνώριζαν τας μη Ορθοδόξους Εκκλησίας ως αληθείς Εκκλησίας. Το αποτέλεσμα υπήρξε μία ηλεκτρισμένη συζήτησις μεταξύ αυτών των ιδίων Ελλήνων Θεολόγων, γινομένη εις την Ελληνικήν. Η μετάφρασις ελησμονήθη. Ούτω ηρώτησα ταπεινώς κατά πόσον η σύσκεψις αύτη δεν εκλήθη προς συζήτησιν μετ’ εμού. Όταν κατεβλήθη μια προσπάθεια δια να γίνη μία περίληψις των συζητηθέντων, απεδείχθη ότι τούτο εις την πραγματικότητα ήτο εν άλυτον πρόβλημα. Βεβαίως, ουδεμία αμφιβολία υπήρχεν ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία ήτο η αληθής Εκκλησία, αλλ’ υφίσταντο διάφοροι αντιλήψεις όσον αφορά τας εφαρμογάς της πίστεως ταύτης δια την αξιολόγησιν των μη Ορθοδόξων Εκκλησιών» (η υπογράμμιση δική μου)[5].
Εβδομήντα χρόνια μετά από το γεγονός αυτό αποδεικνύεται ότι πράγματι η εκκλησιολογική θεώρηση την άλλων χριστιανικών Ομολογιών είναι ένα άλυτο πρόβλημα και ας ρωτήθηκαν ξανά οι Ορθόδοξοι από την Ειδική Επιτροπή του ΠΣΕ πριν από 15 χρόνια, με ένα συγκεκριμένο ερώτημα που άγγιζε το εκκλησιολογικό τους νεύρο: «Υπάρχει χώρος για άλλες Εκκλησίες στην ορθόδοξη εκκλησιολογία; Πώς μπορεί να περιγραφεί αυτός ο χώρος και τα όριά του;»[6]. Πρόκειται για το πιο καυτό θέμα που προκαλείται από τη συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Οικουμενική Κίνηση.
Ενώ είναι δύσκολο το ζήτημα αυτό, υπήρχε η προσδοκία ότι η Σύνοδος της Κρήτης θα προσέφερε μια βάση για απάντηση. Όμως, όχι μόνο δεν έλυσε το πρόβλημα, αλλά πήγε κατά κάποιον τρόπο και πιο πίσω από την πιο επίσημη, έως τη σύγκλησή της, σε πανορθόδοξο επίπεδο τοποθέτηση για το ζήτημα της σχέσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τα εκτός των ορίων αυτής υφιστάμενα χριστιανικά σώματα που έγινε το 1986 στην Γ΄ Προσυνοδική Διάσκεψη με τα κείμενα «Ορθόδοξη Εκκλησία και Οικουμενική Κίνηση» και «Σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τον λοιπό χριστιανικό κόσμο». Τα κείμενα αυτά αποτέλεσαν τη βάση και τον κορμό του τελικού κειμένου της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.
Η Γ΄ Προσυνοδική ήταν αυτή που ασχολήθηκε πολύ σοβαρά με το επίμαχο θέμα αν οι ετερόδοξοι μπορούν να ονομαστούν Εκκλησίες. Μετά από έναν γόνιμο προβληματισμό η Διάσκεψη δήλωσε ομόφωνα: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία, ως ούσα η μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία, έχει πλήρη συνείδησιν της ευθύνης αυτής δια την ενότητα του χριστιανικού κόσμου, αναγνωρίζει την πραγματικήν ύπαρξιν όλων των χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών, αλλά και πιστεύει ότι αι προς ταύτας σχέσεις αυτής πρέπει να στηρίζωνται επί της υπ’ αυτών όσον ένεστι ταχυτέρας και αντικειμενικωτέρας αποσαφηνίσεως του όλου εκκλησιολογικού θέματος…»[7].
Για περισσότερα: ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ
Πέμπτη 20 Απριλίου 2017
Επιστημονική Ημερίδα για την Αγία και Mεγάλη Σύνοδο
Η Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και η Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης συνδιοργανώνουν Επιστημονική Ημερίδα με θέμα: «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος και το μήνυμά της στον σύγχρονο κόσμο». Η ημερίδα θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη, 27 Απριλίου στις 10:30-13:00 στην Αίθουσα Συνεδρίων της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης (Βογατσικού 7) και στις 18:00-20:00 στο Α’ Αμφιθέατρο της Θεολογικής Σχολής. Την έναρξη των εργασιών αυτής της Επιστημονικής Ημερίδας θα κηρύξει ο Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Άνθιμος και στη συνέχεια εκλεκτοί εισηγητές, ακαδημαϊκοί δάσκαλοι, θα σχολιάσουν τα πορίσματα της Συνόδου, θα εμβαθύνουν στις θέσεις της και θα αναπτύξουν ειδικότερα θέματα που αφορούν τις αποφάσεις της για τις σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τον λοιπό χριστιανικό κόσμο, την βιοηθική και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μία από τις εισηγήσεις θα αναφέρεται στην εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο.
Η σπουδαιότητα αυτής της Συνόδου επιβάλλει την αποτίμηση των αποφάσεών της, την βαθύτερη και νηφάλια ανάλυσή των και την ευρύτερη διάδοσή των στο πλήρωμα της Εκκλησίας, κληρικούς τε και λαϊκούς, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων και σε κάθε περίπτωση προς ενημέρωση και οικοδομή του εκκλησιαστικού σώματος.
Δείτε το αναλυτικό πρόγραμμα και τους ομιλητές εδώ.
Πηγή: ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ
Κυριακή 26 Ιουνίου 2016
Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας
Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον Ορθόδοξο λαό και κάθε άνθρωπο καλής θελήσεως:
Ὑμνοῦμε καί δοξολογοῦμε τόν Θεό τῶν «οἰκτιρμῶν καὶ πάσης παρακλήσεως», διότι μᾶς ἀξίωσε νά συνέλθουμε τήν ἑβδομάδα τῆς Πεντηκοστῆς (18-26 Ἰουνίου 2016) στήν Κρήτη, ὅπου ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί ὁ μαθητής του Τίτος κήρυξαν τό Εὐαγγέλιο στά πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Εὐχαριστοῦμε τόν ἐν Τριάδι Θεό, διότι εὐδόκησε νά περατώσουμε μέ ὁμοψυχία τίς ἐργασίες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδοξίας, τήν ὁποία συγκάλεσε ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, μέ τήν ὁμόφρονη γνώμη τῶν Προκαθημένων τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν.
Ἀκολουθώντας πιστά τό παράδειγμα τῶν Ἀποστόλων καί τῶν θεοφόρων Πατέρων μελετήσαμε καί πάλιν τό Εὐαγγέλιο τῆς ἐλευθερίας «ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσε» (Γαλ. 5:1). Θεμέλιο τῶν θεολογικῶν μας ἀναζητήσεων ὑπῆρξε ἡ βεβαιότητα ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ζεῖ γιά τόν ἑαυτό της. Μεταδίδει τή μαρτυρία τοῦ Εὐαγγελίου τῆς χάριτος καί τῆς ἀληθείας καί προσφέρει σέ ὅλη τήν οἰκουμένη τά δῶρα τοῦ Θεοῦ: τήν ἀγάπη, τήν εἰρήνη, τήν δικαιοσύνη, τήν καταλλαγή, τήν δύναμη τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως καί τήν προσδοκία τῆς αἰωνιότητος.
1) Βασική προτεραιότητα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ὑπῆρξε ἡ διακήρυξη τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Στηριγμένη στή θεία Εὐχαριστία καί τήν Ἀποστολική Διαδοχή τῶν Ἐπισκόπων, ἡ ὑφισταμένη ἑνότητα εἶναι ἀνάγκη νά ἐνισχύεται καί νά φέρνει νέους καρπούς. Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία εἶναι Θεανθρώπινη κοινωνία, πρόγευση καί βίωση τῶν Ἐσχάτων ἐντός τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ὡς μία διαρκής Πεντηκοστή εἶναι ἀσίγαστη προφητική φωνή, παρουσία καί μαρτυρία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης. Πιστή στήν ὁμόφωνη Ἀποστολική Παράδοση καί μυστηριακή ἐμπειρία ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τήν αὐθεντική συνέχεια τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁμολογεῖται στό Σύμβολο τῆς Πίστεως καί ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τή διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία μας βιώνει τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας στή μυστηριακή της ζωή μέ ἐπίκεντρο τή θεία Εὐχαριστία.
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐκφράζει τήν ἑνότητα καί καθολικότητά της ἐν Συνόδῳ. Ἡ συνοδικότητα διαπνέει τήν ὀργάνωση, τόν τρόπο πού λαμβάνονται οἱ ἀποφάσεις καί καθορίζεται ἡ πορεία της. Οἱ Ὀρθόδοξες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες δέν ἀποτελοῦν συνομοσπονδία Ἐκκλησιῶν ἀλλά τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Κάθε τοπική Ἐκκλησία, προσφέρουσα τήν θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἡ ἐν τόπῳ παρουσία καί φανέρωση τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ὡς πρός τήν Ὀρθόδοξο Διασπορά στίς διάφορες χῶρες τῆς ὑφηλίου, ἀπεφασίσθη νά συνεχισθεῖ ἡ λειτουργία Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων μέχρι τήν ἐφαρμογή τῆς κανονικῆς ἀκριβείας. Αὐτές ἀπαρτίζονται ἀπό τούς κανονικούς ἐπισκόπους, πού ὁρίζονται ἀπό τήν κάθε Αὐτοκέφαλο Ἐκκλησία, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦν νά ὑπάγονται σ’ αὐτήν. Ἡ συνεπής λειτουργία τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων ἐγγυᾶται τόν σεβασμό τῆς Ὀρθοδόξου ἀρχῆς τῆς συνοδικότητος.
Κατά τίς ἐργασίες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἐτονίσθη ἡ σημασία τῶν Συνάξεων τῶν Προκαθημένων πού ἔχουν πραγματοποιηθεῖ καί διατυπώθηκε ἡ πρόταση ἡ Ἁγία και Μεγάλη Σύνοδος νά καταστεῖ ἐπαναλαμβανόμενος Θεσμός.
2) Μετέχοντες στή Θεία Εὐχαριστία καί δεόμενοι ὑπέρ τῆς οἰκουμένης ὀφείλουμε νά συνεχίσουμε τή λειτουργία μετά τή Θεία Λειτουργία καί νά δίδουμε τή μαρτυρία τῆς πίστεως πρός τούς ἐγγύς καί τούς μακράν, συμφώνως πρός τή σαφή ἐντολή τοῦ Κυρίου πρό τῆς Ἀναλήψεώς Του: «καί ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἰερουσαλήμ καί ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καί Σαμαρείᾳ καί ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξ. 1:8). Ὁ ἐπανευαγγελισμός τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ στίς σύγχρονες ἐκκοσμικευμένες κοινωνίες καί ὁ εὐαγγελισμός ἐκείνων πού ἀκόμη δέν ἔχουν γνωρίσει τόν Χριστό ἀποτελοῦν ἀδιάλειπτο χρέος τῆς Ἐκκλησίας.
3) Ἡ Ἐκκλησία μας ἀνταποκρινομένη στό χρέος νά μαρτυρεῖ τήν ἀλήθεια καί τήν ἀποστολική της πίστη, ἀποδίδει μεγάλη σημασία στόν διάλογο κυρίως μέ τούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς. Μέ τόν τρόπο αὐτό καί ὁ λοιπός χριστιανικός κόσμος γνωρίζει ἀκριβέστερα τή γνησιότητα τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, τήν ἀξία τῆς πατερικῆς διδασκαλίας, τή λειτουργική ἐμπειρία καί τήν πίστη τῶν Ὀρθοδόξων. Οἱ διάλογοι πού διεξάγει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν σημαίνουν ποτέ συμβιβασμό σέ ζητήματα πίστεως.
4) Οἱ ἐκρήξεις φονταμενταλισμοῦ πού παρατηροῦνται στούς κόλπους διαφόρων θρησκειῶν ἀποτελοῦν ἔκφραση νοσηρῆς θρησκευτικότητος. Ὁ νηφάλιος διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει σημαντικά στήν προώθηση τῆς ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, τῆς ειρήνης καί τῆς καταλλαγῆς. Τό λάδι τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος πρέπει νά χρησιμοποιεῖται γιά νά ἐπουλώνει πληγές καί ὄχι γιά νά ἀναζωπυρώνει τή φωτιά τῶν πολεμικῶν συρράξεων. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καταδικάζει ἀπεριφράστως τήν ἐπέκταση τῆς πολεμικῆς βίας, τούς διωγμούς, τήν ἐκδίωξη καί δολοφονία μελῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων, τόν ἐξαναγκασμό γιά τήν ἀλλαγή τῆς θρησκευτικῆς πίστεως, τήν ἐμπορία προσφύγων, τίς ἀπαγωγές, τά βασανιστήρια, τίς εἰδεχθεῖς ἐκτελέσεις. Καταγγέλλει τήν καταστροφή ναῶν, θρησκευτικῶν συμβόλων καί μνημείων πολιτισμοῦ. Ὅλως ἰδιαιτέρως ἐκφράζει τήν ἀγωνία της γιά τήν κατάσταση τῶν Χριστιανῶν καί ὅλων τῶν διωκομένων μειονοτήτων στή Μέση Ἀνατολή καί ἀλλαχοῦ. Ἀπευθύνει ἔκκληση πρός τήν παγκόσμια κοινότητα γιά τήν προστασία τῶν γηγενῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν ἄλλων Χριστιανῶν, καθώς καί ὅλων τῶν πληθυσμῶν τῆς περιοχῆς, πού ἔχουν ἀπαράβατο δικαίωμα νά παραμείνουν στήν πατρίδα τους ὡς ἰσότιμοι πολίτες. Ἡ Σύνοδός μας καλεῖ ὅλους τούς ἐμπλεκομένους νά καταβάλουν χωρίς καθυστέρηση συστηματικές προσπάθειες γιά τήν κατάπαυση τῶν πολεμικῶν συρράξεων στή Μέση Ἀνατολή καί ὅπου ἐξακολουθοῦν οἱ πολεμικές συγκρούσεις, καί τόν ἐπαναπατρισμό τῶν ἐκδιωχθέντων.
Ὅλως ἰδιαιτέρως ἀπευθύνουμε ἔκκληση στούς ἰσχυρούς τῆς γῆς γιά τήν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης καί τῆς δικαιοσύνης στίς χῶρες προελεύσεως τῶν προσφύγων. Προτρέπουμε τίς πολιτικές ἀρχές, τούς πολίτες καί τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς στίς χῶρες πού καταφεύγουν οἱ ἐξουθενωμένοι πρόσφυγες, νά συνεχίσουν νά προσφέρουν ἀπό τό περίσσευμα καί ἀπό τό ὑστέρημα τῶν δυνατοτήτων τους.
5) Ἡ σύγχρονη ἐκκοσμίκευση ἐπιδιώκει τήν αὐτονόμηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Χριστό καί τήν πνευματική ἐπιρροή της Ἐκκλησίας, τήν ὁποία ταυτίζει αὐθαιρέτως μέ τόν συντηρητισμό. Ὁ Δυτικός ὅμως πολιτισμός φέρει ἀνεξίτηλη τή σφραγίδα τῆς διαχρονικῆς συμβολῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἐπιπλέον, ἡ Ἐκκλησία ἀναδεικνύει τή σωτηριώδη σημασία τοῦ Θεανθρώπου καί τοῦ Σώματός Του, ὡς τόπο καί τρόπο τῆς ζωῆς ἐν ἐλευθερίᾳ.
6) Στή σύγχρονη προσέγγιση τοῦ γάμου, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ τήν ἀκατάλυτη ἀγαπητική σχέση ἀνδρός καί γυναικός «μυστήριον μέγα … εἰς Χριστόν καί εἰς τήν ἐκκλησίαν». Ὁμοίως ἀποκαλεῖ «ἐκκλησίαν μικράν» τήν οἰκογένεια, ἡ ὁποία προκύπτει ἀπό τόν γάμο καί ἀποτελεῖ τή μόνη ἐγγύηση γιά τήν ἀνατροφή τῶν παιδιῶν.
Ἡ Ἐκκλησία διαρκῶς τονίζει τήν ἀξία τῆς ἐγκρατείας. Ἡ χριστιανική ἄσκηση διαφέρει ριζικά ἀπό οἱονδήποτε δυαρχικό ἀσκητισμό, ὁ ὁποῖος ἀποκόπτει τόν ἄνθρωπο ἀπό τή ζωή καί τόν συνάνθρωπο. Ἀντιθέτως, τόν συνδέει μέ τή μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐγκράτεια δέν ἀφορᾶ μόνο στόν μοναχικό βίο. Τό ἀσκητικό ἦθος εἶναι χαρακτηριστικό τῆς χριστιανικῆς ζωῆς σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις της.
**
Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἐκτός τῶν συγκεκριμένων θεμάτων γιά τά ὁποῖα ἀποφάσισε, ἐπισημαίνει ἐπιγραμματικά καί τά ἑξῆς ὀντολογικά καί καίρια σύγχρονα ζητήματα:
7) Ὡς πρός τό θέμα τῶν σχέσεων τῆς χριστιανικῆς πίστεως καί τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποφεύγει τήν κηδεμονία τῆς ἐπιστημονικῆς ἀναζητήσεως καί δέν λαμβάνει θέση πάνω σέ κάθε ἐπιστημονικό ἐρώτημα. Εὐχαριστεῖ τόν Θεό πού δωρίζει στούς ἐπιστήμονες τό χάρισμα νά ἀποκαλύπτουν ἄγνωστες πτυχές τῆς θείας Δημιουργίας. Ἡ σύγχρονη ἀνάπτυξη τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν καί τῆς τεχνολογίας ἐπιφέρει ριζικές ἀλλαγές στή ζωή μας. Προσφέρει σημαντικές εὐεργεσίες ὅπως εἶναι ἡ διευκόλυνση τοῦ καθημερινοῦ βίου, ἡ ἀντιμετώπιση σοβαρῶν ἀσθενειῶν, ἡ εὐχερέστερη ἐπικοινωνία τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἔρευνα τοῦ διαστήματος κ.λπ. Παρ΄ὅλα αὐτά, ἔχει καί ποικίλες ἀρνητικές ἐπιπτώσεις, ὅπως εἶναι ἡ χειραγώγηση τῆς ἐλευθερίας, ἡ σταδιακή ἀπώλεια πολυτίμων παραδόσεων, ἡ καταστροφή τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, ἡ ἀμφισβήτηση τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν. Ἡ ἐπιστημονική γνώση, ὅσο κι ἄν ἐξελίσσεται μέ ταχύτατους ρυθμούς, δέν κινητοποιεῖ τήν βούληση τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε δίνει απάντηση στά σοβαρά ἠθικά καί ὑπαρξιακά προβλήματα, στήν ἀναζήτηση γιά τό νόημα τῆς ζωῆς καί τοῦ κόσμου. Αὐτά ἀπαιτοῦν πνευματική προσέγγιση, τήν ὁποία ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐπιχειρεῖ μέ τήν Βιοηθική πού βασίζεται στήν χριστιανική ἠθική καί στήν πατερική διδασκαλία. Ταυτόχρονα μέ τόν σεβασμό τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐπισημαίνει τούς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ὑποκρύπτονται σέ ὁρισμένα ἐπιστημονικά ἐπιτεύγματα καί τονίζει τήν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου καί τόν θεῖο του προορισμό.
8) Ἡ σημερινή οἰκολογική κρίση εἶναι προφανές ὅτι ὀφείλεται σέ πνευματικά καί ἠθικά αἴτια. Οἱ ρίζες της συνδέονται μέ τήν πλεονεξία, τήν ἀπληστία καί τόν ἐγωισμό, πού ὁδηγοῦν στήν ἀλόγιστη χρήση τῶν φυσικῶν πόρων, τήν ἐπιβάρυνση τῆς ἀτμόσφαιρας μέ ζημιογόνους ρύπους καί τήν κλιματική ἀλλαγή. Ἡ χριστιανική ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος ἀπαιτεῖ μετάνοια γιά τίς καταχρήσεις, ἐγκράτεια καί ἀσκητικό ἦθος, πού ἀποτελοῦν ἀντίδοτο στήν ὑπερκατανάλωση, συγχρόνως δέ, καλλιέργεια στόν ἄνθρωπο τῆς συνειδήσεως ὅτι εἶναι «οἰκονόμος», καί ὄχι κάτοχος τῆς δημιουργίας. Δέν παύει νά τονίζει ὅτι καί οἱ μελλοντικές γενεές ἔχουν δικαίωμα πάνω στά φυσικά ἀγαθά, πού μᾶς ἐμπιστεύθηκε ὁ Δημιουργός. Γιά αὐτό τό λόγο καί ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία συμμετέχει ἐνεργῶς στίς διάφορες διεθνεῖς οἰκολογικές προσπάθειες. Ὅρισε δέ τήν 1η Σεπτεμβρίου ὡς ἡμέρα προσευχῆς γιά τήν προστασία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος.
9) Ἀπέναντι στήν ἰσοπεδωτική καί ἀπρόσωπη ὁμογενοποίηση, ἡ ὁποία προωθεῖται μέ ποικίλους τρόπους, ἡ Ὀρθοδοξία διακηρύττει τόν σεβασμό στήν ἰδιοπροσωπία ἀνθρώπων καί λαῶν. Ἀντιτίθεται στήν αὐτονόμηση τῆς οἰκονομίας ἀπό τίς βασικές ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου καί στήν μετατροπή της σέ αὐτοσκοπό. Ἡ πρόοδος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους δέν συνδέεται μόνο μέ τήν ἀνάπτυξη τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου ἤ μέ τήν πρόοδο τῆς οἰκονομίας εἰς βάρος τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν.
10) Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ἀναμειγνύεται στήν πολιτική. Ὁ λόγος της παραμένει διακριτός ἀλλά καί προφητικός, ὡς ὀφειλετική παρέμβαση ὑπέρ τοῦ ἀνθρώπου. Τά ἀνθρώπινα δικαιώματα βρίσκονται σήμερα στό κέντρο τῆς πολιτικῆς ὡς ἀπάντηση στίς σύγχρονες κοινωνικές καί πολιτικές κρίσεις καί ἀνατροπές, ἀποβλέποντας στήν προστασία τοῦ πολίτη ἀπό τήν αὐθαιρεσία τοῦ κράτους. Ἡ Ἐκκλησία μας προσθέτει ἐπίσης τίς ὑποχρεώσεις καί εὐθύνες τῶν πολιτῶν καί τήν ἀνάγκη συνεχοῦς αὐτοκριτικῆς πολιτικῶν καί πολιτῶν πρός οὐσιαστική βελτίωση τῆς κοινωνίας. Καί κυρίως τονίζει, ὅτι τό ὀρθόδοξο δέον περί ἀνθρώπου ὑπερβαίνει τόν ὁρίζοντα τῶν καθιερωμένων ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ὅτι «μείζων πάντων» εἶναι ἡ ἀγάπη, ὅπως τήν ἀποκάλυψε ὁ Χριστός καί τήν βίωσαν ὅσοι πιστά Τόν ἀκολούθησαν. Ἐπιμένει ἀκόμη ὅτι θεμελιῶδες δικαίωμα εἶναι καί ἡ προστασία τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, δηλαδή τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως, τῆς πίστεως, τῆς λατρείας καί ὅλων τῶν ἀτομικῶν καί συλλογικῶν ἐκφράσεων αὐτῆς, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ δικαιώματος κάθε πιστοῦ καί κάθε θρησκευτικῆς κοινότητας νά τελοῦν ἐλεύθερα ἀπό κάθε κρατική παρέμβαση τά θρησκευτικά τους καθήκοντα, ὡς καί τό δικαίωμα τῆς δημόσιας διδασκαλίας τῆς θρησκείας.
11) Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπευθύνεται στούς νέους, οἱ ὁποῖοι ἀναζητοῦν πληρότητα ζωῆς γεμάτη ἐλευθερία, δικαιοσύνη, δημιουργία ἀλλά καί ἀγάπη. Τούς καλεῖ νά συνδεθοῦν συνειδητά μέ τήν Ἐκκλησία Ἐκείνου πού εἶναι ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή. Νά προσέλθουν προσφέροντας στό ἐκκλησιαστικό σῶμα τή ζωτικότητα, τίς ἀνησυχίες, τούς προβληματισμούς καί τίς προσδοκίες τους. Οἱ νέοι δέν ἀποτελοῦν ἁπλῶς τό μέλλον τῆς Ἐκκλησίας ἀλλά τό δυναμικό καί δημιουργικό παρόν ἐπί τοπικοῦ καί οἰκουμενικοῦ ἐπιπέδου.
12) Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἄνοιξε τόν ὁρίζοντά μας στή σύγχρονη πολύμορφη οἰκουμένη. Τόνισε τήν εὐθύνη μας μέσα στόν χῶρο καί τόν χρόνο, πάντοτε μέ προοπτική τήν αἰωνιότητα. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, διατηρώντας ἀλώβητο τόν Μυστηριακό καί Σωτηριολογικό της χαρακτήρα, εἶναι εὐαίσθητη στόν πόνο, στίς ἀγωνίες καί στήν κραυγή γιά δικαιοσύνη καί εἰρήνη τῶν λαῶν. Εὐαγγελίζεται «ἡμέραν ἐξ ἡμέρας τὸ σωτήριον αὐτοῦ· ἀναγγέλουσα ἐν τοῖς ἔθνεσι τὴν δόξαν αὐτοῦ, ἐν πᾶσι τοῖς λαοῖς τὰ θαυμάσια αὐτοῦ» (Ψαλμ. 95).
Ἀς δεηθοῦμε «ὁ Θεὸς πάσης χάριτος, ὁ καλέσας ὑμᾶς εἰς τὴν αἰώνιον αὐτοῦ δόξαν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ ὀλίγον παθόντας, αὐτὸς καταρτίσει ὑμᾶς, στηρίξει, σθενώσει, θεμελιώσει· αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν» (Α΄ Πετρ. 5:10,11).
† ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος, Πρόεδρος
† ὁ Ἀλεξανδρείας Θεόδωρος
† ὁ Ἱεροσολύμων Θεόφιλος
† ὁ Σερβίας Εἰρηναῖος
† ὁ Ρουμανίας Δανιήλ
† ὁ Νέας Ἰουστινιανῆς καί πάσης Κύπρου Χρυσόστομος
† ὁ Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Ἱερώνυμος
† ὁ Βαρσοβίας καί πάσης Πολωνίας Σάββας
† ὁ Τιράνων καί πάσης Ἀλβανίας Ἀναστάσιος
† ὁ Πρέσοβ καί πάσης Τσεχίας καί Σλοβακίας Ραστισλάβ
Ἀντιπροσωπεία Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου
† ὁ Καρελίας καί πάσης Φιλλανδίας Λέων
† ὁ Ταλλίνης καί πάσης Ἐσθονίας Στέφανος
† ὁ Γέρων Περγάμου Ἰωάννης
† ὁ Γέρων Ἀμερικῆς Δημήτριος
† ὁ Γερμανίας Αὐγουστῖνος
† ὁ Κρήτης Εἰρηναῖος
† ὁ Ντένβερ Ἠσαΐας
† ὁ Ἀτλάντας Ἀλέξιος
† ὁ Πριγκηποννήσων Ἰάκωβος
† ὁ Προικοννήσου Ἰωσήφ
† ὁ Φιλαδελφείας Μελίτων
† ὁ Γαλλίας Ἐμμανουήλ
† ὁ Δαρδανελλίων Νικήτας
† ὁ Ντητρόϊτ Νικόλαος
† ὁ Ἁγίου Φραγκίσκου Γεράσιμος
† ὁ Κισάμου καί Σελίνου Ἀμφιλόχιος
† ὁ Κορέας Ἀμβρόσιος
† ὁ Σηλυβρίας Μάξιμος
† ὁ Ἀδριανουπόλεως Ἀμφιλόχιος
† ὁ Διοκλείας Κάλλιστος
† ὁ Ἱεραπόλεως Ἀντώνιος, ἐπί κεφαλῆς τῶν Οὐκρανῶν Ὀρθοδόξων ἐν ΗΠΑ
† ὁ Τελμησσοῦ Ἰώβ
† ὁ Χαριουπόλεως Ἰωάννης, ἐπί κεφαλῆς τῆς Πατριαρχικῆς Ἐξαρχίας τῶν ἐν τῇ Δυτικῇ Εὐρώπῃ Ὀρθοδόξων Παροικιῶν Ρωσσικῆς Παραδόσεως
† ὁ Νύσσης Γρηγόριος, ἐπί κεφαλῆς τῶν Καρπαθορρώσσων Ὀρθοδόξων ἐν ΗΠΑ
Ἀντιπροσωπεία Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας
† ὁ Γέρων Λεοντοπόλεως Γαβριήλ
† ὁ Ναϊρόμπι Μακάριος
† ὁ Καμπάλας Ἰωνᾶς
† ὁ Ζιμπάμπουε καί Ἀγκόλας Σεραφείμ
† ὁ Νιγηρίας Ἀλέξανδρος
† ὁ Τριπόλεως Θεοφύλακτος
† ὁ Καλῆς Ἐλπίδος Σέργιος
† ὁ Κυρήνης Ἀθανάσιος
† ὁ Καρθαγένης Ἀλέξιος
† ὁ Μουάνζας Ἱερώνυμος
† ὁ Γουϊνέας Γεώργιος
† ὁ Ἑρμουπόλεως Νικόλαος
† ὁ Εἰρηνουπόλεως Δημήτριος
† ὁ Ἰωαννουπόλεως καί Πρετορίας Δαμασκηνός
† ὁ Ἄκκρας Νάρκισσος
† ὁ Πτολεμαΐδος Ἐμμανουήλ
† ὁ Καμερούν Γρηγόριος
† ὁ Μέμφιδος Νικόδημος
† ὁ Κατάγκας Μελέτιος
† ὁ Μπραζαβίλ καί Γκαμπόν Παντελεήμων
† ὁ Μπουρούντι καί Ρουάντας Ἰννοκέντιος
† ὁ Μοζαμβίκης Χρυσόστομος
† ὁ Νιέρι καί Ὄρους Κένυας Νεόφυτος
Ἀντιπροσωπεία Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων
† ὁ Φιλαδελφείας Βενέδικτος
† ὁ Κωνσταντίνης Ἀρίσταρχος
† ὁ Ἰορδάνου Θεοφύλακτος
† ὁ Ἀνθηδῶνος Νεκτάριος
† ὁ Πέλλης Φιλούμενος
Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Σερβίας
† ὁ Ἀχρίδος καί Σκοπίων Ἰωάννης
† ὁ Μαυροβουνίου καί Παραθαλασσίας Ἀμφιλόχιος
† ὁ Ζάγκρεμπ καί Λιουμπλιάνας Πορφύριος
† ὁ Σιρμίου Βασίλειος
† ὁ Βουδιμίου Λουκιανóς
† ὁ Νέας Γκρατσάνιτσας Λογγῖνος
† ὁ Μπάτσκας Εἰρηναῖος
† ὁ Σβορνικίου καί Τούζλας Χρυσόστομος
† ὁ Ζίτσης Ἰουστῖνος
† ὁ Βρανίων Παχώμιος
† ὁ Σουμαδίας Ἰωάννης
† ὁ Μπρανιτσέβου Ἰγνάτιος
† ὁ Δαλματίας Φώτιος
† ὁ Μπίχατς καί Πέτροβατς Ἀθανάσιος
† ὁ Νίκσιτς καί Βουδίμλιε Ἰωαννίκιος
† ὁ Ζαχουμίου καί Ἑρζεγοβίνης Γρηγόριος
† ὁ Βαλιέβου Μιλούτιν
† ὁ ἐν Δυτικῇ Ἀμερικῇ Μάξιμος
† ὁ ἐν Αὐστραλίᾳ καί Νέᾳ Ζηλανδίᾳ Εἰρηναῖος
† ὁ Κρούσεβατς Δαυΐδ
† ὁ Σλαυονίας Ἰωάννης
† ὁ ἐν Αὐστρίᾳ καί Ἑλβετίᾳ Ἀνδρέας
† ὁ Φραγκφούρτης καί ἐν Γερμανίᾳ Σέργιος
† ὁ Τιμοκίου Ἱλαρίων
Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Ρουμανίας
† ὁ Ἰασίου καί Μολδαβίας καί Μπουκοβίνης Θεοφάνης
† ὁ Σιμπίου καί Τρανσυλβανίας Λαυρέντιος
† ὁ Βάντ, Φελεάκ καί Κλούζ καί Κλούζ, Ἄλμπας, Κρισάνας καί Μαραμοῦρες Ἀνδρέας
† ὁ Κραϊόβας καί Ὀλτενίας Εἰρηναῖος
† ὁ Τιμισοάρας καί Βανάτου Ἰωάννης
† ὁ ἐν Δυτικῇ καί Νοτίῳ Εὐρώπῃ Ἰωσήφ
† ὁ ἐν Γερμανίᾳ καί Κεντρικῇ Εὐρώπῃ Σεραφείμ
† ὁ Τιργοβιστίου Νήφων
† ὁ Ἄλμπα Ἰούλια Εἰρηναῖος
† ὁ Ρώμαν καί Μπακάου Ἰωακείμ
† ὁ Κάτω Δουνάβεως Κασσιανός
† ὁ Ἀράντ Τιμόθεος
† ὁ ἐν Ἀμερικῇ Νικόλαος
† ὁ Ὀράντεα Σωφρόνιος
† ὁ Στρεχαΐας καί Σεβερίνου Νικόδημος
† ὁ Τουλσέας Βησσαρίων
† ὁ Σαλάζης Πετρώνιος
† ὁ ἐν Οὑγγαρίᾳ Σιλουανός
† ὁ ἐν Ἰταλίᾳ Σιλουανός
† ὁ ἐν Ἱσπανίᾳ καί Πορτογαλίᾳ Τιμόθεος
† ὁ ἐν Βορείῳ Εὐρώπῃ Μακάριος
† ὁ Πλοεστίου Βαρλαάμ, Βοηθός παρά τῷ Πατριάρχῃ
† ὁ Λοβιστέου Αἰμιλιανός, Βοηθός παρά τῷ Ἀρχιεπισκόπῳ Ριμνικίου
† ὁ Βικίνης Ἰωάννης Κασσιανός, Βοηθός παρά τῷ Ἀρχιεπισκόπῳ ἐν Ἀμερικῇ
Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Κύπρου
† ὁ Πάφου Γεώργιος
† ὁ Κιτίου Χρυσόστομος
† ὁ Κυρηνείας Χρυσόστομος
† ὁ Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος
† ὁ Μόρφου Νεόφυτος
† ὁ Κωνσταντίας - Ἀμμοχώστου Βασίλειος
† ὁ Κύκκου καί Τηλλυρίας Νικηφόρος
† ὁ Ταμασοῦ καί Ὀρεινῆς Ἠσαΐας
† ὁ Τριμυθοῦντος καί Λευκάρων Βαρνάβας
† ὁ Καρπασίας Χριστοφόρος
† ὁ Ἀρσινόης Νεκτάριος
† ὁ Ἀμαθοῦντος Νικόλαος
† ὁ Λήδρας Ἐπιφάνιος
† ὁ Χύτρων Λεόντιος
† ὁ Νεαπόλεως Πορφύριος
† ὁ Μεσαορίας Γρηγόριος
Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Ἑλλάδος
† ὁ Φιλίππων, Νεαπόλεως καί Θάσου Προκόπιος
† ὁ Περιστερίου Χρυσόστομος
† ὁ Ἠλείας Γερμανός
† ὁ Μαντινείας καί Κυνουρίας Ἀλέξανδρος
† ὁ Ἄρτης Ἰγνάτιος
† ὁ Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καί Σουφλίου Δαμασκηνός
† ὁ Νικαίας Ἀλέξιος
† ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος
† ὁ Σάμου καί Ἰκαρίας Εὐσέβιος
† ὁ Καστορίας Σεραφείμ
† ὁ Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ Ἰγνάτιος
† ὁ Κασσανδρείας Νικόδημος
† ὁ Ὕδρας, Σπετσῶν καί Αἰγίνης Ἐφραίμ
† ὁ Σερρῶν καί Νιγρίτης Θεολόγος
† ὁ Σιδηροκάστρου Μακάριος
† ὁ Ἀλεξανδρουπόλεως Ἄνθιμος
† ὁ Νεαπόλεως καί Σταυρουπόλεως Βαρνάβας
† ὁ Μεσσηνίας Χρυσόστομος
† ὁ Ἰλίου, Ἀχαρνῶν καί Πετρουπόλεως Ἀθηναγόρας
† ὁ Λαγκαδᾶ, Λητῆς καί Ρεντίνης Ἰωάννης
† ὁ Νέας Ἰωνίας καί Φιλαδελφείας Γαβριήλ
† ὁ Νικοπόλεως καί Πρεβέζης Χρυσόστομος
† ὁ Ἱερισσοῦ, Ἁγίου Ὄρους καί Ἀρδαμερίου Θεόκλητος
Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Πολωνίας
† ὁ Λούτζ καί Πόζναν Σίμων
† ὁ Λούμπλιν καί Χέλμ Ἄβελ
† ὁ Μπιαλύστοκ καί Γκντάνσκ Ἰάκωβος
† ὁ Σιεμιατίτσε Γεώργιος
† ὁ Γκορλίτσε Παΐσιος
Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Ἀλβανίας
† ὁ Κορυτσᾶς Ἰωάννης
† ὁ Ἀργυροκάστρου Δημήτριος
† ὁ Ἀπολλωνίας καί Φίερ Νικόλαος
† ὁ Ἐλμπασάν Ἀντώνιος
† ὁ Ἀμαντίας Ναθαναήλ
† ὁ Βύλιδος Ἄστιος
Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Τσεχίας καί Σλοβακίας
† ὁ Πράγας Μιχαήλ
† ὁ Σούμπερκ Ἠσαΐας
† ὁ Ἑλβετίας Ἱερεμίας, ἐπί κεφαλῆς τῆς Πανορθοδόξου Γραμματείας τῆς Ἁγίας και Μεγάλης Συνόδου
Τρίτη 14 Ιουνίου 2016
Αρχιεπίσκοπος Tιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας, Αναστάσιος: Επιβεβλημένη η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος
![]() |
Οπως έχει προγραμματισθεί, κατά την εβδομάδα της Πεντηκοστής, θα συνέλθει στην Κρήτη η αναμενόμενη από πολλά χρόνια Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Για να κατανοηθεί καλύτερα η σημασία της, είναι αναγκαία μια αδρή σύνοψη της ζωής της Εκκλησίας στους 20 αιώνες της ιστορικής της πορείας.
1. Στην πρώτη χιλιετία, με τη θρησκευτική ελευθερία που αναγνώρισε το διάταγμα των Μεδιολάνων, διαμορφώθηκαν πέντε βασικά κέντρα: η Ρώμη, η Κωνσταντινούπολη ή Νέα Ρώμη, η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια και τα Ιεροσόλυμα. Με την ανάπτυξη του Χριστιανισμού, εμφανίστηκαν διάφορα προβλήματα στις τοπικές Εκκλησίες: απειλές από ποικίλες αιρέσεις, πολιτικές σκοπιμότητες, διασπαστικές τάσεις κ.ο.κ. Για την αντιμετώπισή τους συγκαλούντο Σύνοδοι των Ορθόδοξων Επισκόπων. Ορισμένες ήταν τοπικές, ενώ για τα σοβαρότερα θέματα, ιδίως τα δογματικά, συνήλθαν οι Οικουμενικές. Την Οικουμενική Σύνοδο τη συγκαλούσε ο Αυτοκράτορας, αλλά στις εργασίες της προήδρευε πάντοτε Πατριάρχης. Ετσι πραγματοποιήθηκαν οι επτά Οικουμενικές Σύνοδοι της αδιαιρέτου Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας.
Στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας συνέβη η οδυνηρή δοκιμασία του Σχίσματος των Εκκλησιών μεταξύ Δύσεως και Ανατολής (1054). Γεγονός θλιβερό, το οποίο προκάλεσε συγκρούσεις και αναστολές στη διάδοση του Χριστιανισμού. Εν συνεχεία δημιουργήθηκαν δύο διοικητικοί πόλοι: Στη Δύση η Ρώμη, όπου στα μέσα του 15ου αιώνα εμφανίσθηκαν κινήσεις Διαμαρτυρίας. Αποτέλεσμα η σταδιακή πολυδιάσπαση του δυτικού χριστιανισμού και η δημιουργία πολλών εκκλησιαστικών σωμάτων. Στην Ανατολή παρέμειναν ενωμένα τα 4 πρεσβυγενή Πατριαρχεία με κέντρο την Κωνσταντινούπολη-Νέα Ρώμη, την Αλεξάνδρεια, την Αντιόχεια και τα Ιεροσόλυμα. Ακολούθησαν μεγάλες δοκιμασίες ύστερα από τις ισλαμικές επιδρομές και κατακτήσεις. Παράλληλα, όμως, στο τέλος της πρώτης χιλιετίας η Ορθοδοξία αναπτύχθηκε σημαντικά προς Βορράν με τον εκχριστιανισμό των Σλάβων και στη συνέχεια των Ρώσων. Ο ρωσικός λαός σύσσωμος προσήλθε στην Ορθόδοξη πίστη και η Εκκλησία του συνέχισε την ιεραποστολική προσπάθεια του Βυζαντίου στη Βορειοανατολική Ασία. Ετσι διαμορφώθηκε και νέο εκκλησιαστικό κέντρο: το Πατριαρχείο της Μόσχας.
Από τα μέσα του 15ου αιώνα μέχρι περίπου τα μέσα του 19ου, οι Ορθόδοξοι λαοί της Βαλκανικής, της Μικράς Ασίας, της Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής ζούσαν υπό την Οθωμανική αυτοκρατορία. Μετά τη σταδιακή απελευθέρωση των βαλκανικών χωρών, αναγνωρίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το Αυτοκέφαλο στις Εκκλησίες Ελλάδος, Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας. Τον εικοστό αιώνα παραχωρήθηκε το Αυτοκέφαλο στις Εκκλησίες Πολωνίας, Αλβανίας, Τσεχίας-Σλοβακίας και αναγνωρίσθηκε ως Πατριαρχείο η Εκκλησία της Βουλγαρίας και της Γεωργίας. Η Εκκλησία της Κύπρου έχει το Αυτοκέφαλο με απόφαση της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου (5ος αι.).
Η σημερινή κατάσταση, λοιπόν, για την Ορθόδοξη Εκκλησία παρουσιάζεται ως εξής: Τα πρεσβυγενή Πατριαρχεία: Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων. Τα νεότερα Πατριαρχεία: Ρωσίας, Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας και οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες: Κύπρου, Ελλάδος, Πολωνίας, Αλβανίας και Τσεχίας-Σλοβακίας. Συνολικώς 14 Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Η «Κατά Ανατολάς» Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία διατήρησε την ενότητά της, με την Αποστολική Διαδοχή των Επισκόπων της, την κοινή μυστηριακή ζωή, κατ’ εξοχήν με τη Θεία Ευχαριστία, διαφυλάσσοντας απαρασάλευτες τις πηγές της Πίστεως: την Αγία Γραφή, την Ιερά Παράδοση και τους Ιερούς Αποστολικούς και Συνοδικούς Κανόνες. Συντονιστικό κέντρο όλων των Ορθόδοξων Εκκλησιών είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.
2. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο πολλές Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες αντιμετώπισαν ποικίλους διωγμούς από αθεϊστικές κυβερνήσεις που επικράτησαν στις χώρες τους, έως την κατάρρευση των απολυταρχικών κομμουνιστικών καθεστώτων. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με την έναρξη της Χριστιανικής Οικουμενικής κινήσεως, οι διάφορες διαχριστιανικές συναντήσεις, συνεδρίες και συσκέψεις έδωσαν την ευκαιρία στους Ορθοδόξους να συναντώνται, γεγονός που επαύξησε την επιθυμία για τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.
Το 1961 στη Ρόδο αποφασίσθηκε η προετοιμασία της και προσδιορίσθηκαν τα προς μελέτην βασικά θέματα. Αργότερα αποφασίσθηκε η συγκρότηση Πανορθοδόξων επιτροπών για την επεξεργασία και τη σύνταξη των Προσυνοδικών κειμένων. Με την πάροδο του χρόνου εμφανίσθηκαν ποικίλα προβλήματα και οι συνεχείς αναβολές οδήγησαν σε σκεπτικισμό, ειρωνικά σχόλια και αμφιβολία για την πραγματοποίησή της. Ευτυχώς θεσπίστηκαν οι Συνάξεις των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών (Κωνσταντινούπολη 1993, Ιεροσόλυμα 2000, Κωνσταντινούπολη 2008/2014, Σαμπεζύ 2016), που έδωσαν την ευκαιρία στενότερης επικοινωνίας. Ιδιαίτερα σημαντικές υπήρξαν οι Συνάξεις των ετών 2008 και 2014 και τα μηνύματα που απηύθυναν.
Στη Σύναξη του 2014 αποφασίστηκε να συγκληθεί η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, στην Κωνσταντινούπολη, στον ιστορικό Ναό της Αγίας Ειρήνης, εκτός απροόπτου. Επίσης κάθε Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία να εκπροσωπείται από 24 Επισκόπους και να έχει μια ψήφο. Ομως το απρόοπτο συνέβη: η κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού αεροπλάνου και η ένταση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας. Κατόπιν τούτου υπήρχαν 2 επιλογές: αναβολή ή ανεύρεση νέου τόπου συγκλήσεως.
Στην τελευταία Σύναξη στο Σαμπεζύ της Γενεύης (22-28 Ιανουαρίου 2016), αποφασίστηκε η οριστική σύγκληση της Συνόδου την εβδομάδα της Πεντηκοστής (19-26 Ιουνίου 2016) στην Ορθόδοξο Ακαδημία Κρήτης. Η τοπική Εκκλησία είναι Αποστολική, Αυτόνομη υπό το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ η νήσος Κρήτη αποτελεί τμήμα χώρας της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι αποφάσεις για την οριστική σύγκληση δεν ήταν εύκολες. Απαιτούσαν θερμή προσευχή, ευελιξία σκέψεως, δυνατότητα συνθέσεως απόψεων, επίμονη προσπάθεια να πεισθούν όσοι είχαν διαφορετικές επιθυμίες και προγράμματα.
3. Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος δεν είναι ένα «ακριβές αντίγραφον» των Οικουμενικών Συνόδων ούτε ένα «τηλεομοιότυπον (φαξ)» άλλης Δυτικής Εκκλησίας ή Ομολογίας. Προσαρμοσμένη στις συνθήκες και τις δυνατότητες του 21ου αιώνα έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες, διατηρώντας τον σαφή συμβολισμό της ενότητος των Ορθοδόξων Εκκλησιών, πολύτιμο για τη ζωή τους και τη μαρτυρία τους στον σύγχρονο κόσμο.
Ορισμένοι θεωρούν ότι η πιστή αντιγραφή ή ακόμη η πανομοιότυπη επανάληψη πρακτικών του παρελθόντος είναι απαραίτητα για κάθε εκκλησιαστική πρωτοβουλία και προσπάθεια. Αλλά το Αγιο Πνεύμα δεν ενεργεί μόνο σε μία εποχή. Παραμένει ο καθοριστικός οδηγός της Εκκλησίας στη ροή του χρόνου. Η Εκκλησία υπενθυμίζει: «Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡμᾱς συνήγαγε...»
Στις τελευταίες εβδομάδες έχει ενταθεί η συζήτηση σχετικά με την πραγματοποίηση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Θεωρώ ότι είναι επιβεβλημένη. Η ακύρωσή της δεν μπορεί να γίνει από μεμονωμένες δηλώσεις, ανακοινώσεις και μηνύματα διαφόρων πλευρών.
Προφανώς τα υφιστάμενα προβλήματα είναι πολλά. Γι’ αυτόν, όμως, ακριβώς τον λόγο η διεξαγωγή της είναι αναγκαία. Δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν όλα. Ας εξετασθούν έστω μερικά. Προτιμότερο το λίγο από το τίποτε. Η προσέγγιση και ρύθμιση των πολυποίκιλων ζητημάτων ας δεηθούμε να γίνει σε μία προσεχή Σύνοδο και η Μεγάλη Σύνοδος των Ορθοδόξων να καταστεί θεσμός του 21ου αιώνα. Η τυχόν αναβολή της προγραμματισθείσης θα πλήγωνε τους ανά τον κόσμον Ορθοδόξους και θα τραυμάτιζε το κύρος της Ορθοδοξίας. Αντιθέτως η πραγματοποίησή της μπορεί να αποβεί ευλογία για την Ορθόδοξη Εκκλησία, τον χριστιανικό κόσμο και την πορεία της ανθρωπότητας.
Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




