Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας

Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον Ορθόδοξο λαό και κάθε άνθρωπο καλής θελήσεως:

Ὑμνοῦμε καί δοξολογοῦμε τόν Θεό τῶν «οἰκτιρμῶν καὶ πάσης παρακλήσεως», διότι μᾶς ἀξίωσε νά συνέλθουμε τήν ἑβδομάδα τῆς Πεντηκοστῆς (18-26 Ἰουνίου 2016) στήν Κρήτη, ὅπου ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί ὁ μαθητής του Τίτος κήρυξαν τό Εὐαγγέλιο στά πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Εὐχαριστοῦμε τόν ἐν Τριάδι Θεό, διότι εὐδόκησε νά περατώσουμε μέ ὁμοψυχία τίς ἐργασίες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδοξίας, τήν ὁποία συγκάλεσε ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, μέ τήν ὁμόφρονη γνώμη τῶν Προκαθημένων τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν.
Ἀκολουθώντας πιστά τό παράδειγμα τῶν Ἀποστόλων καί τῶν θεοφόρων Πατέρων μελετήσαμε καί πάλιν τό Εὐαγγέλιο τῆς ἐλευθερίας «ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσε» (Γαλ. 5:1). Θεμέλιο τῶν θεολογικῶν μας ἀναζητήσεων ὑπῆρξε ἡ βεβαιότητα ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ζεῖ γιά τόν ἑαυτό της. Μεταδίδει τή μαρτυρία τοῦ Εὐαγγελίου τῆς χάριτος καί τῆς ἀληθείας καί προσφέρει σέ ὅλη τήν οἰκουμένη τά δῶρα τοῦ Θεοῦ: τήν ἀγάπη, τήν εἰρήνη, τήν δικαιοσύνη, τήν καταλλαγή, τήν δύναμη τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως καί τήν προσδοκία τῆς αἰωνιότητος.
1) Βασική προτεραιότητα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ὑπῆρξε ἡ διακήρυξη τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Στηριγμένη στή θεία Εὐχαριστία καί τήν Ἀποστολική Διαδοχή τῶν Ἐπισκόπων, ἡ ὑφισταμένη ἑνότητα εἶναι ἀνάγκη νά ἐνισχύεται καί νά φέρνει νέους καρπούς. Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία εἶναι Θεανθρώπινη κοινωνία, πρόγευση καί βίωση τῶν Ἐσχάτων ἐντός τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ὡς μία διαρκής Πεντηκοστή εἶναι ἀσίγαστη προφητική φωνή, παρουσία καί μαρτυρία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης. Πιστή στήν ὁμόφωνη Ἀποστολική Παράδοση καί μυστηριακή ἐμπειρία ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τήν αὐθεντική συνέχεια τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁμολογεῖται στό Σύμβολο τῆς Πίστεως καί ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τή διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία μας βιώνει τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας στή μυστηριακή της ζωή μέ ἐπίκεντρο τή θεία Εὐχαριστία.
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐκφράζει τήν ἑνότητα καί καθολικότητά της ἐν Συνόδῳ. Ἡ συνοδικότητα διαπνέει τήν ὀργάνωση, τόν τρόπο πού λαμβάνονται οἱ ἀποφάσεις καί καθορίζεται ἡ πορεία της. Οἱ Ὀρθόδοξες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες δέν ἀποτελοῦν συνομοσπονδία Ἐκκλησιῶν ἀλλά τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Κάθε τοπική Ἐκκλησία, προσφέρουσα τήν θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἡ ἐν τόπῳ παρουσία καί φανέρωση τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ὡς πρός τήν Ὀρθόδοξο Διασπορά στίς διάφορες χῶρες τῆς ὑφηλίου, ἀπεφασίσθη νά συνεχισθεῖ ἡ λειτουργία Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων μέχρι τήν ἐφαρμογή τῆς κανονικῆς ἀκριβείας. Αὐτές ἀπαρτίζονται ἀπό τούς κανονικούς ἐπισκόπους, πού ὁρίζονται ἀπό τήν κάθε Αὐτοκέφαλο Ἐκκλησία, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦν νά ὑπάγονται σ’ αὐτήν. Ἡ συνεπής λειτουργία τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων ἐγγυᾶται τόν σεβασμό τῆς Ὀρθοδόξου ἀρχῆς τῆς συνοδικότητος.
Κατά τίς ἐργασίες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἐτονίσθη ἡ σημασία τῶν Συνάξεων τῶν Προκαθημένων πού ἔχουν πραγματοποιηθεῖ καί διατυπώθηκε ἡ πρόταση ἡ Ἁγία και Μεγάλη Σύνοδος νά καταστεῖ ἐπαναλαμβανόμενος Θεσμός.
2) Μετέχοντες στή Θεία Εὐχαριστία καί δεόμενοι ὑπέρ τῆς οἰκουμένης ὀφείλουμε νά συνεχίσουμε τή λειτουργία μετά τή Θεία Λειτουργία καί νά δίδουμε τή μαρτυρία τῆς πίστεως πρός τούς ἐγγύς καί τούς μακράν, συμφώνως πρός τή σαφή ἐντολή τοῦ Κυρίου πρό τῆς Ἀναλήψεώς Του: «καί ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἰερουσαλήμ καί ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καί Σαμαρείᾳ καί ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξ. 1:8). Ὁ ἐπανευαγγελισμός τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ στίς σύγχρονες ἐκκοσμικευμένες κοινωνίες καί ὁ εὐαγγελισμός ἐκείνων πού ἀκόμη δέν ἔχουν γνωρίσει τόν Χριστό ἀποτελοῦν ἀδιάλειπτο χρέος τῆς Ἐκκλησίας.
3) Ἡ Ἐκκλησία μας ἀνταποκρινομένη στό χρέος νά μαρτυρεῖ τήν ἀλήθεια καί τήν ἀποστολική της πίστη, ἀποδίδει μεγάλη σημασία στόν διάλογο κυρίως μέ τούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς. Μέ τόν τρόπο αὐτό καί ὁ λοιπός χριστιανικός κόσμος γνωρίζει ἀκριβέστερα τή γνησιότητα τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, τήν ἀξία τῆς πατερικῆς διδασκαλίας, τή λειτουργική ἐμπειρία καί τήν πίστη τῶν Ὀρθοδόξων. Οἱ διάλογοι πού διεξάγει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν σημαίνουν ποτέ συμβιβασμό σέ ζητήματα πίστεως.
4) Οἱ ἐκρήξεις φονταμενταλισμοῦ πού παρατηροῦνται στούς κόλπους διαφόρων θρησκειῶν ἀποτελοῦν ἔκφραση νοσηρῆς θρησκευτικότητος. Ὁ νηφάλιος διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει σημαντικά στήν προώθηση τῆς ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, τῆς ειρήνης καί τῆς καταλλαγῆς. Τό λάδι τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος πρέπει νά χρησιμοποιεῖται γιά νά ἐπουλώνει πληγές καί ὄχι γιά νά ἀναζωπυρώνει τή φωτιά τῶν πολεμικῶν συρράξεων. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καταδικάζει ἀπεριφράστως τήν ἐπέκταση τῆς πολεμικῆς βίας, τούς διωγμούς, τήν ἐκδίωξη καί δολοφονία μελῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων, τόν ἐξαναγκασμό γιά τήν ἀλλαγή τῆς θρησκευτικῆς πίστεως, τήν ἐμπορία προσφύγων, τίς ἀπαγωγές, τά βασανιστήρια, τίς εἰδεχθεῖς ἐκτελέσεις. Καταγγέλλει τήν καταστροφή ναῶν, θρησκευτικῶν συμβόλων καί μνημείων πολιτισμοῦ. Ὅλως ἰδιαιτέρως ἐκφράζει τήν ἀγωνία της γιά τήν κατάσταση τῶν Χριστιανῶν καί ὅλων τῶν διωκομένων μειονοτήτων στή Μέση Ἀνατολή καί ἀλλαχοῦ. Ἀπευθύνει ἔκκληση πρός τήν παγκόσμια κοινότητα γιά τήν προστασία τῶν γηγενῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν ἄλλων Χριστιανῶν, καθώς καί ὅλων τῶν πληθυσμῶν τῆς περιοχῆς, πού ἔχουν ἀπαράβατο δικαίωμα νά παραμείνουν στήν πατρίδα τους ὡς ἰσότιμοι πολίτες. Ἡ Σύνοδός μας καλεῖ ὅλους τούς ἐμπλεκομένους νά καταβάλουν χωρίς καθυστέρηση συστηματικές προσπάθειες γιά τήν κατάπαυση τῶν πολεμικῶν συρράξεων στή Μέση Ἀνατολή καί ὅπου ἐξακολουθοῦν οἱ πολεμικές συγκρούσεις, καί τόν ἐπαναπατρισμό τῶν ἐκδιωχθέντων.
Ὅλως ἰδιαιτέρως ἀπευθύνουμε ἔκκληση στούς ἰσχυρούς τῆς γῆς γιά τήν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης καί τῆς δικαιοσύνης στίς χῶρες προελεύσεως τῶν προσφύγων. Προτρέπουμε τίς πολιτικές ἀρχές, τούς πολίτες καί τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς στίς χῶρες πού καταφεύγουν οἱ ἐξουθενωμένοι πρόσφυγες, νά συνεχίσουν νά προσφέρουν ἀπό τό περίσσευμα καί ἀπό τό ὑστέρημα τῶν δυνατοτήτων τους.
5) Ἡ σύγχρονη ἐκκοσμίκευση ἐπιδιώκει τήν αὐτονόμηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Χριστό καί τήν πνευματική ἐπιρροή της Ἐκκλησίας, τήν ὁποία ταυτίζει αὐθαιρέτως μέ τόν συντηρητισμό. Ὁ Δυτικός ὅμως πολιτισμός φέρει ἀνεξίτηλη τή σφραγίδα τῆς διαχρονικῆς συμβολῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἐπιπλέον, ἡ Ἐκκλησία ἀναδεικνύει τή σωτηριώδη σημασία τοῦ Θεανθρώπου καί τοῦ Σώματός Του, ὡς τόπο καί τρόπο τῆς ζωῆς ἐν ἐλευθερίᾳ.
6) Στή σύγχρονη προσέγγιση τοῦ γάμου, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ τήν ἀκατάλυτη ἀγαπητική σχέση ἀνδρός καί γυναικός «μυστήριον μέγα … εἰς Χριστόν καί εἰς τήν ἐκκλησίαν». Ὁμοίως ἀποκαλεῖ «ἐκκλησίαν μικράν» τήν οἰκογένεια, ἡ ὁποία προκύπτει ἀπό τόν γάμο καί ἀποτελεῖ τή μόνη ἐγγύηση γιά τήν ἀνατροφή τῶν παιδιῶν.
Ἡ Ἐκκλησία διαρκῶς τονίζει τήν ἀξία τῆς ἐγκρατείας. Ἡ χριστιανική ἄσκηση διαφέρει ριζικά ἀπό οἱονδήποτε δυαρχικό ἀσκητισμό, ὁ ὁποῖος ἀποκόπτει τόν ἄνθρωπο ἀπό τή ζωή καί τόν συνάνθρωπο. Ἀντιθέτως, τόν συνδέει μέ τή μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐγκράτεια δέν ἀφορᾶ μόνο στόν μοναχικό βίο. Τό ἀσκητικό ἦθος εἶναι χαρακτηριστικό τῆς χριστιανικῆς ζωῆς σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις της.
**
Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἐκτός τῶν συγκεκριμένων θεμάτων γιά τά ὁποῖα ἀποφάσισε, ἐπισημαίνει ἐπιγραμματικά καί τά ἑξῆς ὀντολογικά καί καίρια σύγχρονα ζητήματα:
7) Ὡς πρός τό θέμα τῶν σχέσεων τῆς χριστιανικῆς πίστεως καί τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποφεύγει τήν κηδεμονία τῆς ἐπιστημονικῆς ἀναζητήσεως καί δέν λαμβάνει θέση πάνω σέ κάθε ἐπιστημονικό ἐρώτημα. Εὐχαριστεῖ τόν Θεό πού δωρίζει στούς ἐπιστήμονες τό χάρισμα νά ἀποκαλύπτουν ἄγνωστες πτυχές τῆς θείας Δημιουργίας. Ἡ σύγχρονη ἀνάπτυξη τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν καί τῆς τεχνολογίας ἐπιφέρει ριζικές ἀλλαγές στή ζωή μας. Προσφέρει σημαντικές εὐεργεσίες ὅπως εἶναι ἡ διευκόλυνση τοῦ καθημερινοῦ βίου, ἡ ἀντιμετώπιση σοβαρῶν ἀσθενειῶν, ἡ εὐχερέστερη ἐπικοινωνία τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἔρευνα τοῦ διαστήματος κ.λπ. Παρ΄ὅλα αὐτά, ἔχει καί ποικίλες ἀρνητικές ἐπιπτώσεις, ὅπως εἶναι ἡ χειραγώγηση τῆς ἐλευθερίας, ἡ σταδιακή ἀπώλεια πολυτίμων παραδόσεων, ἡ καταστροφή τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, ἡ ἀμφισβήτηση τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν. Ἡ ἐπιστημονική γνώση, ὅσο κι ἄν ἐξελίσσεται μέ ταχύτατους ρυθμούς, δέν κινητοποιεῖ τήν βούληση τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε δίνει απάντηση στά σοβαρά ἠθικά καί ὑπαρξιακά προβλήματα, στήν ἀναζήτηση γιά τό νόημα τῆς ζωῆς καί τοῦ κόσμου. Αὐτά ἀπαιτοῦν πνευματική προσέγγιση, τήν ὁποία ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐπιχειρεῖ μέ τήν Βιοηθική πού βασίζεται στήν χριστιανική ἠθική καί στήν πατερική διδασκαλία. Ταυτόχρονα μέ τόν σεβασμό τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐπισημαίνει τούς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ὑποκρύπτονται σέ ὁρισμένα ἐπιστημονικά ἐπιτεύγματα καί τονίζει τήν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου καί τόν θεῖο του προορισμό.
8) Ἡ σημερινή οἰκολογική κρίση εἶναι προφανές ὅτι ὀφείλεται σέ πνευματικά καί ἠθικά αἴτια. Οἱ ρίζες της συνδέονται μέ τήν πλεονεξία, τήν ἀπληστία καί τόν ἐγωισμό, πού ὁδηγοῦν στήν ἀλόγιστη χρήση τῶν φυσικῶν πόρων, τήν ἐπιβάρυνση τῆς ἀτμόσφαιρας μέ ζημιογόνους ρύπους καί τήν κλιματική ἀλλαγή. Ἡ χριστιανική ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος ἀπαιτεῖ μετάνοια γιά τίς καταχρήσεις, ἐγκράτεια καί ἀσκητικό ἦθος, πού ἀποτελοῦν ἀντίδοτο στήν ὑπερκατανάλωση, συγχρόνως δέ, καλλιέργεια στόν ἄνθρωπο τῆς συνειδήσεως ὅτι εἶναι «οἰκονόμος», καί ὄχι κάτοχος τῆς δημιουργίας. Δέν παύει νά τονίζει ὅτι καί οἱ μελλοντικές γενεές ἔχουν δικαίωμα πάνω στά φυσικά ἀγαθά, πού μᾶς ἐμπιστεύθηκε ὁ Δημιουργός. Γιά αὐτό τό λόγο καί ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία συμμετέχει ἐνεργῶς στίς διάφορες διεθνεῖς οἰκολογικές προσπάθειες. Ὅρισε δέ τήν 1η Σεπτεμβρίου ὡς ἡμέρα προσευχῆς γιά τήν προστασία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος.
9) Ἀπέναντι στήν ἰσοπεδωτική καί ἀπρόσωπη ὁμογενοποίηση, ἡ ὁποία προωθεῖται μέ ποικίλους τρόπους, ἡ Ὀρθοδοξία διακηρύττει τόν σεβασμό στήν ἰδιοπροσωπία ἀνθρώπων καί λαῶν. Ἀντιτίθεται στήν αὐτονόμηση τῆς οἰκονομίας ἀπό τίς βασικές ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου καί στήν μετατροπή της σέ αὐτοσκοπό. Ἡ πρόοδος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους δέν συνδέεται μόνο μέ τήν ἀνάπτυξη τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου ἤ μέ τήν πρόοδο τῆς οἰκονομίας εἰς βάρος τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν.
10) Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ἀναμειγνύεται στήν πολιτική. Ὁ λόγος της παραμένει διακριτός ἀλλά καί προφητικός, ὡς ὀφειλετική παρέμβαση ὑπέρ τοῦ ἀνθρώπου. Τά ἀνθρώπινα δικαιώματα βρίσκονται σήμερα στό κέντρο τῆς πολιτικῆς ὡς ἀπάντηση στίς σύγχρονες κοινωνικές καί πολιτικές κρίσεις καί ἀνατροπές, ἀποβλέποντας στήν προστασία τοῦ πολίτη ἀπό τήν αὐθαιρεσία τοῦ κράτους. Ἡ Ἐκκλησία μας προσθέτει ἐπίσης τίς ὑποχρεώσεις καί εὐθύνες τῶν πολιτῶν καί τήν ἀνάγκη συνεχοῦς αὐτοκριτικῆς πολιτικῶν καί πολιτῶν πρός οὐσιαστική βελτίωση τῆς κοινωνίας. Καί κυρίως τονίζει, ὅτι τό ὀρθόδοξο δέον περί ἀνθρώπου ὑπερβαίνει τόν ὁρίζοντα τῶν καθιερωμένων ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ὅτι «μείζων πάντων» εἶναι ἡ ἀγάπη, ὅπως τήν ἀποκάλυψε ὁ Χριστός καί τήν βίωσαν ὅσοι πιστά Τόν ἀκολούθησαν. Ἐπιμένει ἀκόμη ὅτι θεμελιῶδες δικαίωμα εἶναι καί ἡ προστασία τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, δηλαδή τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως, τῆς πίστεως, τῆς λατρείας καί ὅλων τῶν ἀτομικῶν καί συλλογικῶν ἐκφράσεων αὐτῆς, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ δικαιώματος κάθε πιστοῦ καί κάθε θρησκευτικῆς κοινότητας νά τελοῦν ἐλεύθερα ἀπό κάθε κρατική παρέμβαση τά θρησκευτικά τους καθήκοντα, ὡς καί τό δικαίωμα τῆς δημόσιας διδασκαλίας τῆς θρησκείας.
11) Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπευθύνεται στούς νέους, οἱ ὁποῖοι ἀναζητοῦν πληρότητα ζωῆς γεμάτη ἐλευθερία, δικαιοσύνη, δημιουργία ἀλλά καί ἀγάπη. Τούς καλεῖ νά συνδεθοῦν συνειδητά μέ τήν Ἐκκλησία Ἐκείνου πού εἶναι ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή. Νά προσέλθουν προσφέροντας στό ἐκκλησιαστικό σῶμα τή ζωτικότητα, τίς ἀνησυχίες, τούς προβληματισμούς καί τίς προσδοκίες τους. Οἱ νέοι δέν ἀποτελοῦν ἁπλῶς τό μέλλον τῆς Ἐκκλησίας ἀλλά τό δυναμικό καί δημιουργικό παρόν ἐπί τοπικοῦ καί οἰκουμενικοῦ ἐπιπέδου.
12) Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἄνοιξε τόν ὁρίζοντά μας στή σύγχρονη πολύμορφη οἰκουμένη. Τόνισε τήν εὐθύνη μας μέσα στόν χῶρο καί τόν χρόνο, πάντοτε μέ προοπτική τήν αἰωνιότητα. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, διατηρώντας ἀλώβητο τόν Μυστηριακό καί Σωτηριολογικό της χαρακτήρα, εἶναι εὐαίσθητη στόν πόνο, στίς ἀγωνίες καί στήν κραυγή γιά δικαιοσύνη καί εἰρήνη τῶν λαῶν. Εὐαγγελίζεται «ἡμέραν ἐξ ἡμέρας τὸ σωτήριον αὐτοῦ· ἀναγγέλουσα ἐν τοῖς ἔθνεσι τὴν δόξαν αὐτοῦ, ἐν πᾶσι τοῖς λαοῖς τὰ θαυμάσια αὐτοῦ» (Ψαλμ. 95).
Ἀς δεηθοῦμε «ὁ Θεὸς πάσης χάριτος, ὁ καλέσας ὑμᾶς εἰς τὴν αἰώνιον αὐτοῦ δόξαν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ ὀλίγον παθόντας, αὐτὸς καταρτίσει ὑμᾶς, στηρίξει, σθενώσει, θεμελιώσει· αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν» (Α΄ Πετρ. 5:10,11).
† ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος, Πρόεδρος
† ὁ Ἀλεξανδρείας Θεόδωρος
† ὁ Ἱεροσολύμων Θεόφιλος
† ὁ Σερβίας Εἰρηναῖος
† ὁ Ρουμανίας Δανιήλ
† ὁ Νέας Ἰουστινιανῆς καί πάσης Κύπρου Χρυσόστομος
† ὁ Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Ἱερώνυμος
† ὁ Βαρσοβίας καί πάσης Πολωνίας Σάββας
† ὁ Τιράνων καί πάσης Ἀλβανίας Ἀναστάσιος
† ὁ Πρέσοβ καί πάσης Τσεχίας καί Σλοβακίας Ραστισλάβ
Ἀντιπροσωπεία Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου
† ὁ Καρελίας καί πάσης Φιλλανδίας Λέων
† ὁ Ταλλίνης καί πάσης Ἐσθονίας Στέφανος
† ὁ Γέρων Περγάμου Ἰωάννης
† ὁ Γέρων Ἀμερικῆς Δημήτριος
† ὁ Γερμανίας Αὐγουστῖνος
† ὁ Κρήτης Εἰρηναῖος
† ὁ Ντένβερ Ἠσαΐας
† ὁ Ἀτλάντας Ἀλέξιος
† ὁ Πριγκηποννήσων Ἰάκωβος
† ὁ Προικοννήσου Ἰωσήφ
† ὁ Φιλαδελφείας Μελίτων
† ὁ Γαλλίας Ἐμμανουήλ
† ὁ Δαρδανελλίων Νικήτας
† ὁ Ντητρόϊτ Νικόλαος
† ὁ Ἁγίου Φραγκίσκου Γεράσιμος
† ὁ Κισάμου καί Σελίνου Ἀμφιλόχιος
† ὁ Κορέας Ἀμβρόσιος
† ὁ Σηλυβρίας Μάξιμος
† ὁ Ἀδριανουπόλεως Ἀμφιλόχιος
† ὁ Διοκλείας Κάλλιστος
† ὁ Ἱεραπόλεως Ἀντώνιος, ἐπί κεφαλῆς τῶν Οὐκρανῶν Ὀρθοδόξων ἐν ΗΠΑ
† ὁ Τελμησσοῦ Ἰώβ
† ὁ Χαριουπόλεως Ἰωάννης, ἐπί κεφαλῆς τῆς Πατριαρχικῆς Ἐξαρχίας τῶν ἐν τῇ Δυτικῇ Εὐρώπῃ Ὀρθοδόξων Παροικιῶν Ρωσσικῆς Παραδόσεως
† ὁ Νύσσης Γρηγόριος, ἐπί κεφαλῆς τῶν Καρπαθορρώσσων Ὀρθοδόξων ἐν ΗΠΑ
Ἀντιπροσωπεία Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας
† ὁ Γέρων Λεοντοπόλεως Γαβριήλ
† ὁ Ναϊρόμπι Μακάριος
† ὁ Καμπάλας Ἰωνᾶς
† ὁ Ζιμπάμπουε καί Ἀγκόλας Σεραφείμ
† ὁ Νιγηρίας Ἀλέξανδρος
† ὁ Τριπόλεως Θεοφύλακτος
† ὁ Καλῆς Ἐλπίδος Σέργιος
† ὁ Κυρήνης Ἀθανάσιος
† ὁ Καρθαγένης Ἀλέξιος
† ὁ Μουάνζας Ἱερώνυμος
† ὁ Γουϊνέας Γεώργιος
† ὁ Ἑρμουπόλεως Νικόλαος
† ὁ Εἰρηνουπόλεως Δημήτριος
† ὁ Ἰωαννουπόλεως καί Πρετορίας Δαμασκηνός
† ὁ Ἄκκρας Νάρκισσος
† ὁ Πτολεμαΐδος Ἐμμανουήλ
† ὁ Καμερούν Γρηγόριος
† ὁ Μέμφιδος Νικόδημος
† ὁ Κατάγκας Μελέτιος
† ὁ Μπραζαβίλ καί Γκαμπόν Παντελεήμων
† ὁ Μπουρούντι καί Ρουάντας Ἰννοκέντιος
† ὁ Μοζαμβίκης Χρυσόστομος
† ὁ Νιέρι καί Ὄρους Κένυας Νεόφυτος
Ἀντιπροσωπεία Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων
† ὁ Φιλαδελφείας Βενέδικτος
† ὁ Κωνσταντίνης Ἀρίσταρχος
† ὁ Ἰορδάνου Θεοφύλακτος
† ὁ Ἀνθηδῶνος Νεκτάριος
† ὁ Πέλλης Φιλούμενος
Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Σερβίας
† ὁ Ἀχρίδος καί Σκοπίων Ἰωάννης
† ὁ Μαυροβουνίου καί Παραθαλασσίας Ἀμφιλόχιος
† ὁ Ζάγκρεμπ καί Λιουμπλιάνας Πορφύριος
† ὁ Σιρμίου Βασίλειος
† ὁ Βουδιμίου Λουκιανóς
† ὁ Νέας Γκρατσάνιτσας Λογγῖνος
† ὁ Μπάτσκας Εἰρηναῖος
† ὁ Σβορνικίου καί Τούζλας Χρυσόστομος
† ὁ Ζίτσης Ἰουστῖνος
† ὁ Βρανίων Παχώμιος
† ὁ Σουμαδίας Ἰωάννης
† ὁ Μπρανιτσέβου Ἰγνάτιος
† ὁ Δαλματίας Φώτιος
† ὁ Μπίχατς καί Πέτροβατς Ἀθανάσιος
† ὁ Νίκσιτς καί Βουδίμλιε Ἰωαννίκιος
† ὁ Ζαχουμίου καί Ἑρζεγοβίνης Γρηγόριος
† ὁ Βαλιέβου Μιλούτιν
† ὁ ἐν Δυτικῇ Ἀμερικῇ Μάξιμος
† ὁ ἐν Αὐστραλίᾳ καί Νέᾳ Ζηλανδίᾳ Εἰρηναῖος
† ὁ Κρούσεβατς Δαυΐδ
† ὁ Σλαυονίας Ἰωάννης
† ὁ ἐν Αὐστρίᾳ καί Ἑλβετίᾳ Ἀνδρέας
† ὁ Φραγκφούρτης καί ἐν Γερμανίᾳ Σέργιος
† ὁ Τιμοκίου Ἱλαρίων
Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Ρουμανίας
† ὁ Ἰασίου καί Μολδαβίας καί Μπουκοβίνης Θεοφάνης
† ὁ Σιμπίου καί Τρανσυλβανίας Λαυρέντιος
† ὁ Βάντ, Φελεάκ καί Κλούζ καί Κλούζ, Ἄλμπας, Κρισάνας καί Μαραμοῦρες Ἀνδρέας
† ὁ Κραϊόβας καί Ὀλτενίας Εἰρηναῖος
† ὁ Τιμισοάρας καί Βανάτου Ἰωάννης
† ὁ ἐν Δυτικῇ καί Νοτίῳ Εὐρώπῃ Ἰωσήφ
† ὁ ἐν Γερμανίᾳ καί Κεντρικῇ Εὐρώπῃ Σεραφείμ
† ὁ Τιργοβιστίου Νήφων
† ὁ Ἄλμπα Ἰούλια Εἰρηναῖος
† ὁ Ρώμαν καί Μπακάου Ἰωακείμ
† ὁ Κάτω Δουνάβεως Κασσιανός
† ὁ Ἀράντ Τιμόθεος
† ὁ ἐν Ἀμερικῇ Νικόλαος
† ὁ Ὀράντεα Σωφρόνιος
† ὁ Στρεχαΐας καί Σεβερίνου Νικόδημος
† ὁ Τουλσέας Βησσαρίων
† ὁ Σαλάζης Πετρώνιος
† ὁ ἐν Οὑγγαρίᾳ Σιλουανός
† ὁ ἐν Ἰταλίᾳ Σιλουανός
† ὁ ἐν Ἱσπανίᾳ καί Πορτογαλίᾳ Τιμόθεος
† ὁ ἐν Βορείῳ Εὐρώπῃ Μακάριος
† ὁ Πλοεστίου Βαρλαάμ, Βοηθός παρά τῷ Πατριάρχῃ
† ὁ Λοβιστέου Αἰμιλιανός, Βοηθός παρά τῷ Ἀρχιεπισκόπῳ Ριμνικίου
† ὁ Βικίνης Ἰωάννης Κασσιανός, Βοηθός παρά τῷ Ἀρχιεπισκόπῳ ἐν Ἀμερικῇ
Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Κύπρου
† ὁ Πάφου Γεώργιος
† ὁ Κιτίου Χρυσόστομος
† ὁ Κυρηνείας Χρυσόστομος
† ὁ Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος
† ὁ Μόρφου Νεόφυτος
† ὁ Κωνσταντίας - Ἀμμοχώστου Βασίλειος
† ὁ Κύκκου καί Τηλλυρίας Νικηφόρος
† ὁ Ταμασοῦ καί Ὀρεινῆς Ἠσαΐας
† ὁ Τριμυθοῦντος καί Λευκάρων Βαρνάβας
† ὁ Καρπασίας Χριστοφόρος
† ὁ Ἀρσινόης Νεκτάριος
† ὁ Ἀμαθοῦντος Νικόλαος
† ὁ Λήδρας Ἐπιφάνιος
† ὁ Χύτρων Λεόντιος
† ὁ Νεαπόλεως Πορφύριος
† ὁ Μεσαορίας Γρηγόριος
Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Ἑλλάδος
† ὁ Φιλίππων, Νεαπόλεως καί Θάσου Προκόπιος
† ὁ Περιστερίου Χρυσόστομος
† ὁ Ἠλείας Γερμανός
† ὁ Μαντινείας καί Κυνουρίας Ἀλέξανδρος
† ὁ Ἄρτης Ἰγνάτιος
† ὁ Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καί Σουφλίου Δαμασκηνός
† ὁ Νικαίας Ἀλέξιος
† ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος
† ὁ Σάμου καί Ἰκαρίας Εὐσέβιος
† ὁ Καστορίας Σεραφείμ
† ὁ Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ Ἰγνάτιος
† ὁ Κασσανδρείας Νικόδημος
† ὁ Ὕδρας, Σπετσῶν καί Αἰγίνης Ἐφραίμ
† ὁ Σερρῶν καί Νιγρίτης Θεολόγος
† ὁ Σιδηροκάστρου Μακάριος
† ὁ Ἀλεξανδρουπόλεως Ἄνθιμος
† ὁ Νεαπόλεως καί Σταυρουπόλεως Βαρνάβας
† ὁ Μεσσηνίας Χρυσόστομος
† ὁ Ἰλίου, Ἀχαρνῶν καί Πετρουπόλεως Ἀθηναγόρας
† ὁ Λαγκαδᾶ, Λητῆς καί Ρεντίνης Ἰωάννης
† ὁ Νέας Ἰωνίας καί Φιλαδελφείας Γαβριήλ
† ὁ Νικοπόλεως καί Πρεβέζης Χρυσόστομος
† ὁ Ἱερισσοῦ, Ἁγίου Ὄρους καί Ἀρδαμερίου Θεόκλητος
Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Πολωνίας
† ὁ Λούτζ καί Πόζναν Σίμων
† ὁ Λούμπλιν καί Χέλμ Ἄβελ
† ὁ Μπιαλύστοκ καί Γκντάνσκ Ἰάκωβος
† ὁ Σιεμιατίτσε Γεώργιος
† ὁ Γκορλίτσε Παΐσιος
Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Ἀλβανίας
† ὁ Κορυτσᾶς Ἰωάννης
† ὁ Ἀργυροκάστρου Δημήτριος
† ὁ Ἀπολλωνίας καί Φίερ Νικόλαος
† ὁ Ἐλμπασάν Ἀντώνιος
† ὁ Ἀμαντίας Ναθαναήλ
† ὁ Βύλιδος Ἄστιος
Ἀντιπροσωπεία Ἐκκλησίας Τσεχίας καί Σλοβακίας
† ὁ Πράγας Μιχαήλ
† ὁ Σούμπερκ Ἠσαΐας
† ὁ Ἑλβετίας Ἱερεμίας, ἐπί κεφαλῆς τῆς Πανορθοδόξου Γραμματείας τῆς Ἁγίας και Μεγάλης Συνόδου

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ: Δεν τίθεται θέμα αυτονομίας των "Νέων Χωρών"

Ἀνακοινωθέν (22/06/2016)

Σήμερον, Τετάρτην, 22αν Ἰουνίου 2016, συζητουμένου ἐνώπιον τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τοῦ θέματος τοῦ Αὐτονόμου, ἐπί σχετικῇ δέ προτάσει τροπολογίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαῖος διεβεβαίωσεν ὅτι τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον οὐδεμίαν πρόθεσιν ἔχει νά χορηγήσῃ αὐτονομίαν εἰς τάς Μητροπόλεις τῶν λεγομένων Νέων Χωρῶν καί ὅτι αὗται ὑπάγονται πάντοτε κανονικῶς καί πνευματικῶς ὑπό τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, ἡ δέ διοίκησις αὐτῶν ἔχει ἐκχωρηθῆ ἐπιτροπικῶς εἰς τήν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, τήν ὁποίαν ἡ Α. Θ. Παναγιότης καί ηὐχαρίστησε διά τήν τοιαύτην ἐξυπηρέτησιν πρός τήν Μητέρα Ἐκκλησίαν. 

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου

Η Εκκλησία. Ο Χριστός. Το Άγιο Πνεύμα. Εμείς.

Του αναπληρωτή καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ π. Ιωάννη Σκιαδαρέση

1. Η περίοδος πριν από το Πάσχα, την οποία η εκκλησία ονομάζει Μ. Τεσσαροκοστή, με αποκορύφωμα την Μ. Εβδομάδα, είναι παιδεία άσκησης κατά της αμαρτίας και του αντίθεου πνεύματος. Παιδεία για να μάθουμε να πεθαίνουμε ως προς ό,τι μας αποξενώνει από τον εαυτό μας, το συνάνθρωπο, την κτίση όλη και τελικά τον Θεό. Κι αν συμβεί αυτό, αν δηλαδή ασκηθούμε κατά πως ορίζει η εκκλησία μας, τότε βρίσκουμε την καρδιά μας, η οποία από μόνη της έχει την αίσθηση του Θεού. Από αυτή την αίσθηση απορρέει και η αίσθηση έναντι του αδελφού και του εαυτού μας και της υπόλοιπης κτίσης. Η παιδεία αυτή είναι επώδυνη. Είναι ένας συνταφιασμός με τον Χριστό και γίνεται για χάρη μιας κρείττονος αναστάσεως, την οποία μας υποσχέθηκε και μας έδωσε ο Χριστός.

2. Την Κυριακή της Αναστάσεως βιώνουμε μια έκρηξη χαράς. Ζούμε ένα πανηγύρι θριάμβου και αγάπης. Γιατί η ζωή νίκησε το θάνατο. Ο Χριστός νίκησε τον Άδη, κατέλυσε το κράτος του και ηγέρθη εκ των νεκρών, ως θεάνθρωπος. Και αφού ο Χριστός τα έκανε όλα αυτά ως θεάνθρωπος είναι σαφές ότι μαζί του, με τη δική του ανάσταση, εγείρεται και ο ενσωματωθείς σ’ αυτόν άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, που πριν ασκήθηκε στο θάνατο. Μαζί του δηλαδή αναστηθήκαμε και εμείς, που συμπορευθήκαμε στην πορεία του προς το πάθος και το σταυρό.

Όμως κι αν αναστηθήκαμε δεν γίναμε ακόμη αυτό, για το οποίο προοριζόμαστε. Δεν γίναμε άγιοι. Δεν μορφώθηκε ακόμη μέσα μας ο Χριστός. Λείπει κάτι. Μάλλον λείπει κάποιος, που μορφώνει μέσα μας τον Χριστό. Που ζωγραφίζει, εγγράφει μέσα μας, και στην ύπαρξή μας όλη, τον Χριστό. Γιατί όλη η υπόθεση είναι να μορφωθεί μέσα μας ο Χριστός. Θυμηθείτε το λόγο του Παύλου : «τεκνία μου, ους πάλιν ωδίνω, άχρις ού μορφωθεί Χριστός εν υμίν» (Γαλ 4,19). Γι’ αυτό, ως μέλη του σώματος του Χριστού, με βάση την ανάστασή του, προσβλέπουμε, με την εντολή του, προς αυτόν που τον μορφώνει μέσα μας. Και αυτός δεν είναι άλλος από τον Παράκλητο. Γι’ αυτό:

3. Από την Κυριακή κιόλας της Αναστάσεως ανοίγει, στη λατρευτική ζωή της εκκλησίας μας, καινούρια περίοδος. Καινούρια φάση στη διαδικασία του αγιασμού μας. Αν η περίοδος της Σαρακοστής ήταν μια παιδεία άσκησης, η καινούρια αυτή φάση είναι παιδεία ελπίδας. Παιδεία, η οποία καλλιεργεί στους πιστούς τη λαχτάρα του Αγίου πνεύματος. Του άλλου Παρακλήτου. Αυτό θα πεί ότι όλη την περίοδο του Πεντηκοσταρίου (από της Αναστάσεως ώς την Πεντηκοστή) διψάμε να ποτιστούμε από νάματα ευσεβείας. Θυμηθείτε : «Μεσούσης της εορτής διψώσαν μου την ψυχήν ευσεβείας πότισον νάματα».Νάματα ευσεβείας δεν είναι παρά η δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Όλη, λοιπόν, την περίοδο από το Πάσχα ώς σήμερα η εκκλησία, με τις ευαγγελικές και αποστολικές περικοπές και τους ύμνους της, καλλιεργεί τον πόθο για τη λήψη του Αγίου Πνεύματος. Του Πνεύματος που θα κάνει ενεργείς-χειροπιαστές, ελέγξιμες- στη δική μας ύπαρξη τις συνέπειες της ανάστασης του Κυρίου. Θα θερμάνει την καρδιά μας, θα φωτίσει το νου μας και θα μας συνάψει αιώνια με τον Χριστό.

Τον ερχομό αυτού του Πνεύματος γιορτάζουμε από χθες. Κι από απόψε (σύμφωνα με την τακτική της εκκλησίας μας, μετά από κάποιο σωτήριο γεγονός να τιμούμε το πρόσωπο που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ αυτό) επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας στο Πρόσωπό του. Που είναι ισότιμο με τον Πατέρα και τον Υιό. Που είναι συμπροσκυνούμενο και συνδοξαζόμενο με τον Πατέρα και τον Υιό. Που είναι η λαχτάρα των πιστών. Που είναι πια παρόν από χθες. Ο Χριστός, άλλωστε, ο αδιάψευστος δάσκαλος και παροχεύς, το είχε υποσχεθεί: είπε, «ουκ αφήσω υμάς ορφανούς..» (Ιω 14,18) λίγο πριν αποχωρισθεί τους πονεμένους μαθητές.

Γιατί όμως το λαχταρούμε; Γιατί προσβλέπουμε σ’ αυτό;

Το λαχταρούμε γιατί ο Χριστός, που είναι ο κατ’ εξοχήν απόστολος του Θεού ( Εβρ3,1) και ταυτόχρονα πηγή και φορέας της αποκάλυψης, μας είπε, κατά τη διάρκεια της εδώ ορατής παρουσίας του, πολλά για το Άγιο Πνεύμα. Πρόβαλε το Πρόσωπό του πολύ. Προδιέγραψε, με έντονα χρώματα, το ευεργετικό για μας και την κτίση έργο του.

α) Και πρώτα -πρώτα με το να πει ότι δεν θα μας αφήσει ορφανούς, ότι δηλαδή θα στείλει άλλον Παράκλητον, το Άγιο Πνεύμα, δήλωσε παραστατικότατα ότι το Άγιο Πνεύμα είναι η μόνιμη συντροφιά μας, ο παρηγορητής μας, ο γλυκασμός μας. Αυτός που θα μας παραμυθεί ώς τη συντέλεια του αιώνα. Ταυτόχρονα όμως μας είπε ότι είναι και ο συνήγορός μας, ο υπερασπιστής μας την ώρα που διαβαλλόμεθα από τον διάβολο. Και έτι περισσότερο θα είναι ο συνήγορός μας την ώρα της κρίσης μας. Με άλλα λόγια, το Άγιο Πνεύμα θα είναι ο συνήγορός μας κατά την καθημερινή, την ενθαδική κρίση, που ως άνθρωποι υφιστάμεθα, πράττοντας ή αρνούμενοι τις εντολές του Θεού αλλά και κατά την έσχατη, όπου θα κριθούμε για το σύνολο της ζωής μας.

Συνεπώς, το Άγιο Πνεύμα δεν είναι: μια ιδέα. Μια απρόσωπη φυσική-ζωϊκή δύναμη. Μια ανώτερη λειτουργία, σαν τις ανώτερες λειτουργίες του ανθρώπου. Ένα γνωσιολογικό στοιχείο-όργανο. Ένα εκστατικό ενθουσιαστικό φαινόμενο. Αλλά : Πρόσωπο που συντροφεύει. Γλυκαίνει. Υπερασπίζεται. Θέλει. Ενεργεί.

Πράγματι και ποιος δεν το καταλαβαίνει ότι μόνο αν έχουμε λάβει το Πνεύμα, αν έχουμε λάβει τη χάρη της Πεντηκοστής, μπορούμε να ζούμε εδώ και τώρα ως πρόσωπα στο φως. Να είμαστε πνευματοκίνητοι. Με συνέπεια και στα έσχατα να μπορέσουμε να ατενίσουμε την ομορφιά και το κάλλος του προσώπου του Χριστού και να μη υποστούμε την κρίση του.

Τι άλλο βασικό είπε ο Χριστός για το Άγιο Πνεύμα; Είπε:

β) ότι εκείνο θα μας οδηγήσει «εις πάσαν την αλήθειαν» (1ω16,13) . Αυτό θα πει: ότι θα μας οδηγήσει σε αυτό που δεν ξεχνιέται, που δεν περιπίπτει σε λήθη. Σ’ αυτό που δεν πρέπει να διαγραφεί από τον ορίζοντά μας. Σ’ αυτό που είναι από την αρχή της δημιουργίας μας ο στόχος μας: Η θεωρία του προσώπου του Χριστού και η κατά χάρη μετοχή στη δόξα του και στο φως του μέσα στο οποίο κατοικεί.

Είναι λοιπόν χειραγωγός μας το Άγιο Πνεύμα. Χειραγωγός που οδηγεί στο πλήρωμα της γνώσης και της αγάπης του Χριστού. Χειραγωγός πού ελκύει τον άνθρωπο, που ελεύθερα θέλει να πορευθεί προς τον Χριστό. Με τη δική του χειραγωγία οι μαθητές, μετά την ανάσταση, αναδρομικά, κατενόησαν πλήρως το πρόσωπο και το έργο του Χριστού. Θυμηθείτε τα λόγια του Ιωάννη: «ταύτα (όσα συνέβησαν κατά την θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα) ουκ έγνωσαν οι μαθηταί αυτού το πρώτον, αλλ’ ότε εδοξάσθη ο Ιησούς, τότε εμνήσθησαν ότι ταύτα ην επ’ αυτώ γεγραμμένα..» Ιω 12,16. Θυμηθείτε επίσης τι λέει ο Χριστός στον Πέτρο το βράδυ του Μ. Δείπνου: «ο εγώ ποιώ, συ ουκ οίδας άρτι. Γνώση δε μετά ταύτα» (Ιω 13,7). Μετά δηλαδή τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος (μετά την Πεντηκοστή) ο Πέτρος και οι λοιποί θα κατανοήσουν και θα ερμηνεύσουν ό,τι έγινε το βράδυ της Μ. Πέμπτης. Θυμηθείτε κυρίως το «εν εκείνη τη ημέρα (ημέρα που θα λάβετε το άγιο Πνεύμα ) γνώσεσθε υμείς ότι εγώ εν τω πατρί μου και υμείς εν εμοί κ’αγώ εν υμίν» (Ιω 14,20), που ο Χριστός λέγει προς τους μαθητές του κατά τον αποχαιρετιστήριο λόγο του μετά το Δείπνο.

Είναι λοιπόν το Άγιο Πνεύμα πρόσωπο, όχι κάποια δύναμη απρόσωπη. Πρόσωπο, που παραπέμπει σε άλλο πρόσωπο, το πρόσωπο του Χριστού. Δεν είναι κάποια δύναμη, που καλλιεργεί τη διανοητική μνήμη. Αλλά ξαναλέμε είναι πρόσωπο που υπομνηματίζει, θυμίζει και πάνω απ’ όλα κάνει τον Χριστό προσιτό και οικείο στους ανθρώπους, τους φέρνει σε κοινωνία. Έτσι μόνο μπορούμε και ομολογούμε τον Χριστό.

Είναι πρόσωπο, που «άγαν άπτει (ανάβει φωτιές στην καρδιά) και συνάπτει» τον πιστό με τον Κύριο. Πρώτιστα με μια καρδιακή προσευχή. Και μια καρδιακή προσευχή, καρπός της επενεργείας του Αγίου Πνεύματος, ανοίγει τα μάτια μας να δούμε πόσο αχρειωθήκαμε. Πόσο φτωχύναμε. Πόσο ξένοι από τον Θεό είμαστε. Δημιουργεί σεισμό μέσα μας που γκρεμίζει και μεταθέτει όλα τα «σαλεύομενα» «ίνα μείνη τα μη σαλεύομενα» (Εβρ 12, 27).Έπειτα έρχεται η αύρα. Κι ύστερα η πύρινη φλόγα, η οποία ενοποιεί και αγιάζει τη φύση μας.

Τα προηγούμενα σημαίνουν ότι:

γ) χωρίς το Πνεύμα δεν μπορούμε να ομολογούμε τον Χριστό, ως Κύριο. Δεν μπορούμε να προσευχόμαστε. Γιατί όπως λέει ο Παύλος στην εκκλησία των Ρωμαίων «το γαρ τι προσευξώμεθα καθό δει ουκ οίδαμεν, αλλ’ αυτό το πνεύμα υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ 8,26). Στην κυριολεξία εκείνο, το Άγιο Πνεύμα, προσεύχεται υπέρ ημών. Όταν δηλαδή προσευχόμαστε εμείς, η εν ημίν θεότητα (το Άγιο Πνεύμα) στρέφεται (προσεύχεται) προς την ίδια τη θεότητα υπέρ ημών. Εκείνο επικαλείται το όνομα του Χριστού, «το υπέρ παν όνομα» (Φιλιπ. 2,11). Και δεν «εντυγχάνει» (μεσιτεύει) απλά υπέρ ημών, αλλά «υπερεντυγχάνει στεναγμοίς αλαλήτοις». Δεν σταματάει να μεσιτεύει για μας, με στεναγμούς που δεν μπορούν να εκφραστούν με λέξεις. Έτσι το Άγιο Πνεύμα συμμερίζεται το στεναγμό και τη λαχτάρα όλου του κόσμου για την απαλλαγή του από την αμαρτία. Ο Θεός δηλαδή αντί να ικετεύεται και να θερμοπαρακαλείται από τον ένοχο άνθρωπο, ικετεύει και θερμοπαρακαλεί όλη την Θεότητα -δια του εν ημίν Αγίου Πνεύματος (που μας δίδεται δια του Αγίου Βαπτίσματος)-γι’ αυτόν τον ένοχο και αποστάτη άνθρωπο.

δ) Αυτό, το Άγιο Πνεύμα, λέει περαιτέρω ο Χριστός «εκ του εμού λήψεται και αναγγελεί υμίν» (Ιω 16,13-15). Αυτό θα πει ότι, όπως ο Υιός λαμβάνει από τον Πατέρα και μιλάει γι’ αυτόν, όπως ο Υιός αποκαλύπτει τον Πατέρα, έτσι το Άγιο Πνεύμα μιλάει στην καρδιά του πιστού από τον Υιό για τον Υιό. Εργάζεται για τον Υιό. Με άλλα λόγια, όπως θα πει και ο Παύλος, το Άγιο Πνεύμα εργάζεται, υπενθυμίζοντας διαρκώς τον Υιό, ώστε να ζωγραφίζεται η εικόνα του Υιού μέσα στον πιστό. Να αποκτήσει δηλαδή ο πιστός το είδος, τη μορφή του Χριστού. Με άλλα λόγια, ώσπου να γίνουν οι πιστοί σύμμορφοι του Χριστού, να γίνουν δηλαδή άγιοι.

Συνεπώς, το Άγιο Πνεύμα από τη μια τελεί σε ένα βαθύ σύνδεσμο με τον Χριστό κι από την άλλη προκαλεί ακατάπαυστα μια βαθειά σύνδεση του πιστού με τον Υιό. Τελικά όλα ανάγονται δια του Πνεύματος στον Υιό. Συνεχής είναι η μαρτυρία του Πνεύματος για τον Υιό. Και διαρκής είναι η εργασία του πάνω στους πιστούς, προκειμένου αυτοί να συνδεθούν με τον Χριστό. Με στόχο να γίνουν οι άνθρωποι άγιοι. Το σπέρμα να γίνει δέντρο…..

Και εδώ ακριβώς συμβαίνει το εξής υπέροχο και πολύτιμο:

ε) Οι άγιοι είναι αυτοί που, με τη σειρά τους, θα μαρτυρήσουν εντός της ιστορίας για το Άγιο Πνεύμα. Για την υπόστασή του. Αυτοί θα αποκαλύπτουν και θα παραπέμπουν διαρκώς τον κόσμο όλο στο Άγιο Πνεύμα. Έτσι κανένα πρόσωπο της Αγίας Τριάδος δεν μένει αμάρτυρο μέσα στην ιστορία.

Είναι μια μεγαλειώδης υποχώρηση αυτό που γίνεται εκ μέρους του Αγίου Πνεύματος, έναντι των ανθρώπων. Και θα έλεγα και έναντι των λοιπών κτισμάτων: Να γίνονται αυτοί (οι άγιοι) και αυτά (τα κτίσματα) ουσιαστικά το πρόσωπο του Αγίου Πνεύματος. Υποχωρεί εκείνο και αφήνει τον άγιο να είναι αυτός ή να αποκαλύπτει αυτός το δικό του πρόσωπο. Αφήνει το περιστέρι να εικονίσει το πρόσωπό του. Αφήνει την πύρινη γλώσσα να εικονίσει το πρόσωπό του ή τη λεπτή αύρα ή τη βίαιη πνοή.

Καλύτερη κτισιολογία και οικολογία από αυτή δεν υπάρχει !

Μα εδώ μας ενδιαφέρει κυρίως ο άγιος, αυτός που σέρνει το χορό όλων των κτισμάτων.

Είναι αλήθεια πως ο άγιος, που είναι καρπός της δράσης του Αγίου Πνεύματος εντός της εκκλησίας, γίνεται κάτοπτρο του αγίου Πνεύματος. Αποκτά καρδιά καινή και νουν καινό. Δηλαδή τα ζωτικά όργανα, καρδιά και νους, από απλά όργανα υποδοχής και διοχέτευσης αίματος, τα έχει μεταποιήσει και μεταποιεί σε τόπο και κατοικία Θεού. (Στον όρθρο της εορτής θα ακούσουμε ότι το άγιο Πνεύμα κτίζει «αποστολικάς καρδίας καθαράς»). Έχει αφοβία για το θάνατο. Είναι ένα μεγαλείο, μέσα στη βαθειά του ταπείνωση. Γίγαντας μέσα στη συστολή του. Μένει ξένος στη μιζέρια, στο παράπονο, στο γογγυσμό, όσους σταυρούς κι αν σηκώνει. Αποδεικνύεται άρχοντας στη σχέση του με τους άλλους, βάζοντάς τους όλους πάνω από τον εαυτό του. Όπως θα πει ο Ιώβ, ο άγιος- εξαιτίας του Αγίου Πνεύματος που υπάρχει μέσα του, ως αρραβώνας και προδώρημα – γίνεται«κατεντευτής ενώπιον του Θεού» (Ιώβ 7,20). Τον βλέπει και συνομιλεί μαζί του, όπως μιλάει ο φίλος με το φίλο του. Φτάνει μάλιστα σε σημείο να ερίζει μαζί του για τη σωτηρία του άλλου. Πάνω απ’ όλα, όμως, κατοπτεύει το κάλλος του. Και, κατά συνέπεια, αντανακλά τη δόξα του. Όπως ο Μωυσής στο Σινά, όπως οι μαθητές στο Θαβώρ. Γίνεται, όπως είπαμε πιο πάνω, κάτοπτρό του.

Ο Χριστός είπε κάποτε στους Ιουδαίους, ότι χωρίς τον Χριστό θα αποθάνουν «εν ταις αμαρτίαις αυτών» (Ιω 8,24). Αλλά και χωρίς το Άγιο Πνεύμα ο κόσμος είναι συμβατικά κόσμος. Είναι ουσιαστικά άσχημος. Ζει στη διαίρεση. Αυτή συντηρεί. Αυτή προάγει. Ό,τι θεωρεί πνευματικό είναι μια καρικατούρα του πνεύματος. Είναι στην ουσία νεκρός. Και όζει. Μόνο με το άγιο Πνεύμα, αποκτά νόημα και προοπτκή. Γίνεται αυτό, για το οποίο πλάστηκε. Ένας παράδεισος. Ένα μεγαλείο.

Τέλος –κι αυτό ας το κρατήσουμε ιδιαίτερα – με την παρουσία και την δράση του Αγίου Πνεύματος γονιμοποιείται και αυξάνει εντός της ιστορίας ὀ άνθρωπος και η δημιουργία όλη. Κατά το πρότυπο της Παναγίας μας. Της κυρίας του κόσμου και του νησιού μας, που απόψε κι αύριο γιορτάζουμε. Όπως εκείνη συνέλαβε –δι’ Αγίου Πνεύματος –και γέννησε το Χριστό, την άνοιξη όλου του κόσμου έτσι και το Άγιο Πνεύμα γονιμοποιεί και αναγεννάει τον πιστό, που είναι επίσης η άνοιξη μέσα στον χειμώνα του κόσμου τούτου και προάγγελος της άνοιξης των εσχάτων και της πλούσιας καρποφορίας αγίων στα έσχατα.

Αυτήν την καρποφορία θα γιορτάσουμε την επόμενη Κυριακή, την Κυριακή των Αγίων Πάντων.

Επαναφορά “τρίτης ανάθεσης” σε εκπαιδευτικούς

Την επαναφορά της δυνατότητας τρίτης ανάθεσης σε εκπαιδευτικούς για τη διδασκαλία μαθημάτων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, προβλέπει διάταξη τροπολογίας που κατέθεσε, προς ψήφιση, στη Βουλή, ο υπουργός Παιδείας Νίκος Φίλης, σε νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού.

Πηγή: ESOS