Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΣ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Ὁμιλία 
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος 
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου 
κ. κ. Βαρθολομαίου 
κατὰ τὴν Παρουσίασιν 
τῆς εἰς τὴν Τουρκικὴν Γλῶσσαν Μεταφράσεως 
τοῦ Βίου τοῦ Ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου 
(Σισμανόγλειον Μέγαρον, 15 Ἰουνίου 2015) 


Ἱερώτατοι ἅγιοι ἀδελφοί, 
Ἐντιμότατε κύριε Γενικὲ Πρόξενε, 
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητὰ, 
Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ ἡμεῖς προσωπικῶς μὲ πολλὴν χαρὰν καὶ συγκίνησιν ὑποδεχόμεθα ἀπόψε τὴν μετάφρασιν εἰς τὴν τουρκικὴν γλῶσσαν τοῦ βίου τοῦ ἐκ Φαράσων τῆς Καππαδοκίας καταγομένου Ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, τῆς μεγάλης αὐτῆς συγχρόνου πνευματικῆς μορφῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ συμπάσης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ἀνεγράφη προσφάτως εἰς τὸ Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατόπιν ἐπισήμου ἀποφάσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, διερμηνεύσαντος τοιουτοτρόπως τὴν συνείδησιν τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας μας περὶ τῆς ἁγιότητος αὐτοῦ. 
Καὶ λέγομεν μὲ συγκίνησιν, διότι ἡ ἀποψινὴ ἐκδήλωσις διὰ τὴν ἐπίσημον κυκλοφορίαν τῆς μεταφράσεως ταύτης πραγματοποιεῖται εἰς μίαν εὐτυχῆ συγκυρίαν: Δηλαδή, ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπιστροφήν μας ἀπὸ τὸ καθιερωμένον ἐτήσιον προσκύνημά μας εἰς τὴν Καππαδοκίαν, τὸν τόπον τῆς καταγωγῆς αὐτοῦ, καί, δεύτερον, ἀμέσως μετὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Συνάξεως τῶν Ἀθωνιτῶν Πατέρων, ἡ ὁποία ἑωρτάσθη μὲ ἐπισημότητα χθὲς εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ πρώτην φορὰν ἐμνημονεύθη μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὁ Ἅγιος Παΐσιος, ἀναγνωσθείσης μάλιστα καὶ τῆς ἡμετέρας σχετικῆς Πατριαρχικῆς καὶ Συνοδικῆς Πράξεως εἰς τὸν πανίερον Ναὸν τοῦ Πρωτάτου εἰς Καρυὰς Ἁγίου Ὄρους. 
Ὁ Ἅγιος Παΐσιος, φέρων τὴν διπλῆν ἰδιότητα τοῦ Ἁγιορείτου καὶ τοῦ Καππαδόκου, συνεχίζει τὴν περίφημον ἀσκητικὴν καππαδοκικὴν παράδοσιν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἀρχήν της εἰς τὸν Μέγαν Βασίλειον καὶ ἐκτείνεται μέχρι τῶν ἡμερῶν τοῦ περιφήμου Χατζηγεώργη καὶ τοῦ ἀναδόχου τοῦ ἁγίου, Ὁσίου Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκου. 
Ἔχοντες εἰς τὴν καρδίαν μας νωπὰς τὰς μνήμας ἐκ τοῦ προσφάτου προσκυνήματός μας εἰς τὸν τόπον καταγωγῆς τοῦ Ἁγίου,ὅλας δὲ τὰς αἰσθήσεις μας πεπληρωμένας ἐκ τῆς πνευματικῆς εὐωδίας τῆς ἁγιοτόκου Καππαδοκίας, θέλομεν νὰ καταστήσωμεν ὅλους ἐσᾶς κοινωνοὺς τῆς ἐνισχύσεως καὶ τῆς ἐκ Θεοῦ παρηγορίας τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἐκ τῆς ἐνοικούσης εἰς τούς «σμικροὺς καὶ ἀπεράντους χώρους τῆς Καππαδοκίας» Θείας Χάριτος καὶ μαρτυρίας καὶ μαρτυρίου καὶ θυσίας καὶ κενώσεως καὶ δακρύων καὶ προσευχῆς καὶ κατατρεγμῶν καὶ συμφορῶν μέχρι τοῦ «ἐξαπορηθῆναι καὶ τοῦ ζῆν» τὰς ἐκεῖ ὀρθοδόξους γενεάς. 
Ὁ τόπος αὐτὸς μὲ πολλὴν ἁπλότητα ἐδέχθη τὴν κλῆσιν τοῦ Θεοῦ, τὸν εὐαγγελικὸν σπόρον, καὶ ἀκολουθῶν ὀπίσω τοῦ Κυρίου «διὰ τῆς στενῆς πύλης» (Λουκ. ιγ´ 24), «ἐποίησε καρπὸν ἑκατονταπλασίονα» (Λουκ. η´ 8), ἄνθη εὐλαβείας, ὀνομαστοὺς Ἁγίους, ἀλλὰ καὶ ἀνωνύμους ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, φορεῖς τῆς ἀσκητικῆς παραδόσεως τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁμολογητὰς καὶ ἐγκρατευτάς, πνεύματα δικαίων τετελειωμένα, τὰ ὁποῖα, ἀναμφιβόλως, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν διακοπὴν τῆς ἐπὶ αἰῶνας συνεχοῦς ὀρθοδόξου παρουσίας εἰς αὐτόν, δὲν παύουν νὰ μεσιτεύουν πρὸς Θεὸν ὑπὲρ τῶν ἀπογόνων των καὶ κληρονόμων τῶν τιμημένων παραδόσεών των, ὑπὲρ τῶν ἐδαφῶν αὐτῶν τὰ ὁποῖα ἐπότισαν μὲ τοὺς ἱδρῶτας τῶν μόχθων καὶ μὲ τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς των, ὄχι σπανίως δὲ καὶ μὲ τὸ μαρτύριον ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς εἰς Αὐτὸν Πίστεως.
Δοξάζοντες τὸν Θεὸν διὰ τὴν εὐλογίαν νὰ ἔχωμεν εἰς τὴν κληρουχίαν μας τὸν εὐλογημένον αὐτὸν τόπον, τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μας ἀναθέτομεν εἰς τὴν ἀγάπην Του καὶ εἰς τὴν μεσιτείαν τῶν Ἁγίων τῆς Καππαδοκίας: Ἰωάννου τοῦ Ρώσσου, Γεωργίου τοῦ Νεαπολίτου, Νεομάρτυρος Θεοχάρους τοῦ Νεαπολίτου, Ἀρσενίου καὶ Παϊσίου, τοῦ Ἁγιορείτου. Ἀκόμη, οἱ Μεγάλοι Καππαδόκαι Πατέρες Βασίλειος ὁ Μέγας, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ Γρηγόριος ὁ Νύσσης, ἡ Ὁσία Μακρίνα καὶ ἄλλοι, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα Κύριος οἶδε, δὲν σταματοῦν νὰ εὑρίσκωνται καὶ νὰ σκέπουν τοὺς χώρους εἰς τοὺς ὁποίους ἐγεννήθησαν, νὰ ἐνισχύουν τὴν ἐλπίδα μας, ὅτι «νῦν καὶ ἀεί» θὰ συνεχίζεται ἡ ἀένναος μαρτυρία, διὰ ὁρατῶν καὶ ἀοράτων, δι᾿ ἀγγέλων καὶ δι᾿ ἀνθρώπων, καὶ ἡ τέλεσις τῆς Θείας Λειτουργίας εἰς τοὺς φυσικοὺς χώρους, ὅπου ἡγίασαν ἐκεῖνοι καὶ ἡγίασαν καὶ τοὺς χώρους, τῆς Ἁγίας Καππαδοκίας, θὰ ἐλέγομεν. 
Μὲ συγκίνησιν μαρτυροῦμεν εἰς τὴν ἀγάπην σας ὅτι ὁ Ἅγιος Παΐσιος, καίτοι Καππαδόκης, ἀνήκει εἰς ὁλόκληρον τὴν οἰκουμένην, ὡς ἄλλωστε μαρτυροῦν ἡ μετάφρασις τοῦ βίου καὶ τῆς διδασκαλίας του εἰς πολλὰς γλώσσας, καὶ τώρα καὶ εἰς τὴν τουρκικήν, ἀλλὰ καὶ ἡ τιμὴ πρὸς τὴν μορφὴν αὐτοῦ οὐ μόνον ἐκ μέρους τῶν Ἑλλήνων Ὀρθοδόξων ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν πιστῶν καὶ ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔσπευσαν νὰ προβάλουν τὴν προσωπικότητα αὐτοῦ, εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὸ ἄκουσμα τῆς ἀναγραφῆς αὐτοῦ εἰς τὸ ἁγιολόγιον τῆς Ἐκκλησίας μας. 
Ἐν κατακλεῖδι, ἐπιθυμοῦμεν νὰ μοιρασθῶμεν μαζί σας καὶ μίαν ἀκόμη σκέψιν: οἱ Καππαδόκαι εἶχον μίαν μακρὰν παράδοσιν τουρκοφώνου χριστιανικῆς γραμματείας, τὰ γνωστά «καραμανλίδικα», ἡ ὁποία ἦτο κατὰ βάσιν χριστιανική. Πιστεύομεν, λοιπόν, ὅτι ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ παρεκίνησεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀγαποῦν τὸν ἅγιον, νὰ μεταφράσουν τὸν θαυμαστὸν βίον του εἰς τὴν τουρκικὴν γλῶσσαν, ὥστε οὗτος νὰ γίνῃ κτῆμα καὶ τῶν τουρκοφώνων ἀναγνωστῶν. Αἰσθανόμεθα ὅτι μὲ αὐτὴν τὴν μετάφρασιν συνεχίζεται, τρόπον τινά, ἡ εὐλαβικὴ παράδοσις τῆς καραμανλίδικης γραμματείας, ἔστω καὶ ἐὰν εἶναι εἰς τὴν καθομιλουμένην σύγχρονον τουρκικὴν γλῶσσαν, ἐνῷ τὰ καραμανλίδικα, ὡς γνωστόν, παρεκκλίνουν πως ἐξ αὐτῆς, παρουσιάζοντα διαλεκτικὰς διαφορὰς καὶ εἶναι γραμμένα μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρας. 
Ἔχομεν μάλιστα βεβαίαν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ παροῦσα ἔκδοσις τοῦ βίου τοῦ Ἁγίου Παϊσίου, ὁ ὁποῖος ἔχει συνταχθῆ ὑπὸ δύο ἀνθρώπων οἵτινες ἔζησαν ἀπὸ πολὺ κοντὰ τὸν ἅγιον καὶ ὑπῆρξαν πνευματικὰ τέκνα καὶ συνασκηταὶ αὐτοῦ, ὑπὸ τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Ἰσαὰκ ἐκ Λιβάνου, καὶ τοῦ ὑποτακτικοῦ αὐτοῦ Εὐθυμίου ἱερομονάχου, Γέροντος τῆς Ἱερᾶς Καλύβης Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, θὰ βοηθήσῃ πολλοὺς συνανθρώπους μας νὰ γνωρίσουν τὸ πνευματικὸν μεγαλεῖον τοῦ ἁγίου, νὰ θαυμάσουν τὰ κατορθώματα καὶ τὴν ἀγάπην του διὰ τὸν Θεόν, νὰ τὸν ἐπικαλεσθοῦν καὶ νὰ ζητήσουν τὴν βοήθειαν καὶ τὴν χάριν του. 
Εὐλογοῦντες τὴν ἔκδοσιν ταύτην συγχαίρομεν τοὺς συντελεστὰς αὐτῆς, ὡς καὶ τὸν ἐκδοτικὸν οἶκον τὸν ἀναλαβόντα τὴν κυκλοφόρησιν αὐτοῦ, καὶ εὐχαριστοῦμεν διὰ τὸν φιλάγιον κόπον εἰς τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθησαν, εὐχόμενοι πλουσιόκαρπον τὸν ἀμητὸν αὐτῆς καὶ τὴν σκέπην τῶν εὐχῶν τοῦ Ἁγίου Παϊσίου, τοῦ Καππαδόκου καὶ Ἁγιορείτου. Ἀμήν.

«Μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε, μηδέ τω σώματι υμών τι ενδύσησθε» (Ματθ. στ΄ 25)


Το σημερινό ευαγγέλιο ασχολείται με το σύνολο των αναγκών του ανθρώπου, που είναι τόσο πνευματικές όσο και υλικές και οι οποίες είναι στενά συνδεδεμένες με τη διπλή φύση του ανθρώπου, την πνευματική και υλική. Πέραν από την ιεράρχηση αυτών των αναγκών, με πρόταξη των πνευματικών έναντι των υλικών, το σύνολο αυτών των αναγκών καλούνται να υπηρετήσουν τον υπέρτατο στόχο του ανθρώπου που είναι η σωτηρία. Η πρόταξη των πνευματικών αναγκών δε σημαίνει υποτίμηση ή περιφρόνηση των υλικών και σωματικών αναγκών του ανθρώπου. Η πρόταξη οφείλεται κυρίως στην ανωτερότητα της πνευματικής φύσης του ανθρώπου που είναι άφθαρτη και αιώνια έναντι της υλικής – σωματικής που είναι φθαρτή και προσωρινή.

Εάν η πιο πάνω σειρά αντιστραφεί ή εάν ο άνθρωπος περιοριστεί μόνο στην εξασφάλιση των υλικών αναγκών, τότε θα έχουμε εκτροπή και άρα και ματαίωση του στόχου της σωτηρίας. Οι υλικές ανάγκες του ανθρώπου είναι όχι μόνο αναγκαίες, αλλά και επιβαλλόμενες για τη διατήρηση του ανθρώπινου σώματος σε κατάσταση υγείας, για να μπορέσει να ανταποκριθεί στην αποστολή του. Το ανθρώπινο σώμα ως «ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος» (Α΄ Κορ. στία) καλείται να συνεργαστεί με το πνευματικό μέρος του ανθρώπου, ούτως ώστε να καταστεί ευκολότερο και το έργο της σωτηρίας. Σε αντίθετη περίπτωση θα υπάρξει αντιπαλότητα που θα οδηγήσει σε εκτροπή και τελικά θα φέρει την καταστροφή. Όπως είπε σήμερα ο Κύριος, «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν».
Η προσκόλληση στα υλικά αγαθά και κατ’ επέκταση στο χρήμα θα οδηγήσει τον άνθρωπο στην απολυτοποίηση αυτών των αγαθών για την απόκτηση των οποίων θα χρησιμοποιήσει κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο. Παράλληλα θα στηριχτεί απόλυτα σ’ αυτά και τα οποία, όπως και ο «άφρων» πλούσιος της παραβολής, θα θεωρήσει αποκλειστικά «δικά του» και «κείμενα εις έτη πολλά».
Η απολυτοποίηση των υλικών αγαθών θα καλλιεργήσει την αίσθηση της αυτάρκειας και μιας ανύπαρκτης «παντοδυναμίας» με την «θεοποίηση» τόσο των αγαθών όσο και του εαυτού του που τα κατέχει. Κατά συνέπεια θα οδηγηθεί σε πλήρη αποξένωση τόσο από το Θεό όσο και από το συνάνθρωπο. Μια τέτοια αντίληψη θα οδηγήσει τον άνθρωπο σε ηθική απογύμνηση με αποτέλεσμα να λειτουργεί απλά ως «ζώο» που ζει για το σήμερα, το υλικό και εφήμερο. Προπαντός θα ζει χωρίς σκοπό και χωρίς ελπίδα. Μάλιστα αυτή η ζωή χωρίς ελπίδα διατυπώνεται και στο τριπλό ερώτημα του σημερινού ευαγγελίου «τι φάγητε»; «Τι πίετε»;, «τι ενδύσασθε»;
Σαν αποτέλεσμα της αποκλειστικής στροφής του ανθρώπου στην εξασφάλιση φαγητού, ποτού και ενδυμασίες καλλιεργείται από τη μια η αγωνία και η ανασφάλεια για την εξασφάλιση τους και κατ’ επέκταση ο κλονισμός της πίστεως του ανθρώπου στο Θεό, με αποτέλεσμα να ζει τελικά χωρίς ελπίδα. Προέκταση αυτής της έλλειψης ελπίδας είναι και η δημιουργία συνθηκών ζωής χωρίς ιεράρχηση αξιών και καθορισμός προτεραιοτήτων, λόγω ακριβώς και της κατάστασης πανικού που κυριαρχεί στη ζωή του. Ο άνθρωπος κάτω από αυτές τις συνθήκες επιδιώκει την αφθονία, η δε αφθονία τον οδηγεί στην κραιπάλη και την ασωτία ή ακόμα στην πολυτέλεια και την ματαιοφροσύνη. Ενέργειες που οδήγησαν ολόκληρη την ανθρωπότητα αρχικά στο «οικονομικό θαύμα» και σήμερα στην οικονομική κρίση και την οικονομική εξαθλίωση. Η απολυτοποίηση της ύλης, η απαξίωση - περιφρόνηση της ανθρώπινης ζωής καθώς και η περιφρόνηση των ηθικών αξιών δημιούργησαν στον άνθρωπο ένα κενό και ένα αδιέξοδο, μεγαλύτερο από το σημερινό οικονομικό αδιέξοδο. Κατά συνέπεια, η κρίση είναι πρώτιστα ηθική και όχι οικονομική. Και το ερώτημα που προβάλλει υπάρχει διέξοδο από το αδιέξοδο; Ναι, υπάρχει διέξοδο με την έξοδο του ανθρώπου από τον ατομικισμό και την επιστροφή του στην έννοια του προσώπου. Ο άνθρωπος ως πρόσωπο θα πρέπει να αποκαταστήσει από τη μια τη σχέση του με το Θεό και από την άλλη τη σχέση του με το συνάνθρωπο. Θα πρέπει ακόμα να ιεραρχήσει προτεραιότητες, όπως τις παρουσιάζει σήμερα ο Κύριος και ο οποίος ρωτά: «ουχί η ψυχή πλείον εστί της τροφής και το σώμα του ενδύματος» για να καταλήξει με την προτροπή «ζητείται δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνη αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν».
Σαν επιβεβαίωση του ενδιαφέροντος του και για τις υλικές ανάγκες του ανθρώπου, ο Κύριος παρουσιάζει εικόνες, από τη φροντίδα των πουλιών και των λουλουδιών. «Κοιτάξτε», είπε, «τα πουλιά που δε σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συνάζουν αγαθά σε αποθήκες, κι όμως ο ουράνιος Πατέρας σας τα τρέφει· εσείς δεν αξίζετε περισσότερο απ’ αυτά…; Ας σας διδάξουν τα αγριόκρινα πως μεγαλώνουν· δεν κοπιάζουν ούτε γνέθουν· κι όμως σας βεβαιώνω πως ούτε ο Σολομών σ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια δεν ντυνόταν όπως ένα από αυτά. Αν όμως ο Θεός ντύνει έτσι το αγριόχορτο, που σήμερα υπάρχει και αύριο θα το ρίξουν στη φωτιά, δε θα φροντίσει πολύ περισσότερο για σας, ολιγόπιστοι; Μην έχετε, λοιπόν, άγχος και μην αρχίσετε να λέτε, τι θα φάμε; Ή τι θα πιούμε; Ή τι θα ντυθούμε; Γιατί για όλα αυτά αγωνιούν όσοι δεν εμπιστεύονται το Θεό· όμως ο ουράνιος Πατέρας σας ξέρει καλά ότι έχετε ανάγκη απ’ όλα αυτά. Γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα να επιζητείται τη βασιλεία του Θεού και την επικράτηση του θελήματός Του, κι όλα αυτά θα ακολουθήσουν».
Αδελφοί μου, ο Ιησούς με το πιο πάνω τριπλό ερώτημα δεν εκδηλώνει περιφρόνηση προς το ανθρώπινο σώμα καθώς και τις ανάγκες του. Ο ίδιος με την ενανθρώπισή Του πήρε το ανθρώπινο σώμα για να το εξυψώσει και να το αγιάσει, ενώ δεν αποφεύγει ο ίδιος την τροφή (Λουκ. κδ΄ 41-43).
Μέσα από το τριπλό ερώτημα, λοιπόν, ο Ιησούς θέλει να μας προφυλάξει από την υπερτίμηση των υλικών αναγκών, που εν μέρει συμβάλουν στο διχασμό της προσωπικότητας μας και που καλλιεργούν την ολιγοπιστία μας με παράλληλη υποτίμηση της αγάπης και της φροντίδας του Θεού. Ας καταβάλουμε τη δική μας προσπάθεια και να ‘μαστε σίγουροι ότι για όλα θα άλλα θα φροντίσει η αγάπη το Θεού.


Πηγή: ΑΚΤΙΝΕΣ

Ευαγγέλιο της Κυριακής 21-6-2015 (Γ' Ματθαίου)

Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον, στ’ 22 - 33

Εἶπεν ὁ Κύριος· Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται· ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει· οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστιν τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν; τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἤ τί πίωμεν ἤ τί περιβαλώμεθα; πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδεν γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.


ΑΠΟΔΟΣΗ
22 «Ο λύχνος του σώματος είναι ο οφθαλμός. Αν λοιπόν είναι ο οφθαλμός σου γενναιόδωρος, όλο το σώμα σου θα είναι φωτεινό. 23 Αν όμως ο οφθαλμός σου είναι φιλάργυρος, όλο το σώμα σου θα είναι σκοτεινό. Αν λοιπόν το φως που βρίσκεται μέσα σου είναι σκοτάδι, πόσο μεγάλο θα είναι το σκοτάδι!» 
24 «Κανείς δε δύναται σε δύο κυρίους να υπηρετεί ως δούλος. Γιατί ή τον ένα θα μισήσει και τον άλλο θα αγαπήσει, ή στον ένα θα προσκολληθεί και τον άλλο θα καταφρονήσει. Δε δύναστε να υπηρετείτε ως δούλοι στο Θεό και στο Μαμμωνά».
25 «Γι’ αυτό σας λέω: μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε ή τι θα πιείτε, μήτε για το σώμα σας τι θα ντυθείτε. Η ζωή δεν είναι πιο πολύ από την τροφή και το σώμα από το ένδυμα; 26 Παρατηρήστε τα πετεινά του ουρανού, γιατί δε σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συνάγουν σε αποθήκες, και όμως ο Πατέρας σας ο ουράνιος τα τρέφει. Εσείς δε διαφέρετε περισσότερο από αυτά; 27 Και ποιος από εσάς μεριμνώντας δύναται να προσθέσει στο ανάστημά του έναν πήχη; 28 Και για ένδυμα τι μεριμνάτε; Μάθετε ακριβώς πώς αυξάνουν τα κρίνα του αγρού: δεν κοπιάζουν ούτε γνέθουν. 29 Σας λέω όμως ότι ούτε ο Σολομώντας με όλη τη δόξα του δεν ντύθηκε όπως ένα από αυτά. 30 Αν λοιπόν το χορτάρι του αγρού, που σήμερα υπάρχει και αύριο ρίχνεται στο φούρνο, ο Θεός έτσι το ντύνει, δε θα ντύσει πολύ περισσότερο εσάς ολιγόπιστοι; 31 Μη λοιπόν μεριμνήσετε λέγοντας: “Τι θα φάμε”; ή “Τι θα πιούμε”; ή “Τι θα ντυθούμε”; 32 Γιατί όλα αυτά τα επιζητούν οι εθνικοί. Ξέρει βέβαια ο Πατέρας σας ο ουράνιος ότι χρειάζεστε όλα αυτά. 33 Αλλά ζητάτε πρώτα τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη του και όλα αυτά θα σας προστεθούν.