ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ - Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ

Βασιλεύουσα, Νέα Ρώμη, Βυζάντιο, Επτάλοφος… Πόσες λέξεις – πόσα προσωνύμια κρύβονται μέσα στην έννοια της Πόλης! Της Κωνσταντινούπολης.

Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2017

Οδηγίες για τη διδασκαλία των Θρησκευτικών στο Γυμνάσιο για το σχολικό έτος 2017-2018


ΘΕΜΑ: Οδηγίες για τη διδασκαλία των Θρησκευτικών στο Γυμνάσιο για το σχολικό έτος 2017-2018

Μετά από σχετική εισήγηση του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (πράξη 37/21-09-2017 του Δ.Σ) σας αποστέλλουμε τις παρακάτω οδηγίες για τη διδασκαλία των Θρησκευτικών στο Γυμνάσιο για το σχολικό έτος 2017-2018.


ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ
(HMEΡΗΣΙΟΥ-ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ-ΜΟΥΣΙΚΟΥ-ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΥ)


Κατά το σχολικό έτος 2017-18, για τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών, σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες, εφαρμόζεται το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου, όπως αναθεωρήθηκε με την Απόφαση 101470/Δ2/16-06-2017 (ΦΕΚ Β 2104/19.06.2017) και το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Λυκείου, όπως αναθεωρήθηκε με την Απόφαση 99058/Δ2/13-06-2017 (ΦΕΚ Β 2105/19.06.2017), σε αντικατάσταση των προηγούμενων εκδόσεων των νέων Προγραμμάτων Σπουδών για το Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο, αντίστοιχα. (βλ. σχετικά Απόφαση 143575/Δ2/07-09-2016, ΦΕΚ Β 2920/13.09.2016 για Δημοτικό-Γυμνάσιο και Απόφαση 143579/Δ2/07-09-2016, ΦΕΚ Β 2906/13.09.2016 για Λύκειο).




Για να εργασθεί ο εκπαιδευτικός με τα νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά έχουν εκπονηθεί εργαλεία και υλικά για την ολόπλευρη υποστήριξη του σε όλες τις φάσεις της διδακτικής διεργασίας.
Α. Εργαλεία και υλικά για την εφαρμογή των νέων Προγραμμάτων
1. Προγράμματα Σπουδών
Τα κύρια περιεχόμενα των Προγραμμάτων Σπουδών, όπως δημοσιεύθηκαν στα ανωτέρω ΦΕΚ, έχουν ήδη σταλεί στις σχολικές μονάδες. Η πλήρης έκδοσή τους, η οποία περιλαμβάνει, επιπλέον, εισαγωγικές επισημάνσεις, ερμηνευτικά και επικουρικά στοιχεία, είναι αναρτημένη στον ιστότοπο του Ι.Ε.Π. (http://iep.edu.gr/el/thriskeftika-programmata-spoudon).
Τα Προγράμματα Σπουδών απευθύνονται αποκλειστικά προς τον εκπαιδευτικό για καθοδήγηση και υποστήριξη στο έργο του και ΔΕΝ είναι διδακτικά βιβλία για τον/τη μαθητή/τρια.
2. Οδηγοί Εκπαιδευτικού
- Οδηγός Εκπαιδευτικού στα Θρησκευτικά Δημοτικού - Γυμνασίου, για τις τάξεις Γ΄, Δ΄, Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού και τις τάξεις Α΄, Β΄ και Γ΄ Γυμνασίου.
- Οδηγός Εκπαιδευτικού στα Θρησκευτικά Λυκείου, για όλες τις τάξεις του Λυκείου.
Στην ιστοσελίδα του Ι.Ε.Π. είναι αναρτημένη η τελευταία έκδοση των Οδηγών Εκπαιδευτικού. Οι προγενέστερες εκδόσεις έχουν αναθεωρηθεί. Οι Οδηγοί Εκπαιδευτικού αποτελούν απαραίτητο εργαλείο για τη διδακτική πράξη. Εκεί περιγράφεται η διδακτική διαδικασία βήμα προς βήμα και εξηγούνται οι διδακτικές δραστηριότητες.
3. Διδακτικό Υλικό-Φάκελοι Μαθήματος
Μετά την εφαρμογή των ΠΣ το 2016-17 κρίθηκε απαραίτητο τα προτεινόμενα διδακτικά υλικά να συγκεντρωθούν μετά από επιλογή και επεξεργασία σε Φακέλους Μαθήματος, για τους μαθητές/μαθήτριες. Έτσι, προέκυψαν ένδεκα (11) Φάκελοι Μαθήματος για όλες τις τάξεις Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου, για τους οποίους συνεργάσθηκαν αμισθί εμπειρογνώμονες των νέων ΠΣ και άλλοι εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αντίστοιχα.
Οι Φάκελοι Μαθήματος στηρίζονται στο προτεινόμενο εκπαιδευτικό υλικό, το οποίο είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του ΙΕΠ ή αναγράφεται στους Οδηγούς Εκπαιδευτικού, που υποστηρίζουν τα νέα ΠΣ, και αποτελούν έντυπο προσωρινό υλικό για τον μαθητή/μαθήτρια. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρόκειται για εγχειρίδια δοκιμιακού τύπου, τα οποία προσφέρουν στους μαθητές έτοιμη τη θρησκευτική γνώση για απομνημόνευση, για συλλογές διδακτικών υλικών συμβατών προς τη μεθοδολογία των νέων ΠΣ. Δηλαδή, περιέχουν προτεινόμενες πηγές, στις οποίες μπορούν να στηρίζουν οι εκπαιδευτικοί τις διδακτικές δραστηριότητες του μαθήματος.
Οι Φάκελοι Μαθήματος περιέχουν προτεινόμενα υλικά, η αξιοποίηση των οποίων εναπόκειται στη διδακτική ευχέρεια του εκπαιδευτικού, σύμφωνα με τις οδηγίες του ΠΣ και του Οδηγού Εκπαιδευτικού. Μάλιστα, είναι δυνατό να επιλέγονται ως προς τη σειρά ή την ποσότητά τους αλλά και να εμπλουτίζονται από τους εκπαιδευτικούς και από τους μαθητές, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες κάθε τάξης και στο παιδαγωγικό πλαίσιο των νέων ΠΣ.
Οι Φάκελοι Μαθήματος υποστηρίζουν την εφαρμογή των νέων ΠΣ. Προσφέρουν πηγές, απαραίτητες στον σύγχρονο, δημιουργικό, συνεργατικό και αποτελεσματικό τρόπο
3
διδασκαλίας, που είναι όμως προτεινόμενες, απελευθερώνοντας, έτσι, τον εκπαιδευτικό, και τον μαθητή/τρια από τις δεσμεύσεις του γνωσιοκεντρικού διδακτισμού. Επιτρέπουν αλλά και ενθαρρύνουν την ανάληψη πρωτοβουλιών από τους διδάσκοντες για τον σχεδιασμό της πορείας διδασκαλίας - μάθησης, καθώς επίσης την επιλογή των κατάλληλων διδακτικών μέσων και υλικών, αναδεικνύοντας και αξιοποιώντας τις ικανότητες και δεξιότητες όλων των μαθητών.
Οι Φάκελοι Μαθήματος στα Θρησκευτικά είναι αναρτημένοι στην ιστοσελίδα του Ψηφιακού Σχολείου (Διαδραστικά βιβλία) και στην ιστοσελίδα του Ι.Ε.Π., ενώ έχουν ήδη εκδοθεί και διανεμηθεί από το Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ στα σχολεία και στους μαθητές με την έναρξη του σχολικού έτους 2017-18.
4. Ιστότοπος υποστήριξης της εφαρμογής
Το Ι.Ε.Π. έχει αναπτύξει και θέσει σε λειτουργία ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2016 δυναμικό/διαδραστικό ιστότοπο στη διεύθυνση: http://iep.edu.gr/index.php/el/thriskeftika, όπου ο εκπαιδευτικός μπορεί να βρει τα ισχύοντα κείμενα των Προγραμμάτων Σπουδών, τους Οδηγούς Εκπαιδευτικού, τους Φακέλους Μαθήματος και επιπλέον προτεινόμενο διδακτικό υλικό, ειδικά διαμορφωμένο επιμορφωτικό υλικό, ανακοινώσεις και ειδήσεις για την εφαρμογή, φόρμα επικοινωνίας με την Επιστημονική Ομάδα Eυθύνης για την επιμόρφωση και υποστήριξη της εφαρμογής των νέων Προγραμμάτων Σπουδών κ.ά. Ο ιστότοπος εμπλουτίζεται συνεχώς με νέο υλικό, το οποίο μπορούν να προτείνουν όλοι οι εμπλεκόμενοι στην εφαρμογή.
5. Επιστημονική Ομάδα Ευθύνης για την επιμόρφωση και εφαρμογή των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά
Για την προετοιμασία, εποπτεία και υποστήριξη των διαδικασιών εφαρμογής των νέων ΠΣ στα Θρησκευτικά, έχει συσταθεί στο Ι.Ε.Π. Επιστημονική Ομάδα Ευθύνης, η οποία ήδη οργάνωσε και υποστήριξε την αρχική επιμόρφωση των Σχολικών Συμβούλων και των εκπαιδευτικών ΠΕ 01 και των Σχολικών Συμβούλων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης τον Μάιο του 2017.
Β. Παιδαγωγικές και διδακτικές οδηγίες
1. Το Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού - Γυμνασίου χαρακτηρίζεται ως Πρόγραμμα Διαδικασίας, επειδή ο ίδιος ο εκπαιδευτικός διαμορφώνει το διδακτικό του έργο κάνοντας επιλογές από το Πρόγραμμα Σπουδών ανάλογα με το μαθητικό δυναμικό και τις ανάγκες του. Δίνει έμφαση στις διδακτικές διαδικασίες μέσα από τις οποίες προσεγγίζονται τα βασικά θέματα και σύμφωνα με την προσδοκώμενη μάθηση. Τα χαρακτηριστικά του Προγράμματος Διαδικασίας περιγράφονται στον Οδηγό Εκπαιδευτικού στα Θρησκευτικά Δημοτικού - Γυμνασίου, σσ. 43 – 48. Αυτό σημαίνει ότι κάθε σχεδιασμός μαθήματος από τον εκπαιδευτικό αρχίζει από το ΠΣ και όσα περιλαμβάνει κάθε Θεματική Ενότητα.
Σε κάθε Θεματική Ενότητα, αναπτύσσονται τρεις στήλες: α) προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα, β) προτεινόμενα βασικά θέματα, και γ) ενδεικτικές δραστηριότητες, ομαδοποιημένες κατά τύπο. Η οργάνωση των περιεχομένων του ΠΣ, περιγράφεται στον Οδηγό Εκπαιδευτικού στα Θρησκευτικά Δημοτικού - Γυμνασίου, σσ. 59 – 99.
2. Ο/Η εκπαιδευτικός σε συνεργασία με τους μαθητές/μαθήτριες διατρέχουν τις Θεματικές Ενότητες και τα προτεινόμενα βασικά θέματα και καταγράφει τις επιλογές των μαθητών/μαθητριών, που γίνονται με άξονα την εγγύτητα των θεμάτων στη ζωή τους. Στη
4
συνέχεια ο/η εκπαιδευτικός σε κάθε Θεματική Ενότητα θα διαμορφώσει τις δίωρες διδασκαλίες με τα εξής βήματα: α) επιλέγει τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα του δίωρου από στην πρώτη στήλη (2-3), β) επιλέγει το βασικό θέμα/τα βασικά θέματα, από τη δεύτερη στήλη, που υπηρετούν τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα που έχει επιλέξει, γ) διαμορφώνει τις δραστηριότητες με βάση τις διδακτικές τεχνικές που προτείνονται την τρίτη στήλη και δ) αν σε κάποια δραστηριότητα χρειάζεται πηγή (γραπτό ή πολυτροπικό κείμενο), ανατρέχει στον Φάκελο Μαθήματος και στην ιστοσελίδα του Ι.Ε.Π. και επιλέγει πηγή. Στον Οδηγό Εκπαιδευτικού στα Θρησκευτικά Δημοτικού - Γυμνασίου αποθησαυρίζονται οι διδακτικές τεχνικές στις οποίες παραπέμπει το Πρόγραμμα Σπουδών και οι οποίες παρουσιάζονται σύντομα και χρηστικά (πίνακας περιεχομένων στις σελίδες 109-110, ανάλυση κάθε διδακτικής τεχνικής στη συνέχεια). Επιπρόσθετα, παρατίθενται οδηγίες για την αξιολόγηση του μαθητή, διδακτικά σενάρια, καλές πρακτικές κ.ά.
3. Στο ξεκίνημα της εφαρμογής, πριν τον προγραμματισμό και τον σχεδιασμό των μαθημάτων, είναι χρήσιμο οι εκπαιδευτικοί να μελετήσουν τους γενικούς σκοπούς του μαθήματος και τον προσανατολισμό της βαθμίδας (Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο), καθώς και τους γενικούς στόχους των τάξεων (π.χ. Α΄ Γυμνασίου). Με βάση τους γενικούς σκοπούς της βαθμίδας, τους ειδικούς σκοπούς/στόχους της τάξης καθώς και το δυναμικό των μαθητών/μαθητριών θα επιλέξουν τα θεματικά περιεχόμενα και τις διδακτικές τεχνικές. Επιπρόσθετα, στο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου, χρειάζεται να έχουν υπόψη τους τις βασικές μαθησιακές επάρκειες που παρουσιάζονται στο τέλος του υλικού κάθε τάξης.
4. Οι παραπάνω διαδικασίες παρουσιάστηκαν και επεξηγήθηκαν αναλυτικότερα στα επιμορφωτικά προγράμματα για τους εκπαιδευτικούς. Το επιμορφωτικό υλικό των εν λόγω προγραμμάτων βρίσκεται στην ιστοσελίδα του Ι.Ε.Π. και συνιστάται στους εκπαιδευτικούς: http://iep.edu.gr/el/επιμόρφωση-στα-νέα-προγράμματα-σπουδών
Ενδεικτικά, στο πλαίσιο της διδασκαλίας, κατά τα πρώτα βήματα της εφαρμογής, οι εκπαιδευτικοί μπορούν: να διερευνήσουν μαζί με τους μαθητές/τις μαθήτριες τους τα θεματικά περιεχόμενα της χρονιάς, όπως αποτυπώνονται στον Φάκελο Μαθήματος, χρησιμοποιώντας την ανάπτυξη των γενικών και ειδικών σκοπών και στόχων, όπως περιγράφονται στην αρχή του Προγράμματος Σπουδών κάθε τάξης, να συζητήσουν με τους μαθητές ζητήματα οργάνωσης της διδασκαλίας και τρόπους ένταξης ουσιαστικών μαθησιακών δραστηριοτήτων και αξιοποίησης αυτών που προτείνονται στον Φάκελο Μαθήματος (σχετική ανάλυση στον Οδηγό Εκπαιδευτικού στα Θρησκευτικά Δημοτικού - Γυμνασίου, σσ. 104-109), να επενδύσουν στη γνωριμία των μαθητών/μαθητριών μεταξύ τους και στη δημιουργία- διαμόρφωση κοινότητας (ομάδας). Να οργανώσουν την τάξη τους και να προετοιμάσουν τους μαθητές/τις μαθήτριες για ομαδοσυνεργασίες (π.χ. εργασία σε ομάδες) και διερευνητικές δραστηριότητες, εξηγώντας τις διαδικασίες (Οδηγός Εκπαιδευτικού στα Θρησκευτικά Δημοτικού - Γυμνασίου, Πίνακας Περιεχομένων στις σελίδες 109-110, ανάλυση κάθε διδακτικής τεχνικής στη συνέχεια), να καθοδηγήσουν τους μαθητές για τους εναλλακτικούς τρόπους μαθησιακής εργασίας (στον Οδηγό Εκπαιδευτικού Δημοτικού - Γυμνασίου, σσ. 167 – 177) και αξιολόγησης στον Οδηγό Εκπαιδευτικού στα Θρησκευτικά Δημοτικού - Γυμνασίου,
5
σσ. 229-244) που προτείνονται, όπως είναι ο φάκελος υλικού του μαθητή (portfolio) και το ημερολόγιο μάθησης, να οργανώσουν το διδακτικό τους έργο και να προχωρήσουν σταδιακά στη διδασκαλία της πρώτης Θεματικής Ενότητας, όπως περιγράφεται στο Πρόγραμμα Σπουδών, χρησιμοποιώντας για τον σχεδιασμό της, τον Οδηγό Εκπαιδευτικού και το εκπαιδευτικό υλικό από τον Φάκελο Μαθήματος, να εμπλέξουν τους μαθητές/τις μαθήτριες, όσο είναι εφικτό, σε διαδικασίες διερεύνησης, επεξεργασίας, έκφρασης και αξιολόγησης όσων έμαθαν, να αξιοποιήσουν, εναλλακτικά, ακόμη και παραδοσιακές μεθόδους διδασκαλίας, όπως είναι η μετωπική παρουσίαση και η αφήγηση, να αποτιμήσουν, στο τέλος της Ενότητας, μαζί με τους μαθητές/τις μαθήτριες τα μαθησιακά επιτεύγματα και τους προβληματισμούς τους.
Γ. Σχεδιασμός και βήματα στη διδασκαλία
Το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού – Γυμνασίου είναι Πρόγραμμα Διαδικασίας. Γι’ αυτό και δίνει έμφαση στη μέθοδο, στις δραστηριότητες και στα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα και όχι στην ποσότητα της ύλης. Πριν σχεδιάσουμε τη διδασκαλία μας, είναι απαραίτητο να λάβουμε υπόψη τους βασικούς άξονες και τους γενικούς σκοπούς κάθε τάξης, που βρίσκονται πριν την ανάπτυξη των Θεματικών Ενοτήτων, στο Πρόγραμμα Σπουδών. Εξίσου απαραίτητες είναι οι Προσδοκώμενες Επάρκειες κάθε τάξης, που βρίσκονται μετά τις Θεματικές Ενότητες. Ιεραρχούμε άξονες, σκοπούς και στόχους, ανάλογα με τη φυσιογνωμία των τάξεών μας και προχωρούμε στη διδασκαλία των Θεματικών Ενοτήτων. Στον τίτλο κάθε Θεματικής Ενότητας αναφέρεται πόσα δίωρα θα της αφιερώσουμε. Επιλέγουμε κάποια από τα Προσδοκώμενα Μαθησιακά Αποτελέσματα, ανάλογα με την τάξη. Ένα, το πολύ δύο από αυτά αρκούν για ένα δίωρο. Επιλέγουμε με ποια από τα Βασικά Θέματα θα οδηγήσουμε τους/τις μαθητές/τριες στα Προσδοκώμενα Μαθησιακά Αποτελέσματα. Σε κάθε δίωρο διδάσκουμε ένα Βασικό Θέμα (σημειώνονται με I, II, III, IV κλπ) με όσα υποθέματα (σημειώνονται με i, ii, iii, iv κλπ) από αυτό κρίνουμε ως αναγκαία (σημειώνονται με i, ii, iii, iv κλπ). Αν το θεωρούμε σκόπιμο, μπορούμε να αφιερώσουμε και παραπάνω από ένα δίωρο σε κάποιο από αυτά. Βρίσκουμε τις παραπομπές (π.χ. Εφ 2, 14) ή/και τα κείμενα (π.χ. Ευσεβίου Καισαρείας…), τα τραγούδια ή τα βίντεο ή τις εικόνες, στον Φάκελο Μαθήματος της τάξης. Συμπληρωματικό ή εναλλακτικό υλικό μπορούμε να βρούμε και στους αντίστοιχους φακέλους κάθε τάξης στην ιστοσελίδα του ΙΕΠ. Επιλέγουμε τον τρόπο διδασκαλίας από τις Ενδεικτικές Δραστηριότητες (οι προτάσεις συνδέονται με βασικά θέματα –π.χ. Ι,iv) ή χρησιμοποιούμε δικές μας. Βρίσκουμε οδηγίες εφαρμογής των δραστηριοτήτων στον Οδηγό Εκπαιδευτικού (Πίνακας περιεχομένων στις σελίδες 109-110, ανάπτυξή τους στη συνέχεια). Επιλέγουμε τρόπους αξιολόγησης των μαθητών/τριών (Υπάρχουν προτάσεις στον Οδηγό Εκπαιδευτικού σελίδα 229 κ.ε.). Εργαλεία για μαθητές/τριες: Οι μαθητές/τριες έχουν τετράδιο και/ή φάκελο δραστηριοτήτων στα Θρησκευτικά. Στο τετράδιο σημειώνουν ό,τι τους χρειάζεται για να μπορούν να θυμηθούν την πορεία του κάθε μαθήματος (προτάσεις, απαντήσεις, σκέψεις, ζωγραφιές, δικές τους
6
σημειώσεις). Ας μην ξεχνάμε, ότι η αξιολόγησή τους στηρίζεται στο τετράδιό τους και στις εργασίες τους, ατομικές ή ομαδικές. Εξάλλου, το διαγώνισμα ή τα τεστ θα αντιστοιχούν στον τρόπο με τον οποίο έχουν διδαχθεί. Στα πρώτα μαθήματα, καλό είναι να αφιερώσουμε χρόνο και να παρουσιάσουμε στους/στις μαθητές/τριες τους βασικούς άξονες και τους γενικούς σκοπούς του μαθήματος στη συγκεκριμένη τάξη, να συζητήσουμε μαζί τους για τους τρόπους που θα εργαζόμαστε (σχετική ανάλυση στον Οδηγό Εκπαιδευτικού σελίδες 104-109), να ανιχνεύσουμε τις επιλογές τους, και παράλληλα να δημιουργήσουμε ομάδες.
Δ. Αξιολόγηση των μαθητών στο Γυμνάσιο
Στη διδασκαλία του ΜτΘ, θέλουμε οι μαθητές/τριές μας να συνθέτουν γνώσεις από τις πληροφορίες και τις εμπειρίες τους, να καλλιεργούν αξίες και στάσεις, να αναπτύσσουν ικανότητες και δεξιότητες, να ασκούνται στη συνθετική σκέψη, να διαμορφώνουν κριτικό πνεύμα. Θέλουμε, μάλιστα, η παρεχόμενη εκπαίδευση στα παραπάνω, να συντείνει στη φυσική, συναισθηματική, αισθητική, κοινωνική, ηθική, διανοητική και πνευματική τους καλλιέργεια, στο σύνολο, δηλαδή της ύπαρξής τους. Ο κατάλογος των σκοπών και στόχων του μαθήματος είναι μακρύς, χωρίς κάτι να περιττεύει. Όμως, το κύριο πρόβλημα με τους σκοπούς και τους στόχους είναι ο μετασχηματισμός τους σε μάθηση. Πώς μπορούμε να πούμε αν οι μαθητές/τριές μας τους κατέχουν;
Το Πρόγραμμα Σπουδών έχει θέσει συγκεκριμένους στόχους, καθώς επίσης περιγράφει τις επιθυμητές μαθησιακές επάρκειες, που αποτελούν τα σημεία αναφοράς της δουλειάς μας. Αν τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα είναι η θεωρητική και υποθετική αφετηρία μας, στον σχεδιασμό της διδασκαλίας, υπάρχουν ορατοί δείκτες, κριτήρια και τεχνικές που μας διευκολύνουν στο να ανιχνεύσουμε αν ακολουθούμε τον σωστό δρόμο, δηλαδή, αν βοηθούμε τους/τις μαθητές/τριές μας να συνειδητοποιήσουν τις δυνατότητές τους ως ανθρώπινες υπάρξεις και αν ο τρόπος διδασκαλίας μας τους κατευθύνει αποτελεσματικά προς αυτή την κατεύθυνση. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, μια διαδικασία, την αξιολόγηση, ενσωματωμένη στο σύνολο της διδακτικής και μαθησιακής διαδρομής, αδιαχώριστη από όλες της φάσεις της, που θα μας βοηθήσει σε κάθε στιγμή, να διαπιστώσουμε αν επιτυγχάνουμε τους στόχους και τους σκοπούς του μαθήματος.
Η θεωρία και η πρακτική της αξιολόγησης μάς παρέχει τις μεθόδους και τα εργαλεία που είναι απαραίτητα, ώστε να παρατηρούμε νηφάλια, να μετρούμε αντικειμενικά και να περιγράφουμε άρτια την ατομική και ομαδική πρόοδο των μαθητών/τριών μας και τη διαδικασία της μάθησης σε όλες τις παραμέτρους της. Παράλληλα, μας παρέχει τρόπους να διερευνούμε αν υπάρχει ανάγκη να εμπλουτίσουμε, να βελτιώσουμε ή να αλλάξουμε το περιεχόμενο ή τον τρόπο με τον οποίο διδάσκουμε. Μόνο μέσω της αξιολόγησης είμαστε σε θέση να περιγράψουμε εάν υπάρχει διαφορά στους/στις μαθητές/τριές μας στη διάρκεια της χρονιάς και εάν οι επιδιωκόμενοι στόχοι του μαθήματος έχουν επιτευχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό. Για παράδειγμα, ο γραπτός και ο προφορικός λόγος είναι πεδία αξιολόγησης που προσεγγίζουμε με συγκεκριμένα κριτήρια και δείκτες. Όλοι/ες μας είμαστε ασκημένοι/ες στο να αξιολογούμε τους/τις μαθητές/τριες με τη χρήση προφορικών και γραπτών εξετάσεων. Όμως, όταν ακολουθούμε μόνο τις κλασικές μεθόδους αξιολόγησης η εικόνα που αποκτούμε είναι πλήρης και αντικειμενική; Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που διαπιστώνουμε ένα κενό μάθησης. Παρ’ όλα αυτά, η εικόνα που παρουσιάζουν κάποιοι/ες μαθητές/τριές μας στις προφορικές ή γραπτές εξετάσεις, δεν
7
αντιστοιχεί στην εικόνα που έχουμε γι’ αυτούς/ές μέσα στην τάξη. Επιπρόσθετα, υπάρχουν φορές που ανακαλύπτουμε ότι όσα έχουν μάθει οι μαθητές/τριές μας από τη διδασκαλία μας, δεν είναι καθόλου αυτά που θεωρούμε ότι διδάξαμε. Αυτό συμβαίνει κυρίως διότι η αξιολόγησή μας έχει καταλήξει να είναι μόνο τελική, δηλ. αθροιστική βαθμολόγηση της επίδοσης ύστερα από προγραμματισμένες γραπτές και προφορικές εξετάσεις. Πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν έχουμε ασκηθεί και δεν εφαρμόζουμε την αξιολόγηση σε όλες τις μορφές της και γι’ αυτό δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι με τον τελικό προφορικό και γραπτό βαθμό που σημειώνουμε για κάθε μαθητή/τρια, έχουμε τη βεβαιότητα πως περιγράφουμε το συγκεκριμένο πρόσωπο, με τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις ιδιαιτερότητές του.
Αποτελεί κοινή αίσθηση όσων έχουν διδακτική εμπειρία, ότι οι «εξετάσεις» κάθε μορφής, μπορούν να αποτυπώνουν σε ένα βαθμό το αποτέλεσμα της μάθησης, δεν έχουν όμως τη δυνατότητα να περιγράψουν τη διαδικασία της. Έχουμε πια τη συναίσθηση ότι η διαδικασία αυτή αποτελεί ουσιαστικό κομμάτι της μάθησης. Όταν, μάλιστα, το μάθημα δεν εξαντλείται σε ένα κείμενο, που οι μαθητές/τριες καλούνται να «μάθουν», αλλά εμπλουτίζεται με πηγές και διδάσκεται με νέες μεθόδους, τότε όχι μόνο για τη βαθμολογική εκτίμηση, αλλά και για την ίδια την αποτελεσματικότητα της μάθησης, εκτός από τη διαπίστωση του αποτελέσματος της διδασκαλίας, είναι απαραίτητη και η διερεύνηση της διαδικασίας της. Είναι αναγκαίο, λοιπόν, να προσεγγίσουμε την αξιολόγηση με διαφορετικό στόχο και τρόπο, επενδύοντας τις γνώσεις και εμπειρίες μας σε διαφορετική κατεύθυνση. Η αλλαγή αυτή μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: Η βασική ερώτηση κάθε διδάσκοντος «τι θα διδάξω, τι ύλη θα καλύψω και με ποιο τρόπο θα τη μεταφέρω στην τάξη», δεν είναι πλέον κατάλληλη. Η βασική ερώτηση που ταιριάζει στο νέο ΠΣ διαμορφώνεται στο «τι θα μάθουν οι μαθητές/τριές μου;». Η ερώτηση αυτή δεν μπορεί να απαντηθεί παρά μόνο με την εφαρμογή κατάλληλων μεθόδων αξιολόγησης των μαθητών/τριών, που θα είναι ατελέσφορες, όμως, αν δεν συνδυαστούν με διαδικασίες αυτοαξιολόγησης, καθώς επίσης αυτοαξιολόγησης του διδάσκοντος/της διδάσκουσας και διάθεση προσαρμογής.
Η σύνθετη αυτή προσέγγιση της αξιολόγησης μας βοηθά να εστιάσουμε στο τι έχουν τη δυνατότητα οι μαθητές/τριές μας να κάνουν στο τέλος του μαθήματος, που δεν μπορούσαν να κάνουν στην αρχή του. Κατ’ επέκταση, πώς θα διαμορφώσουμε τη μέθοδο διδασκαλίας, ώστε να πετύχει τον παραπάνω στόχο. Τελικά, η κεντρική ερώτηση - ορισμός της αξιολόγησης είναι «πώς μπορώ να μάθω τι μπορούν να κάνουν οι μαθητές/τριές μου», όπως και «πώς μπορούν οι ίδιοι να διαπιστώσουν τι μπορούν να κάνουν». Οι πληροφορίες που παίρνουμε από τα γραπτά και τα προφορικά ως σήμερα, δεν είναι αρκετές. Εκείνες που υποπίπτουν στην αντίληψή μας, δεν είναι πλήρεις και είναι συχνά υποκειμενικές. Είναι ανάγκη να συμμετάσχουν στην όλη διαδικασία και οι μεγάλοι μέχρι σήμερα απόντες, δηλ. οι ίδιοι οι μαθητές/τριές μας. Όπως ακριβώς η συμμετοχή των μαθητών/τριών μας στη διδακτική πράξη κρίνεται απαραίτητη, έτσι και το να μάθουν να μελετούν, να ερευνούν και να αξιολογούν τους εαυτούς τους, σε όλη τη διάρκεια μαθησιακής διαδικασίας, είναι κρίσιμος παράγοντας. Η αξιολόγηση στην οποία οι μαθητές/τριες προσεγγίζονται μόνο ως αξιολογούμενοι/ες κινδυνεύει να είναι μονομερής και είναι συχνά ατελής. Η αξιολόγηση δεν αφορά μόνο τους/τις μαθητές/τριές μας, αλλά και τους/τις εκπαιδευτικούς. Μέσω της αξιολόγησης των μαθητών/τριών μας, παίρνουμε πολύτιμες πληροφορίες για τη διδασκαλία μας, τη στάση μας ως εκπαιδευτικών, την επάρκειά μας, τις ατέλειες και τα κενά της δουλειάς μας. Θα ήταν λάθος αν θεωρούσαμε πως τα παραπάνω μας οδηγούν για
8
μια ακόμη φορά σε μια μορφή τελικής αξιολόγησης, που θα μας κρίνει και θα μας βαθμολογήσει. Η αξιολόγηση των μαθητών/τριών μας είναι ένα απαραίτητο εργαλείο διδασκαλίας, μια ακόμη δυνατότητα για την προσωπική μας βελτίωση και την τελειοποίηση των συνθηκών εργασίας μας.
Συμπερασματικά, για να εξασφαλίσουμε ότι η αξιολόγησή μας θα είναι αποτελεσματική, θα πρέπει πρώτα να ξεπεράσουμε ορισμένες παρεξηγήσεις:
1. Η αξιολόγηση δεν είναι έλεγχος. Αποβλέπει στη διαπίστωση της κατανόησης μιας πραγματικότητας, των στοιχείων που την απαρτίζουν, και καταγράφει τη δυνατότητα ερμηνευτικής ανάλυσης, αναστοχασμού και ανασυγκρότησης των στοιχείων αυτών, σε άλλα δεδομένα. Γι’ αυτό, ενώ μια αξιολόγηση μπορεί να ελέγχει, ένας έλεγχος δεν μπορεί να ενσωματώσει μια αξιολόγηση.
2. Από τα λάθη μας μαθαίνουμε. Στη διαδικασία της μάθησης, το λάθος δεν είναι πράξη που επισείει κυρώσεις, αλλά ένδειξη ότι ο/η μαθητής/τρια δεν έμαθε ή δεν διδάχθηκε κάτι ή ακόμη ότι οι γνώσεις που κινητοποίησε για να πραγματώσει μια εργασία, δεν ήταν οι κατάλληλες. Έτσι, το λάθος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δείκτης που θα προκαλέσει αναπροσαρμογή των τρόπων και των μεθόδων διδασκαλίας.
3. Η αξιολόγηση δεν είναι ατομική υπόθεση του διδάσκοντος/της διδάσκουσας. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι το να θεωρεί ο διδάσκων/η διδάσκουσα την αξιολόγηση ως ατομική του/της υπόθεση, μάλλον μαρτυρεί την αβεβαιότητά του/της ως προς τα κριτήρια που χρησιμοποιεί. Όπως η διδακτική πράξη δεν μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς τη συνεργασία μεταξύ των εκπαιδευτικών ίδιας αλλά και διαφορετικής ειδικότητας, έτσι και η αξιολόγηση, τόσο στην προετοιμασία της, όσο και στην εκτέλεσή της, καλό είναι να αποτελεί αποτέλεσμα συνεργασίας.
4. Η αξιολόγηση δεν είναι αυτοσκοπός. Οι αξιολογικές δράσεις στη διδακτική διεργασία έχουν ως κύριο σκοπό την πολύπλευρη ανατροφοδότηση των μαθητών/τριών, μέχρι την όσο γίνεται καλύτερη επίτευξη των προσδοκώμενων μαθησιακών αποτελεσμάτων, καθώς επίσης συνολικά της εκπαιδευτικής διαδικασίας, σε μια κατεύθυνση συνεχούς βελτίωσης. Για να επιτευχθούν, λοιπόν, οι στόχοι διδασκαλίας του μαθήματος, είναι αναγκαία η χρήση των διάφορων τύπων αξιολόγησης σε συνδυασμό με τις στρατηγικές διδασκαλίας. Ο/Η εκπαιδευτικός έχει στη διάθεσή του/της πλήθος μεθόδων, τεχνικών και μέσων αξιολόγησης.
5. Μπορούμε να αξιοποιήσουμε προφορικές, γραπτές, ερευνητικές, βιωματικές και συνεργατικές δραστηριότητες, ακόμη, να συνδυάσουμε τις προσωπικές αξιολογικές προσεγγίσεις με τεχνικές ατομικής και ομαδικής αυτοαξιολόγησης, ή ακόμη και ομαδοσυνεργατικής αλληλοαξιολόγησης. Εκτός από τις γνωστές μεθόδους και τεχνικές αξιολόγησης (τεστ, διαγωνίσματα, ερωτήσεις κ.λπ.) που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα στο Γυμνάσιο, ο/η εκπαιδευτικός μπορεί να χρησιμοποιήσει ένα πλήθος άλλων τεχνικών και μέσων που θα ενσωματώσει στη διδακτική διεργασία και που θα τον/την βοηθήσουν στην αποτίμηση: της ανάκλησης της γνώσης και της κατανόησής της, της ικανότητας ανάλυσης, της συνθετικής και κριτικής σκέψης, της επίλυσης προβλημάτων, της πρακτικής εφαρμογής της γνώσης, της επιλογής προσωπικών αξιών και στάσεων, της αυτεπίγνωσης και της μετα-γνώσης. Στον Οδηγό Εκπαιδευτικού στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου (2011, σσ. 229-247) ο διδάσκων/η διδάσκουσα μπορεί να βρει άφθονο υλικό και ιδιαίτερα τεχνικές εναλλακτικής αξιολόγησης, κλείδες αυτοαξιολόγησης και ομαδοσυνεργατικής
9
αξιολόγησης, δείγματα πινάκων διαβαθμισμένων κριτηρίων αξιολόγησης (ρούμπρικες), τεχνικές αξιολόγησης με χρήση ΤΠΕ κ.ά.
6. Τέλος, είναι σημαντικό και αναγκαίο η διαδικασία της αξιολόγησης να γίνεται την ίδια ημέρα, με το πέρας κάθε ενότητας, ούτως ώστε ο διδάσκων/η διδάσκουσα να είναι σε θέση να διακρίνει τον βαθμό κατανόησης και ανταπόκρισης των μαθητών/τριών στα επιδιωκόμενα μαθησιακά αποτελέσματα. Αν η αξιολόγηση πραγματοποιηθεί στο επόμενο μάθημα, αυτό που ουσιαστικά θα πετύχει ο/η εκπαιδευτικός είναι ο έλεγχος της μνήμης των μαθητών/τριών του, και όχι των δεξιοτήτων που αποκτήθηκαν, ούτε και των προσωπικών στάσεων που εκφράστηκαν.
Ακολουθούν Πίνακες των Θεματικών Ενοτήτων με τις ώρες ανά τάξη, σύμφωνα με τα ισχύοντα Ωρολόγια Προγράμματα στα Ημερήσια, καθώς και στα Εσπερινά, Μουσικά και Καλλιτεχνικά Γυμνάσια.




Πηγή: ESOS

Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017

Πρόσκληση σε επιμορφωτικό σεμινάριο των θεολόγων καθηγητών της ΔΔΕ Φλώρινας με θέμα: «Διδασκαλία με το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά Γυμνασίου και Λυκείου: σχεδιασμός διδακτικού διώρου και τεχνικές διδασκαλίας» (12 Οκτωβρίου 2017)


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ,
ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ  ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ                           
ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Πληροφορίες: Πολύβιος Στράντζαλης
Ταχ. Δ/νση:  Χάλκης 8,     10ο Χιλ.
                   Θεσσαλονίκης - Μουδανιών
Ταχ. Κωδ. :  57001
Ταχ. Θυρ. :  Δ. 5019
Τηλέφωνο : 2310/365346
FAX          : 2310/286715
E-MAIL     : grss@kmaked.pde.sch.gr

    
                    

                  Θεσσαλονίκη: 03 – 10 - 2017
                       Αριθμ. Πρωτ.: Δ.Υ. 24



Προς
τους εκπαιδευτικούς κλ. ΠΕ01
της ΔΔΕ Φλώρινας

(Δια μέσου της ΔΔΕ Φλώρινας)

Κοιν.:
α) Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Δυτικής Μακεδονίας

β) Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας

ΘΕΜΑ :  «Πρόσκληση σε επιμορφωτικό σεμινάριο»

ΣΧΕΤ: Το υπ’ αριθμ. 6138/29-09-2017 έγγραφο έγκρισης της

             Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης Δυτικής Μακεδονίας

 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

 

σας  προσκαλώ στο επιμορφωτικό σεμινάριο των Θεολόγων καθηγητών της ΔΔΕ Φλώρινας, που θα πραγματοποιηθεί στις 12 Οκτωβρίου 2017, ημέρα Πέμπτη  και ώρα 12:00-14:00 στο 1ο ΓΕΛ Φλώρινας με θέμα:

 

«Διδασκαλία με το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά Γυμνασίου και Λυκείου: σχεδιασμός διδακτικού διώρου και τεχνικές διδασκαλίας»

Παρακαλούνται οι Διευθυντές των σχολείων να ενημερώσουν ενυπόγραφα τους εκπαιδευτικούς ΠΕ01 και  να τροποποιήσουν τα ωρολόγια προγράμματα, έτσι ώστε να μην υπάρξει απώλεια διδακτικών ωρών. Η συμμετοχή των εκπαιδευτικών είναι προαιρετική και η μετακίνησή τους θα γίνει χωρίς δαπάνη για το δημόσιο.

                                                                          Ο Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων

                                                



                                                                                Δρ. Πολύβιος  Στράντζαλης

Πρόσκληση σε επιμορφωτικό σεμινάριο των θεολόγων καθηγητών της ΔΔΕ Γρεβενών με θέμα: «Διδασκαλία με το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά Γυμνασίου και Λυκείου: σχεδιασμός διδακτικού διώρου και τεχνικές διδασκαλίας» (10 Οκτωβρίου 2017)



ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ,
ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ  ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ                           
ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Πληροφορίες: Πολύβιος Στράντζαλης
Ταχ. Δ/νση:  Χάλκης 8,     10ο Χιλ.
                   Θεσσαλονίκης - Μουδανιών
Ταχ. Κωδ. :  57001
Ταχ. Θυρ. :  Δ. 5019
Τηλέφωνο : 2310/365346
FAX          : 2310/286715
E-MAIL     : grss@kmaked.pde.sch.gr

    
                   Θεσσαλονίκη: 03 – 10 - 2017
                       Αριθμ. Πρωτ.:  Δ.Υ. 23

Προς
τους εκπαιδευτικούς κλ. ΠΕ01
της ΔΔΕ Γρεβενών

(Δια μέσου της ΔΔΕ Γρεβενών)

Κοιν.:
α) Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Δυτικής Μακεδονίας

β) Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Kεντρικής Μακεδονίας

ΘΕΜΑ :  «Πρόσκληση σε επιμορφωτικό σεμινάριο»

ΣΧΕΤ: Το υπ’ αριθμ. 6138/29-09-2017 έγγραφο έγκρισης της

             Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης Δυτικής Μακεδονίας

 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

 

σας  προσκαλώ στο επιμορφωτικό σεμινάριο των Θεολόγων καθηγητών της ΔΔΕ Γρεβενών, που θα πραγματοποιηθεί στις 10 Οκτωβρίου 2017, ημέρα Τρίτη  και ώρα 12:00-14:00 στο 2ο Γ/Σ Γρεβενών με θέμα:

 

«Διδασκαλία με το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά Γυμνασίου και Λυκείου: σχεδιασμός διδακτικού διώρου και τεχνικές διδασκαλίας»

Παρακαλούνται οι Διευθυντές των σχολείων να ενημερώσουν ενυπόγραφα τους εκπαιδευτικούς ΠΕ01 και  να τροποποιήσουν τα ωρολόγια προγράμματα, έτσι ώστε να μην υπάρξει απώλεια διδακτικών ωρών. Η συμμετοχή των εκπαιδευτικών είναι προαιρετική και η μετακίνησή τους θα γίνει χωρίς δαπάνη για το δημόσιο.

                                                                          Ο Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων

                                                


                                                                                Δρ. Πολύβιος  Στράντζαλης

Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017

Θάνος Λίποβατς, Ο Μαρτίνος Λούθηρος και η επανάσταση της μεταρρύθμισης, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2017

Ο Μαρτίνος Λούθηρος, στις 31.10.1517, στάθηκε στο κατώφλι ανάμεσα στον Μεσαίωνα και την αναγέννηση της Ευρώπης. Το όνομά του αντιπροσωπεύει τις απαρχές ενός νέου πολιτισμικού παραδείγματος, την ανάδυση ενός νέου κοσμοειδώλου. Οι διαδικασίες της αλλαγής διήρκεσαν πολύ και υπήρξαν πολλαπλές, αντιφατικές, οδυνηρές και συγχρόνως δημιουργικές. Ο Max Weber και o Σίγκμουντ Φρόυντ συμφωνούν στο ότι η νεωτερικότητα προωθεί την «αυξανόμενη ορθολογικότητα» του πολιτισμού, καθώς και την «πρόοδο της πνευματικότητας». Αλλά κάθε πρόοδος είναι ανασφαλής και συνοδεύεται ή διακόπτεται από περιόδους παλινδρόμησης. Tο όνομα του Λούθηρου συνδέεται με την πνευματική επανάσταση. Δίχως αυτή δεν θα είχε υπάρξει η δεύτερη επανάσταση, η πολιτική. Δίχως την ανακάλυψη της εγκόσμιας πνευματικής ελευθερίας δεν θα είχε υπάρξει η πολιτική και κοινωνική ελευθερία, χωρίς βέβαια να υπάρχει άμεση αναγκαιότητα, μια «ιστορική νομοτέλεια» ή συνεκτικότητα ανάμεσα στις δύο. Tο νέο και επαναστατικό στοιχείο της διδασκαλίας του, συνοψίζεται στην έννοια της Δικαίωσης του αμαρτωλού διά της πίστης στον Χριστό. Δεν αρκεί μια απλή ακαδημαϊκή περιγραφή της έννοιας, αλλά απαιτείται η εμβάθυνση στο ζωντανό νήμα της ίδιας της εκτύλιξης της έννοιας μέσα από έναν συγκεκριμένο Λόγο (discours). O Λόγος αυτός συνεπάγεται την κατασκευή ενός συμβολικού συστήματος πνευματικών στοχασμών και ψυχικών στάσεων, μέσα από τον διάλογο και αντίλογο με τους θεολόγους και φιλοσόφους της εποχής του. Εμφανίζεται έτσι η απαρχή της συγκρότησης του υποκειμένου που δείχνει τη συνθετότητα και τη δυναμική ενός διχασμένου μεν, αλλά στη συνέχεια ισχυρού «εγώ». Πρόκειται για το υποκείμενο της νεωτερικότητας, ως προϋπόθεση και αποτέλεσμα της ολικής ιστορικής διαδικασίας. Οι έννοιες-κλειδιά στις οποίες επικεντρώνεται κριτικά το κείμενο είναι οι έννοιες της Πίστης και της Αγάπης. Εδώ διαφαίνεται όλη η ιδιαιτερότητα, η γονιμότητα και τα όρια της σκέψης του Λούθηρου.

Ο Λούθηρος αντιμετώπισε με δημιουργικό και γενναίο τρόπο τις μεγάλες υπαρξιακές, πολιτικές και πνευματικές εντάσεις που τον συγκλόνισαν και τον προκάλεσαν να στοχαστεί επάνω σε αυτές. Εντόπισε μια «αντιθετικότητα» και μια αμφιρροπία στην πράξη και τη σκέψη των ανθρώπων, στην οποία όμως εν μέρει εγκλωβίστηκε. Αλλά ο Λούθηρος ήταν σε εντατικό διάλογο με τους θεολόγους της εποχής του, υπερασπιζόμενος τα στοιχεία τα οποία θεώρησε αναγκαία για την αναγέννηση του χριστιανισμού. Έθεσε έτσι τα θεμέλια μιας άλλης θεολογίας, χωρίς να αμελήσει να λάβει θέση απέναντι στις πολιτικές και κοινωνικές προκλήσεις της νεωτερικότητας στην εποχή του. Από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και έπειτα κυριαρχεί η κρίση του πάλαι ποτέ «ένδοξου εγώ», πρόκειται όμως και για την κρίση των αξιών και των ταυτοτήτων, η οποία οδηγεί τα υποκείμενα σε ψυχική και πολιτισμική παλινδρόμηση. Είναι η εποχή του μηδενισμού, του σχετικισμού, του κενού, της έκλειψης του νοήματος. Παρά τις εντυπώσεις, ούτε ο χριστιανισμός, για την ανανέωση του οποίου έδρασε ο Λούθηρος, ούτε ο διαφωτισμός, όπως τον διατύπωσε ο Καντ, ηγεμονεύει.

Διεθνές Συνέδριο για το Ολοκαύτωμα: Διαχρονικές και Διεπιστημονικές Προσεγγίσεις

Το Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας του ΕΚΠΑ, στο πλαίσιο των επίσημων εορτασμών για τα 180 χρόνια από την ίδρυση του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, διοργανώνει διεθνές συνέδριο με θέμα: «Το Ολοκαύτωμα: Διαχρονικές και Διεπιστημονικές Προσεγγίσεις» στις 3-­5 Οκτωβρίου 2017. Η δράση τελεί υπό την αιγίδα της EUNIC (European Union National Institutes for Culture/Ένωση Μορφωτικών Ινστιτούτων της Ε.Ε.), και διοργανώνεται σε συνεργασία και με την υποστήριξη των Instituto Cervantes de Atenas, Goethe-Institut Athen, των Πρεσβειών του Ισραήλ, της Πολωνίας και της Ρουμανίας. Η προβολή στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων οργανώνεται με την υποστήριξη του Οργανισμού Πολιτισμού, Άθλησης και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων.

Το Συνέδριο, που θα λάβει χώρα στις 3, 4 και 5 Οκτωβρίου, έχει ως σκοπό τη διεπιστημονική προσέγγιση του Ολοκαυτώματος και την παρουσίαση της ιστορίας των εβραϊκών πληθυσμών της Ευρώπης, από την αρχαιότητα έως και σήμερα. Συμμετέχουν ακαδημαϊκοί και ερευνητές από την Ελλάδα, τη Γερμανία, το Ισραήλ, την Ισπανία, την Πολωνία και τη Ρουμανία, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν ένα ευρύ φάσμα γνωστικών αντικειμένων: φιλολογία, θρησκειολογία, τέχνη, θέατρο, ιστορία, αρχαιολογία, κοινωνιολογία, εκπαίδευση για το Ολοκαύτωμα. Οι ομιλητές κατανέμονται σε τέσσερεις γενικές ενότητες: α) θυσία, ανατροπή και δίωξη: από την Ελληνιστική περίοδο έως και τον Μεσαίωνα, β) το Ολοκαύτωμα: ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές προσεγγίσεις, με έμφαση στην Ελλάδα, γ) η επιρροή του Ολοκαυτώματος στη λογοτεχνία και στην τέχνη, δ) σύγχρονη κοινωνία και εκπαίδευση.

Στο πλαίσιο του Συνεδρίου, και σε συνεργασία με τον Οργανισμό Πολιτισμού, Άθλησης και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων, θα γίνει προβολή με δωρεάν είσοδο της ταινίας «Η ανάκριση» (Erez Pery, Ισραήλ-Γερμανία, 2016, 84’, Ελληνικοί–Αγγλικοί υπότιτλοι). Το 1946, ο Ρούντολφ Φραντς Φέρντιναντ Ες, ο διοικητής με τη μεγαλύτερη θητεία στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς, περιμένει σε μια Πολωνική φυλακή την δίκη του. Έχει ανατεθεί στον Άλμπερτ, έναν νεαρό Πολωνό επιθεωρητή, να ανακρίνει τον Ες και να του αποσπάσει μια ομολογία. Η συνάντηση τους θα βγάλει στην επιφάνεια την τρομακτική ρουτίνα του στρατοπέδου καθώς και τον ευτελισμό της βίας. Με την εισαγωγή του θανατηφόρου αερίου Zyklon B, ο Ες διεξήγαγε τον πιο αποτελεσματικό τρόπο μαζικής θανάτωσης ανθρώπων, με αριθμούς θυμάτων που αγγίζουν το 1.1 εκατ. ανθρώπους. Η ταινία βασίζεται στα απομνημονεύματα που έγραψε ο Ες στην φυλακή πριν την εκτέλεσή του. Η προβολή θα πραγματοποιηθεί στις 4 Οκτωβρίου, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων (Ακαδημίας 50).

Το Συνέδριο θα λάβει χώρα στο κτήριο Κωστής Παλαμάς (Ακαδημίας 48, 3 Οκτωβρίου–19:00) στο κεντρικό κτήριο του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (Πανεπιστημίου 31, 4 Οκτωβρίου–10:30) και στο αμφιθέατρο του Ινστιτούτο Goethe (Ομήρου 14-16, 5 Οκτωβρίου–13:00).

Οι ομιλίες θα πραγματοποιηθούν στην Αγγλική και θα διανεμηθούν ελληνικές μεταφράσεις/περιλήψεις των εισηγήσεων στους συμμετέχοντες. Επίσης, με σχετική αίτηση στη γραμματεία του Συνεδρίου, θα δοθούν βεβαιώσεις παρακολούθησης. Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Περισσότερες λεπτομέρειες και το αναλυτικό πρόγραμμα μπορείτε να βρείτε στην επίσημη ιστοσελίδα του Συνεδρίου.

Πηγή: ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

«Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας ως συνταγματικά ρυθμισμένες- Η συνταγματική θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου»

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην επιστημονική ημερίδα που οργάνωσαν η Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή των Βλατάδων, το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών και οι κοσμητείες της Θεολογικής και της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ με θέμα «Εκκλησία και Σύνταγμα» στην Αίθουσα Διαλέξεων της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

«Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας ως συνταγματικά ρυθμισμένες- Η συνταγματική θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου»

Έχω κληθεί υπό την επιστημονική μου ιδιότητα, θα ήθελα συνεπώς να προτάξω μια σύντομη εισαγωγή στο αναθεωρητικό φαινόμενο που θα μας φανεί, φαντάζομαι, χρήσιμη για τη συνέχεια της συζήτησης.

Το Σύνταγμα αποτελεί τη βάση και την κορυφή κάθε έννομης τάξης. Συνιστά την ύψιστη εκδήλωση της κρατικής κυριαρχίας καθώς η κρατική εξουσία δια του Συντάγματος θεσπίζει τους κανόνες δικαίου που έχουν την ισχυρότερη νομική δύναμη, τη μέγιστη δηλαδή δυνατή νομική ισχύ, και καθορίζουν τη δικαιοπαραγωγική διαδικασία, δηλαδή την διαδικασία παραγωγής όλων των υποδεέστερων κανόνων δικαίου που πρέπει να είναι σύμφωνοι προς το Σύνταγμα και ως προς τον τρόπο θέσπισής τους και ως προς το περιεχόμενό τους.

Αντιλαμβανόμαστε όμως όλοι, ότι υπό συνθήκες περιορισμένης κρατικής κυριαρχίας λόγω της συμμετοχής κάθε κυρίαρχου κράτους σε διεθνείς ή περιφερειακές συσσωματώσεις, περιορίζεται αυτή καθαυτήν η συντακτική εξουσία, τόσο η πρωτογενής, όταν θεσπίζεται ένα Σύνταγμα, όσο και η δευτερογενής ή αναθεωρητική, όταν δηλαδή αντικαθίστανται, τροποποιούνται ή ερμηνεύονται αυθεντικά διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος, όπως το ίδιο το Σύνταγμα προσδιορίζει θέτοντας διαδικαστικά και ουσιαστικά όρια στην αναθεώρησή του.

Αυτό σημαίνει πάρα πολύ απλά ότι η κυριαρχία δεν περιορίζεται μόνον στα θέματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής λόγω του συσχετισμού των δυνάμεων, δεν περιορίζεται μόνο σε θέματα οικονομικής, δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής επειδή μετέχουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Ζώνη του Ευρώ ή επειδή ζητούμε δανειακή βοήθεια από τους εταίρους και πιστωτές μας.

Περιορίζεται και κατά την άσκηση της συντακτικής εξουσίας, γιατί η συμμετοχή μας στο διεθνές γίγνεσθαι θέτει συνολικά μια εθνική έννομη τάξη αλλά και το εθνικό Σύνταγμα υπό διεθνή δικαστικό έλεγχο. Δηλαδή, για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, υπό τον δικαστικό έλεγχο τόσο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης όσο και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Θα μπορούσε να πει κανείς, σε οριακές περιπτώσεις, ότι τέτοιος διεθνής δικαστικός έλεγχος ασκείται από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, από το Διεθνές Δικαστήριο του Δικαίου της Θάλασσας ή από διεθνή διαιτητικά δικαστήρια τα οποία λύνουν πολύ σοβαρά ζητήματα, όπως για παράδειγμα ζητήματα κρατικού δανεισμού και οικονομικής υπόστασης του κράτους.

Όλες οι παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου που άγονται στη δικαστική κρίση, δηλαδή, για να είμαι συγκεκριμένος, κάθε παραβίαση της ΕΣΔΑ που άγεται στην κρίση του ΕΔΔΑ πρέπει να έχει συντελεστεί από το αρμόδιο δικαστήριο της χώρας.

Δεν αρκεί η παραβίαση να έχει γίνει από τη διοίκηση, από το νομοθέτη, από έναν ιδιώτη. Πρέπει να έχει συντελεστεί τελικά από το ανώτατο δικαστήριο γιατί πρέπει να έχουν εξαντληθεί τα εσωτερικά ένδικα μέσα. Άρα διεθνώς ελέγχεται η κρίση του εθνικού δικαστή για το περιεχόμενο του εθνικού Συντάγματος και για τυχόν διαφοροποιήσεις από τη διεθνή έννομη τάξη που κατά τον τρόπο αυτό διεκδικούν ισχύ όχι όπως την προσδιορίζει το Σύνταγμα - ανώτερη του νόμου αλλά υποδεέστερη του Συντάγματος- αλλά ισχύ στην πραγματικότητα υπέρτερη του Συντάγματος.


Αυτή είναι μια σύγκρουση διαρκής, εξαιρετικά σκληρή που φαίνεται στο διάλογο ανάμεσα στα συνταγματικά ή ανώτατα δικαστήρια των κρατών - μελών και τα διεθνή δικαστήρια, δηλαδή πιο συγκεκριμένα το ΔΕΕ και το ΕΔΔΑ. Για δικαστήρια ισχυρών χωρών όπως είναι το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αυτός ο διάλογος με τα διεθνή δικαστήρια είναι κάτι που κυριαρχεί στο δημόσιο βίο. Αυτή είναι η πρώτη παρατήρηση.

Η δεύτερη παρατήρηση αφορά την αναθεώρηση. Η αναθεώρηση λοιπόν όπως την περιέγραψα, δηλαδή η άσκηση της δευτερογενούς συντακτικής εξουσίας καθόν τρόπο ορίζει το Σύνταγμα, εντός των ορίων του Συντάγματος, απαιτείται κατά το Σύνταγμά μας να είναι εξαιρετικά σώφρων και συναινετική. Γίνεται σπάνια, το νωρίτερο κάθε πέντε χρόνια και πρέπει να συγκεντρώνει ευρύτατες πλειοψηφίες. Και πρέπει να οργανώνεται μέσα από δυο διαφορετικές Βουλές, με παρεμβολή γενικών βουλευτικών εκλογών, ώστε ο λαός να μετέχει με τον τρόπο αυτόν, αλλά και οι πολιτικοί του εκπρόσωποι να έχουν συνείδηση του γεγονότος ότι εφάπτονται με την Ιστορία.

Ότι δεν διαμορφώνουν μια συγκυριακή πολιτική απόφαση που εκφράζεται με τον συνήθη νόμο, ή με τις κανονιστικές πράξεις της διοίκησης. Συνομιλούν λοιπόν με την Ιστορία και βάζοντας τα χέρια τους μέσα το Σύνταγμα επηρεάζουν τη σχέση μιας κοινωνίας και ενός οργανωμένου κράτους μ΄ αυτό που λέγεται μακρύς ιστορικός χρόνος.

Εάν δεν υπάρχουν προϋποθέσεις πολιτικής συναίνεσης για να συγκροτηθεί η αναγκαία πλειοψηφία που είναι αυξημένη, και αν δεν υπάρχει η πολιτική ηρεμία και ο σεβασμός που απαιτείται για να επικοινωνήσεις με την Ιστορία, τότε είναι καλύτερα να αποφύγεις την Αναθεώρηση γιατί μπορεί να έχεις μια συνταγματική τερατογένεση.
Και επειδή όταν δεν μπορείς να μιλήσεις στα σοβαρά για τα μεγάλα πρακτικά θέματα που αφορούν την οικονομία, την ανάπτυξη, τις επενδύσεις, την απασχόληση, την εξωτερική πολιτική, η εύκολη διαφυγή είναι να μιλάς ευκαίρως -ακαίρως περί θεσμών και συντάγματος, το φαινόμενο του συνταγματικού λαϊκισμού, της αναθεωρητικής δημαγωγίας καραδοκεί και πρέπει να αντισταθούμε στο φαινόμενο αυτό.

Μπαίνω τώρα στο θέμα μου, το οποίο όπως προανήγγειλε ο Πρόεδρός μας είναι οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας ως σχέσεις συνταγματικώς ρυθμισμένες και ειδικότερα η συνταγματική θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Το 1995, όταν κινήθηκε η διαδικασία αναθεώρησης που μετά από τρεις Βουλές και πολλά χρόνια κατέληξε στην ολική αναθεώρηση του 2001, είχαμε συμπεριλάβει και πρόταση για την αναθεώρηση του άρθρου 3, για τον διαχωρισμό των ρόλων Κράτους – Εκκλησίας με σκοπό την «αποκρατικοποίηση» της Εκκλησίας, την απαλλαγή της δηλαδή από τον αυστηρό κρατικό έλεγχο και την ενίσχυση της κανονιστική της αυτονομίας.
Η αλήθεια είναι ότι η Εκκλησία ευγενικά, δια του τότε Αρχιεπισκόπου, του μακαριστού Σεραφείμ αντέδρασε, και τα δυο τότε μεγάλα κόμματα συνήνεσαν να αποσύρουν την πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 3, αλλά αυτό ερμηνεύτηκε στις διαδικασίες αναθεώρησης με έναν τρόπο που δεν θέτει σε αμφιβολία το άρθρο 13 του Συντάγματος, δηλαδή τη βασική διάταξη για την πλήρη κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας.

Προσέξτε, όχι της ανεξιθρησκείας, όπως, εσφαλμένα λέγεται, της θρησκευτικής ελευθερίας. Είναι τελείως διαφορετικό ζήτημα η ανεξιθρησκεία, είναι ανοχή. Η θρησκευτική ελευθερία είναι θετικό δικαίωμα που καλύπτει όλες τις εκφράσεις του λόγου, της σκέψης και της κίνησης, γιατί αφορά τον θρησκευτικό λόγο, τη λατρεία, το συνέρχεσθαι, το συνεταιρίζεσθαι. Στη βάση ολων των ατομικών δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων ομαδικής δράσης βρίσκεται ιστορικά ,σε μεγαλο βαθμό , η θρησκευτική ελευθερία.

Γιατί το σύγχρονο εθνικό κράτος, το κυρίαρχο και τώρα περιορισμένης κυριαρχίας γιατί δεν είναι κράτος πια αλλά είναι κράτος - μέλος περιφερειακών ή διεθνών συσσωματώσεων, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι το κράτος που ξεκινάει μετά την Συνθήκη της Βεστφαλίας ως ένα κράτος με συγκεκριμένη θρησκευτική ταυτότητα, αυτή του ηγεμόνα του, λόγω της σύγκρουσης που είχε κατακλύσει την Ευρώπη, σύγκρουση μεταξύ του Καθολικισμού και της Διαμαρτύρησης που πήρε εξαιρετικά βίαιες μορφές.


Μια σύγκρουση στην οποία οι περιοχές του ανατολικού Μεσαίωνα δεν μετείχαν. Άρα, ένα κράτος ορθόδοξης παράδοσης, μια κοινωνία, ένα έθνος ορθόδοξης διαδρομής δεν έχει μετάσχει στην εμπειρία αυτή. Πάντως, εκτελώνισε και απεδέχθη αυτό το πρότυπο κρατικής οργάνωσης με έναν πρώιμο τρόπο, σχεδόν ολοκληρωμένο.

Όπως έγινε και στην Ελλάδα μετά το 1821, όταν με απόφαση του επαναστατημένου έθνους, εγκαθιδρύθηκαν θεσμοί οι οποίοι απορρέουν από τη μήτρα της Βεστφαλίας και του βεστφαλικού κράτους.

Μετά από αυτή την εισαγωγή, η οποία, νομίζω, θα διευκολύνει την αλληλοκατανόησή μας, και για τη δική μου αλλά και για τις επόμενες εισηγήσεις, θέλω να σας εξηγήσω τί εννοώ λέγοντας ότι οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας είναι συνταγματικά ρυθμισμένες, εξειδικεύοντας κάπως πράγματα που έχω διατυπώσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια στο έργο μου για τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας και σε πολλές μελέτες και εισηγήσεις μου.

Η κλασσική τυπολογία σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας, αυτή που διδασκόμεθα στις νομικές και θεολογικές σχολές, η τυπολογία που αναφέρεται σε πολιτειοκρατικά ή θεοκρατικά συστήματα, η τυπολογία που καταλήγει στο σύστημα της νόμω κρατούσης πολιτείας όπως έχει επικρατήσει να λέγεται στην Ελλάδα ,είναι μια τυπολογία που αφορά ιστορικά περιόδους μη ολοκληρωμένης προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας και αφορά μια τυπολογία που ανήκει στην ευρύτερη σφαίρα της βεστφαλικής, όπως προανέφερα, αντίληψης των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας.

Αυτή η τυπολογία επηρεάζεται από μια μηχανιστική αντίληψη περί κράτους. Όταν λέμε κράτος, εννοούμε κράτος ίσον πολιτικοδιοικητικός μηχανισμός, ίσον πολιτικό και διοικητικό σύστημα εξουσίας. Το κράτος δεν είναι αναγκαστικά αυτό όμως, όπως θα δούμε.

Και για να το πω πιο απλά, το κράτος δεν είναι αναγκαστικά ένας μηχανισμός ή μόνο ένας μηχανισμός. Είναι και μια σχέση. Μια συμπύκνωση ενός διαρκούς συσχετισμού κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Μια συνεχής σχέση μεταξύ κοινωνίας των πολιτών και πολιτικής κοινωνίας. Και για να το κάνω ακόμη πιο απλό, το κράτος με την ευρύτατη έννοιά του, είναι αυτή καθαυτή η έννομη τάξη. Άρα, το κράτος, από την άποψη αυτή, περιλαμβάνει ό,τι ρυθμίζει το Σύνταγμα και συγκροτεί την έννομη τάξη.

Το Σύνταγμα δεν ρυθμίζει μόνο το κράτος, δηλαδή, σχέσεις δημοσίου δικαίου. Ρυθμίζει και την κοινωνία και την αγορά. Ρυθμίζει, για να το πω ακόμη πιο απλά, και τον ιδιωτικό τομέα. Ρυθμίζει τις κοινωνικές σχέσεις συνολικά, οι οποίες υπάγονται στην ίδια κρατική εξουσία γιατί εν τέλει υπάγονται στην ίδια δικαστική εξουσία.

Διότι και οι ιδιωτικές σχέσεις υπάγονται σε κρατικό έλεγχο μέσω της δικαστικής εξουσίας. Η κοινωνική ειρήνη είναι στοιχείο του γενικού συμφέροντος, στοιχείο της δημόσιας πολιτικής. Άρα, μπορούμε να αντιληφθούμε πόσο ευρεία είναι αυτή η έννοια του κράτους ως έννομη τάξη.

Χρειαζόμαστε, λοιπόν, μια τυπολογία σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας που αφορά ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος υπό συνθήκες πλήρους προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας. Ούτως ή άλλως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 9 της ΕΣΔΑ και στην αντίστοιχη διάταξη του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και χρειαζόμαστε μια τυπολογία που έχει σχέση με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Όχι σχέση με την Αγία Έδρα. Όχι σχέση με ομολογίες της Διαμαρτύρησης. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να αναζητήσουμε μια τυπολογία που δεν έχει απέναντί της μια κρατική οντότητα, όπως αναγνωρίζεται ότι είναι κατά το Διεθνές Δίκαιο η Αγία Έδρα. Η Αγία Έδρα, όχι η Πόλη του Βατικανού που είναι μια ελαφρά παραλλαγή σε σχέση με την Αγία Έδρα.

Χρειαζόμαστε μια άλλη τυπολογία πιο ολοκληρωμένη και σύγχρονη που να ανταποκρίνεται σε μια γενική θεωρία του κράτους και του Συντάγματος. Αλλά, χρειαζόμαστε και μια άλλη εκκλησιολογική αντίληψη. Διότι, όχι μόνο η πολιτειολογία αλλά και η εκκλησιολογία είναι επηρεασμένη από αυτή τη βαθιά δυτική προσέγγιση η οποία δεν μας επιτρέπει τώρα να την χρησιμοποιήσουμε με επωφελή τρόπο, δηλαδή μέσα σε ένα πλαίσιο πλήρους σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας.

Προσέξτε. Μην έχουμε στο μυαλό μας μια χώρα όπως η Ελλάδα που έχει ένα πληθυσμό στην συντριπτική του πλειοψηφία Ορθόδοξο, έστω κατά περίπτωση Ορθόδοξο ή κατά καιρούς Ορθόδοξο με μια επιλεκτική σχέση με το θρησκεύεσθαι. Φανταστείτε ότι τώρα ασχολούμαστε και με το Οικουμενικό Πατριαρχείο όχι μόνο με την Εκκλησία της Ελλάδος, δηλαδή με μία χώρα όπως η Τουρκία. Φανταστείτε τί σημασία έχει η θρησκευτική ελευθερία όχι στην ελληνική αλλά στην τουρκική έννομη τάξη για την προστασία των θρησκευτικών μειονοτήτων.

Μην σκέπτεσθε την Ορθόδοξη Εκκλησία ως Εκκλησία της πλειονότητας. Σκεφθείτε την Ορθόδοξη Εκκλησία ως Εκκλησία της μειονότητας όχι μόνο στην Τουρκία που είναι η έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου αλλά και εκεί που βρίσκονται οι εκασταχού επαρχίες του Θρόνου που είναι παντού μειονότητες. Για να έχουμε μια ολοκληρωμένη αντίληψη και μια αίσθηση της σημασίας που έχει η ίση μεταχείριση.

Άρα πρέπει να έχουμε μια καλή αίσθηση των σχέσεων κανονικού αφενός και εσωτερικού και διεθνούς δημοσίου δικαίου αφετέρου, συμπεριλαμβανομένου και του ευρωπαϊκού δικαίου. Μιλάμε λοιπόν για θέματα εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας, αλλά και για θέματα σχέσης κράτους και κοινωνίας των πολιτών.

Η Εκκλησία, όχι εκκλησιολογικά τώρα, αλλά νομικά, είναι ένα συλλογικό υποκείμενο της θρησκευτικής ελευθερίας, με νομική προσωπικότητα, με κάποια νομική οντότητα σε κάθε περίπτωση. Ακόμη κι αν σε κάποια έννομη τάξη είναι μια απλή ένωση προσώπων που έχει όμως ισχυρά δικαιώματα.

Είναι μια ιστορική οντότητα, μια οντότητα συνυφασμένη με την ιστορία του Έθνους, είναι μια οντότητα της κοινωνίας των πολιτών, αλλά στο επίπεδο της έννομης τάξης πρέπει να βρούμε τί είναι και η απάντηση ότι είναι ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου δεν σημαίνει τίποτα γιατί δεν είναι παντού ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου η Ορθόδοξη Εκκλησία.
Υπάρχουν άλλες έννομες τάξεις στις οποίες αναζητεί την ταυτότητά της. Μπορεί και σε χώρες όπως το Βέλγιο ή η Αυστρία ή η Γερμανία, να είναι ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αλλά σε άλλες χώρες να μην είναι. Υπήρχαν και εδώ ανοικτά ζητήματα για το τί είναι νομικά άλλες εκκλησίες, άλλα δόγματα, άλλες οντότητες θρησκευτικές που δεν είναι Ορθόδοξες. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι λοιπόν εντός της εθνικής και της διεθνούς έννομης τάξης πρωτίστως συλλογικό υποκείμενο και φορέας της θρησκευτικής ελευθερίας.

Και, όπως είπα προηγουμένως, όταν συζητάμε για τις σχέσεις της Εκκλησίας με το Κράτος δεν εννοούμε μόνο τη σχέση με το Νομοθέτη και τη Διοίκηση, αλλά και τη σχέση με την Δικαιοσύνη. Οι παλαιοημερολογητικές συσσωματώσεις στις οποίες αναφέρθηκε προηγουμένως ο κοσμήτωρ είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Υπάγονται στον έλεγχο του κράτους; Υπάγονται στα Πολιτικά Δικαστήρια. Καταφεύγουν στα Πολιτικά Δικαστήρια.

Η Εκκλησία της Ελλάδος ελέγχεται από το Συμβούλιο της Επικρατείας στην ακυρωτική διαδικασία, αλλά και τα πολιτικά δικαστήρια κρατικά είναι. Είναι ίσης σημασίας άσκηση κρατικής εξουσίας το να κρίνεις και να απονέμεις δίκαιο είτε με την μορφή της διοικητικής δικαιοσύνης είτε με την μορφή της πολιτικής δικαιοσύνης. Και, σε τελευταία ανάλυση της ποινικής δικαιοσύνης όπου όλοι αντιμετωπίζονται ως άτομα με τον ίδιο τρόπο.

Άρα χρειαζόμαστε ένα σύστημα συνταγματικά ρυθμισμένων σχέσεων. Τί σημαίνει αυτό. Αυτό σημαίνει ότι ό,τι κι αν συμβεί, ό,τι κι αν κάνουμε, ακόμη και αν σε μια μελλοντική αναθεώρηση διαγραφεί πλήρως το άρθρο 3 ή διατυπωθεί με τελείως διαφορετικό τρόπο, πάντως θα υπάρχει μια σχέση Εκκλησίας και Κράτους γιατί υπάρχει μια αδιάρρηκτη σχέση με την κρατική εξουσία ως έννομη τάξη και ως δικαστική εξουσία .

Αυτή είναι μια προσέγγιση η οποία είναι ταυτόχρονα και προστατευτική και φιλελεύθερη. Είναι φιλελεύθερη για όλους τους άλλους και απολύτως προστατευτική για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Γιατί, σε τελευταία ανάλυση, αν δει κανείς την Ορθόδοξη Εκκλησία πρωτίστως ως συλλογικό υποκείμενο άσκησης της θρησκευτικής ελευθερίας, αυτή είναι το συντριπτικά μεγαλύτερο και το πιο ισχυρό υποκείμενο άσκησης της θρησκευτικής ελευθερίας.

Τί σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι όποια συνταγματική διευθέτηση και αν γίνει η Εκκλησία θα έχει πάντα σημαντικά δικαιώματα τα οποία όμως δεν απορρέουν από το άρθρο 3, αλλά από το άρθρο 13, δηλαδή από τη θρησκευτική της ελευθερία.

Επιτρέψτε μου να αναφέρω την κατά τη γνώμη μου πιο απλή απόδειξη αυτού που λέω, την πιο πρακτική:


Ένα μεγάλο θέμα ερμηνείας του άρθρου 3, είναι ο βαθμός συνταγματικής προστασίας των ιερών κανόνων. Τι λέει η Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας εν τέλει, μετά από διάφορες παλινδρομήσεις και πάντα με αποχρώσεις; Ότι κατοχυρώνονται οι κανόνες οι οποίοι έχουν δογματικό περιεχόμενο ( όροι ) και οι διοικητικοί κατά το θεμελιώδες τους περιεχόμενο.

Γιατί; Γιατί αναζητούσε η νομολογία επί δεκαετίες μια λύση στο άρθρο 3. Σχετικά πρόσφατα θεμελίωσε τις σκέψεις της για το ζήτημα αυτό στο άρθρο 13 αν και επέστρεψε στο αρθρο 3 . Εάν όμως η Εκκλησία ως υποκείμενο της θρησκευτικής ελευθερίας κατά το άρθρο 13 θεωρεί ότι αυτοί είναι οι κανόνες της, δεν έχει κανείς δικαστής το δικαίωμα να διατυπώσει διαφορετική γνώμη. Διότι, αυτό είναι στοιχείο της θρησκευτικής συνείδησης και του θρησκευτικού συνεταιρίζεσθαι του υποκειμένου που λέγεται Ορθόδοξη Εκκλησία, εκκλησία του Ορθοδόξου Δόγματος.

Εάν η Εκκλησία θέλει να κατοχυρώσει ως στοιχείο της ταυτότητάς της στο σύνολό τους τους ιερούς κανόνες, χωρίς να εμπλέκεται σε μία καζουιστική νομολογιακή περί του ποιοι κανόνες προστατεύονται και ποιοι όχι, (κατηγορώντας μετά το ΣτΕ ότι λειτουργεί ως οικουμενική σύνοδος και καθορίζει τον τρόπο οργάνωσης της Εκκλησίας, δηλαδή παρεμβαίνει στον πυρήνα της πίστης), πρέπει να φύγει από το πεδίο του άρθρου 3 και να διεκδικήσει την κατοχύρωση των ιερών κανόνων όπως η ίδια τους θέλει, επικαλούμενη το άρθρο 13, δηλαδή τη θρησκευτική της ελευθερία.

Διότι αλλιώς θα φτάσουμε στο παράλογο αποτέλεσμα οι παλαιοημερολογητικές οντότητες που δεν δεσμεύονται από το άρθρο 3 να κατοχυρώνουν τους ιερούς κανόνες, όπως τους θέλουν αυτές, συνολικά, λόγω θρησκευτικής ελευθερίας, μέσω του άρθρου 13, και η επίσημη ορθόδοξη εκκλησία να περιπλέκεται σε μια διαρκή αντιδικία με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς το ποιός εκφράζει το δόγμα.

Το πολλαπλό λοιπόν περιεχόμενο του άρθρου 3, είναι πολύ συνοπτικά το εξής:


Πρώτον, η αναφορά στη θρησκεία της Ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας ως επικρατούσα θρησκεία. Η επικρατούσα θρησκεία δεν είναι ούτε η επίσημη ούτε η κρατική θρησκεία, είναι η θρησκεία της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων πολιτών. Αυτό είναι η κρατούσα στην επιστήμη αντίληψη. Είναι μια έννοια με διαπιστωτικό και πραγματολογικό χαρακτήρα, είναι μια έννοια με ιστορικό χαρακτήρα που σέβεται τους δεσμούς του Έθνους με την Ορθοδοξία και τον χριστιανισμό γενικότερα.

Γιατί η επανάσταση της ανεξαρτησίας έγινε στο όνομα των χριστιανών κατοίκων της οθωμανικής αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων των καθολικών και των προτεσταντών. Θυμάστε όλοι την περιπέτεια ταυτότητας μιας μεγάλης προσωπικότητας που είναι ο Γεώργιος Τερτσέτης, που τον βάφτισε ο πατέρας του καθολικό, η μητέρα του ορθόδοξο, κι έπρεπε να μεγαλώσει και να πει ότι επιλέγει την ορθόδοξη ταυτότητα.

Δεύτερον, το εύρος της συνταγματικής προστασίας των ιερών κανόνων, ζήτημα στο οποίο αναφέρθηκα. Εδώ ανακύπτει εντόνως η ανάγκη για σύμφωνη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ερμηνεία του Συντάγματος συνολικά, άρα και του άρθρου 3 που μας παραπέμπει στις σχετικές διατάξεις της Σύμβασης και στο άρθρο 13 του Συντάγματος.

Τρίτο ζήτημα, πολύ ειδικότερο, είναι ο γλωσσικός τύπος της Αγίας Γραφής – το αφήνω κατά μέρος λόγω έλλειψης χρόνου.

Το τέταρτο και κορυφαίο ζήτημα, χάριν του οποίου υπάρχει το άρθρο 3 και το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να διαφυλαχθεί, γιατί αυτό δεν καλύπτεται από το άρθρο 13, ενώ όλα τα άλλα υπερκαλύπτονται από το άρθρο 13, είναι η συνταγματική εγγύηση των κανονικών σχέσεων μεταξύ της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησία της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Και το γεγονός ότι δια του άρθρου 3 εισάγονται, στην πραγματικότητα, δύο συστήματα σχέσεων Κράτους και Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα.

Ένα σύστημα συνταγματικά ρυθμισμένων σχέσεων Κράτους και Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος, που πρέπει να το αντιμετωπίζουμε κυρίως στο πλαίσιο του άρθρο 13. Και ένα δεύτερο σύστημα, οιονεί ομοταξίας μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ως υποκειμένου του διεθνούς δικαίου ομοίας και ίσης τάξεως με την ελληνική πολιτεία με την οποία συμπράττει.

Με την οποία συμπράττει αφενός μεν με την αναγνωρισθείσα εκ του Συντάγματος έκδοση του τόμου του 1850 και της πράξης του1928, καθόσον αφορά το εκκλησιαστικό καθεστώς εν Ελλάδι. Αφετέρου δε στο πλαίσιο του άρθρου 105 του Συντάγματος για την θέσπιση ή την τροποποίηση του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους.

Άρα το άρθρο 3 έχει κολοσσιαία σημασία για αυτό το δεύτερο σύστημα ομοταξίας μεταξύ Ελληνικής Πολιτείας και Οικουμενικού Πατριαρχείου το οποίο αντιμετωπίζεται από το Σύνταγμά μας ως οντότητα του διεθνούς δικαίου ισότιμη με την Πολιτεία και συμπράττουσα με την Πολιτεία σε σημαντικά ζητήματα, όπως τα δύο που μολις είπαμε.

Συνεπώς το βασικό ζήτημα που προκύπτει από το άρθρο 3 είναι η συνταγματική προστασία της κανονικής υπόστασης αλλά και της διεθνούς θέσης του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που σημαίνει ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει τη διεθνή νομική του προσωπικότητα.

Και έχουμε επίσης εκ του τρόπου αυτού και συνταγματική αναγνώριση και προστασία των πολλαπλών ορθοδόξων εκκλησιαστικών καθεστώτων εντός της ελληνικής έννομης τάξης. Διότι το άρθρο 3 εγκαθιδρύει την πολυτυπία των καθεστώτων:

- Την Εκκλησία της Ελλάδος την οποία αναγορεύει ως αυτοκέφαλη εκφραζόμενο ευρύτερα από ότι πρέπει. Διότι δεν είναι η Εκκλησία της Ελλάδος αυτοκέφαλη. Αυτοκέφαλη - ζητώ κατανόηση για την φαινομενική ταυτολογία - είναι η αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, του τόμου του 1850. Η οποία επιτροπικώς ασκεί τη διοίκηση επί των μητροπόλεων των νέων χωρών, και μαζί με αυτές συγκροτεί την κανονική και νομική οντότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η οποία εμπεριέχει όχι μόνο την κατά κυριολεξία αυτοκέφαλη αλλά και τις μητροπόλεις των νέων χωρών .


Το άρθρο 3, κατά τη γνώμη μου, καλύπτει το σύνολο των όρων της πράξης του 1928 και όχι μόνο τον τρόπο συγκρότησης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, διότι οποιαδήποτε περαιτέρω διάκριση ως προς τους όρους της πράξης που γίνεται από την νομολογία, παραβιάζει το άρθρο 13 του Συντάγματος και μετατρέπει ένα ζήτημα εκκλησιολογίας και κανονικού δικαίου σε ζήτημα δικαστικής ερμηνείας του Συντάγματος, δηλαδή σε ζήτημα κρατικό.

- Την ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης που συνιστά επαρχία του Οικουμενικού Θρόνου
- Το καθεστώς των Μητροπόλεων της Δωδεκανήσου και της Εξαρχίας της Πάτμου που είναι επίσης επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου

- Το καθεστώς του Αγίου Όρους που ρυθμίζεται αναλυτικά στο άρθρο 105 του Συντάγματος.

Στο πλαίσιο λοιπόν του συστήματος των συνταγματικά ρυθμισμένων σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας έχουμε αυτό το δεύτερο σύστημα σχέσεων Κράτους και Οικουμενικού Πατριαρχείου. Για τα άλλα πρεσβυγενή πατριαρχεία και την Ιερά Μονή του Σινά έχουμε απλώς προστασία της ιδιοκτησίας, στο άρθρο 18 παράγραφος 5. Ενώ ως προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχουμε συνταγματική αναγνώριση πράξεων που έχει εκδώσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο ασκώντας την κανονική δικαιοδοσία του, ειδικά δε ως προς το Άγιο Όρος συνταγματική αναγνώριση της πνευματικής δικαιοδοσίας, αλλά και της νομοθετικής συναρμοδιότητας του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντιμετωπίζεται συνεπώς από το Σύνταγμα ως διεθνής οντότητα ομόλογη του ελληνικού κράτους. Αυτό έχει σοβαρές επιπτώσεις στο νομικό χαρακτήρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο εσωτερικό της ελληνικής έννομης τάξης. Δεν έχουμε συνταγματική ή έστω νομοθετική διάταξη για το Οικουμενικό Πατριαρχείο καθεαυτό ως οντότητα της ελληνικής εθνικής έννομης τάξης. Υπάρχουν νομοθετικές διατάξεις για το νομικό χαρακτήρα επαρχιών ή οντοτήτων του θρόνου στην Ελλάδα.

Για παράδειγμα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου είναι η Εκκλησία της Κρήτης, οι Μητροπόλεις της, οι ενοριακοί της ναοί κοκ ,ενώ άλλα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα της Κρήτης είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, όπως συμβαίνει και με την Εκκλησία της Ελλάδας. Το ίδιο συμβαίνει πλέον ρητά και με τις Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου. Υπάρχει βέβαια το γνωστό πρόβλημα ως προς το νομικό χαρακτήρα των Μονών του Αγίου Όρους κατά την νομολογία του ΣτΕ.

Η ελληνική νομοθεσία μπορεί να μην περιλαμβάνει ρητή ρύθμιση για τη νομική φυσιογνωμία του Πατριαρχείου στην εσωτερική έννομη τάξη, το Σύνταγμα το αναγνωρίζει όμως ως οντότητα του διεθνούς δικαίου. Είναι προφανές ότι αυτό δεν μειώνει καθόλου την ανάγκη πλήρους προστασίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην τουρκική έννομη τάξη με βάση τα μειονοτικά δικαιώματα κατα τη Συνθήκη της Λωζάνης, το νεώτερο καθεστώς προστασίας των θρησκευτικών μειονοτήτων στο διεθνές δίκαιο, την αναγνώριση της διεθνούς οντότητάς του από κράτη και διεθνείς οργανισμούς και τη διεθνή υπόστασή του στο πλαίσιο μιας διεθνούς κανονικής τάξης που διέπει τις ορθόδοξες εκκλησίες, αλλά και όλες τις χριστιανικές ομολογίες που βρίσκονται σε επαφή και διάλογο ( όχι σε κοινωνία με την θεολογική έννοια του όρου ) με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αυτό το διεθνές κανονικό δίκαιο - με ευρύτατη χρήση των σχετικών όρων - μπορεί να θεωρηθεί τμήμα του εθιμικού διεθνούς δικαίου ή ακριβέστερα των γενικά παραδεδεγμένων κανόνων του διεθνούς δικαίου, σύμφωνα με τη διατύπωση των άρθρων 28 παρ.1 και 100 παρ. 1 του Συντάγματος.

Το ζήτημα λοιπόν της αναθεώρησης του άρθρου 3 εάν τεθεί, πρέπει να τεθεί υπό το πρίσμα αυτό. Πάντως η τυχόν μη αναθεώρηση του άρθρου 3 δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι περιορίζεται το άρθρο 13. Το άρθρο 13 παρ. 1 είναι θεμελιώδης διάταξη του Συντάγματος μη υποκείμενη σε αναθεώρηση και αντιστοιχείται με διεθνείς κανόνες προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας, άρα σε καμία περίπτωση το άρθρο 3 δεν μπορεί να θεμελιώσει περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας και ισότητας.

Από την άλλη πλευρά, αν κινήσει κανείς την αναθεώρηση του άρθρου 3 και θίξει τελικά το καθεστώς του Οικουμενικού Πατριαρχείου είτε κανονικά είτε νομικά, τότε έχει βλάψει ένα τεράστιο αγαθό που λέγεται διεθνής υπόσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Αυτό που θα μπορούσε να γίνει είναι να προσθετεί, όπως έχω προτείνει από το 2006, μια ερμηνευτική δήλωση η οποία θα αποσαφηνίζει ρητά ότι το άρθρο 3 δεν συνιστά περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας, ώστε να μην υπάρχει κανένα ερμηνευτικό πρόβλημα. Άλλωστε όλα τα ερμηνευτικά προβλήματα, θα τα βλέπουμε πάντα υπό το πρίσμα της νομολογίας του ΕΔΔΑ. Διότι αλλιώς η Ελλάδα γίνεται αποσυνάγωγη διεθνώς και έχει διεθνή ευθύνη. Μιλώντας σε ένα τέτοιο ακροατήριο δεν χρειάζεται καν να αναφερθώ στα επιμέρους ζητήματα ελληνικού ενδιαφέροντος τα οποία απασχόλησαν τη νομολογία του ΕΔΔΑ.

Υπό την έννοια αυτή πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η επιλογή που έχουν κάνει ιστορικά τα Συντάγματά μας, με τις κατά καιρούς παραλλάζουσες διατυπώσεις του άρθρου 3 είναι η αναγνώριση της θέσης του Οικουμενικού Πατριαρχείου και η συμφιλίωση του κανονικού και του πολιτειακού δικαίου.

Πρόκειται για μια σχέση που κατά καιρούς έχει δοκιμαστεί με πάρα πολύ αρνητικές επιπτώσεις και για την Εκκλησία και για την Πολιτεία. Αυτά τα διδάγματα τα ιστορικά, πρέπει να μας κάνουν να είμαστε οπαδοί του απόλυτου σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας γιατί αυτό θα προστατεύσει τελικά, σε μια κρίσιμη περίσταση, την Ορθόδοξη Εκκλησία. Και βεβαίως πρέπει να διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού, την κατά το Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο θέση του Οικουμενικού Θρόνου.