Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Δημητρίου Ν. Μόσχου:Νέο Πρόγραμμα Σπουδών Θρησκευτικών: απαντήσεις σε καλοπροαιρέτους – Μέρος Β΄: ο χαρακτήρας του μαθήματος

Δημητρίου Ν. Μόσχου, επικ. Καθηγητή Τμήματος Θεολογίας Παν/μίου Αθηνών

Στο πρώτο μέρος αυτού του κειμένου επιχειρηματολόγησα για ένα μάθημα Θρησκευτικών που αφορά σε όλους τους μαθητές και φυσικά δεν διεξάγεται στο εσωτερικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας και κάθε θρησκευτικής κοινότητας. Μ’ αυτές τις αντιλήψεις εργάσθηκα στην επιτροπή κατάρτισης των νέων Προγραμμάτων Σπουδών, αφού επιλέχθηκα από το μητρώο εμπειρογνωμόνων, όπου είχα καταθέσει την υποψηφιότητά μου κατά τη σχετική προκήρυξη από την άνοιξη του 2010, όπως και πολλοί άλλοι συνάδελφοι. Κατά τη διάρκεια των εργασιών διαπιστώσαμε σχεδόν όλα τα μέλη της Επιτροπής ότι κινούμαστε σε γενικές γραμμές προς την ίδια κατεύθυνση.


Η Θρησκειολογία είναι αμαρτία;

Δυστυχώς, και η συζήτηση για το χαρακτήρα του μαθήματος, όπως και για την οργανωτική του βάση παρέμεινε πρόχειρη και εγκλωβισμένη σε συνθήματα. Για παράδειγμα ο όρος «θρησκειολογικό» αντιμετωπίσθηκε ως συνώνυμο της προδοσίας και του συγκρητισμού. Προσωπικά, όμως, αδυνατώ να εντοπίσω πότε μέσα στη θεολογία της Εκκλησίας η γνώση άλλων θρησκειών (να μην αναφέρω χριστιανικών ομολογιών) υπήρξε προδοτική ή υπονομευτική για το λόγο της, ώστε να δικαιολογεί βριστικούς χαρακτηρισμούς που σκανδαλίζουν και σπέρνουν πανικό. Αντιθέτως, υπάρχουν διάφορα ενδιαφέροντα παραδείγματα που υποδηλώνουν μια διαφορετική στάση: ο γνωστός μας από τη Λαυσαϊκή ιστορία Παλλάδιος Ελενοπόλεως φέρεται ως συγγραφέας του έργου «Περί των της Ινδίας εθνών και των βραχμάνων» με σημαντικές πληροφορίες για τον Ινδουϊσμό χωρίς πολεμικό πνεύμα (από την κριτική το έργο θεωρείται γνήσιο). Αλλά και όπου ο σκοπός είναι πολεμικός ή ερμηνευτικής προσαρμογής προηγείται μακρά και επισταμένη παρουσίαση, όπως συμβαίνει με τις αναφορές για την αρχαία ελληνική θρησκεία στα έργα του Κλήμεντος Αλεξανδρέως ή η γνώση για την (σύγχρονη του συγγραφέα) εβραϊκή θρησκεία στην Επιστολή Βαρνάβα που αποτελούν πηγές πληροφοριών μέχρι και σήμερα. Δεν συζητώ καθόλου (γιατί τα θεωρώ γνωστά πράγματα) τις πολύτιμες πληροφορίες γενικώτερα για το θρησκευτικό υπόβαθρο της εποχής του Επιφανίου Σαλαμίνος (Πανάριον Αιρέσεων) ή του αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων. Συνέχεια τέτοιας παράδοσης στις μέρες μας είναι ένα από τα πιο επιτυχημένα επιστημονικά εγχειρίδια για το Ισλάμ που γράφτηκε από έναν γνωστό σύγχρονο ιεράρχη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο. Η γνώση, λοιπόν άλλων θρησκειών δεν μπορεί να χαρακτηριστεί προδοσία της πίστεως. Το επιχείρημα ότι επειδή με το νέο πρόγραμμα σπουδών η γνώση αυτή θα ξεκινά από το Δημοτικό Σχολείο, με αποτέλεσμα να σχετικοποιούνται στο μυαλό των μαθητών τα της Ορθόδοξης πίστης δεν επιβεβαιώνεται από τα πράγματα. Όσοι διδάσκουν ή μεγαλώνουν παιδιά, ξέρουν ότι από τρυφερότατη ηλικία με την παρέμβαση των μηχανισμών μαζικής κουλτούρας (διαφήμιση, ΜΜΕ, διαδίκτυο κλπ.) τα παιδιά είναι ήδη εξοικειωμένα με όρους, όπως «γιν, γιανγκ», «Αβατάρα», «κάρμα», «κισμέτ» κλπ., εκφράσεις όπως «στην προηγούμενη ζωή μου...», εικόνες από λατρείες άλλων θρησκειών, πρακτικές γιόγκα κλπ. Το να εξηγείς με προοδευτικό τρόπο σε ποια συνάφεια ανήκουν αυτά (ο συκοφαντημένος «θρησκευτικός γραμματισμός» για τον οποίο βλ. παρακάτω) και ότι ΔΕΝ αποτελούν τμήμα της ορθόδοξης πίστης, δεν είναι οδοποίηση προς το συγκρητισμό αλλά το ακριβώς αντίθετο. Δυστυχώς, όσοι «μετρούν» πόσες φορές αναφέρεται π.χ. ο Βούδας στο νέο ΠΣ (με αποτέλεσμα να γράφεται παραπειστικά ότι είναι πανταχού παρών, αν αναφέρεται απλώς στις δραστηριότητες κατά μέσον όρο 1 ή το πολύ 2 φορές σε κάποια σχολικά έτη), δεν εμβαθύνουν στο πώς διδάσκεται. Είναι συγκρητισμός όταν ανατίθεται στους μαθητές εργασία για να εντοπίσουν τις διαφορές στην έννοια της σωτηρίας ανάμεσα στο Βουδισμό και το Χριστιανισμό; Για την ιστορία, πάντως, να πούμε ότι ο απαραίτητος διδακτικός χρόνος για τη διδασκαλία όσων θεμάτων σχετίζονται με την Ορθοδοξία καλύπτει σχεδόν τα 3/4 του συνολικού χρόνου.

Η αγραμματοσύνη περί τον θρησκευτικό γραμματισμό

Η άλλη μεγάλη παρεξήγηση αφορά τη γνώση «μέσα από τη θρησκεία» που αναφέρεται στους στόχους του νέου ΠΣ. Με ένα πλήθος κειμένων βάλλεται η πρόθεση αυτή του ΠΣ με το σκεπτικό ότι πρόκειται για γνώσεις των κοινών αγαθών που έχουν οι θρησκείες μεταξύ τους, επομένως οδηγούμαστε σε «πανθρησκεία», συγκρητισμό κλπ. Απάντηση στο πώς θα λειτουργήσει το ιδιαίτερο κομμάτι της μάθησης μέσα από τη θρησκεία βρίσκεται στην ουσιαστική κατανόηση των περί θρησκευτικού γραμματισμού, που αναλύονται ιδιαίτερα στον Οδηγό Εκπαιδευτικού (σ. 14-15) και εξηγείται ότι πρόκειται για την ανάπτυξη «γλωσσικής επάρκειας» για να προσεγγισθεί η «γλώσσα» της θρησκείας ώστε οι μαθητές «να διακρίνουν και να ερμηνεύσουν τις εμπειρίες τους υπό το φως ενός δημόσιου διαλόγου» (σ. 14), δηλαδή τις δικές τους εμπειρίες, τη θρησκεία που έχει ο καθένας, χωρίς να σχετικοποιείται, ούτε να απολυτοποιείται εις βάρος των άλλων. Είναι λυπηρό ότι η επιπόλαιη και μάλλον προκατειλημμένη ανάγνωση των περί θρησκευτικού γραμματισμού ακόμη και από ειδικό πανεπιστημιακό συνάδελφο έδωσε λαβή για καταδικαστικές κρίσεις επί Νεοβαρλααμισμώ κλπ.

Στην πράξη, αν διαβάσει κανείς προσεκτικά τους διδακτικούς στόχους και τις επάρκειες στο τέλος κάθε τάξης στο Πρόγραμμα Σπουδών (που θα αποτελεί τη βασική μας πυξίδα και το κριτήριο για συζήτηση κι όχι οι διδακτικές δραστηριότητες), εκεί θα διαπιστώσει ότι καλούνται οι μαθητές να τοποθετηθούν απέναντι στη δική τους θρησκεία και τα ιδιαίτερα στοιχεία της. Π.χ. στις επάρκειες της Α΄ Γυμνασίου που αφορούν στην «προσωπική ανάπτυξη και την καλλιέργεια αξιών και στάσεων» (που είναι το κατ’ εξοχήν κομμάτι της προσωπικής εμπλοκής, learning from religion και όχι about religion) αναφέρεται ότι οι μαθητές «αναπτύσσουν κριτική στάση απέναντι στη δική τους θρησκευτική ιδιοπροσωπία» (ΠΣ, σ. 73), στη Β΄ ακριβώς το ίδιο (ό. π., σ. 84) και μόνο στη Γ΄ αναφέρεται στο αντίστοιχο σημείο «προσεγγίζουν κριτικά τη δική τους θρησκευτική ιδιοπροσωπία και επεξεργάζονται κριτικά άλλες θρησκευτικές στάσεις» (ό.π. σ. 97). Αυτό, όμως, είναι το τέλος του κύκλου, όταν ο μαθητής θα έχει τις προϋποθέσεις. Το ΠΣ ξεκινά για την προσέγγιση της «γλώσσας της θρησκείας», όπως λέει το ίδιο, από τα συγκεκριμένα που αφορούν στον κόσμο των παιδιών και τα ενδιαφέροντά τους (πρόσωπα, ιστορίες κλπ.), προχωρά σε πιο γενικές συνάφειες (κείμενα, μνημεία, τελετές κλπ.) στην Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού για να καταλήξει σε πιο σύνθετα στοιχεία και αντίστοιχες διαδικασίες στο Γυμνάσιο. Δεν προβλέπεται, όμως, επάρκεια στην σύγκριση μεταξύ τμημάτων από το κάθε θρησκευτικό σύστημα ή διδασκαλία. Κι αυτό γιατί, όπως εξηγήσαμε, ο θρησκευτικός γραμματισμός είναι μια διαδικασία στοιχείωσης του μαθητή στην ανάπτυξη κριτικού αναστοχασμού και αφομοίωσης της δικής του θρησκευτικής παράδοσης.

Δυστυχώς, μονομερείς παρουσιάσεις που αποκρύπτουν οδηγούν σε συσκότιση και αύγχυση. Π.χ. κάποιοι κραδαίνουν τη φράση «η θρησκευτική μάθηση επιχειρεί την υπέρβαση της θρησκευτικής απολυτότητας (δηλαδή τη συμμόρφωση σε χριστιανικές αξίες)» (ΟΕ, σ. 92) ως τεκμήριο συγκρητισμού και αποσιωπούν το σύνολο της παραγράφου, ότι δηλαδή «η θρησκευτική μάθηση που παράγεται εντός του ΜτΘ επιχειρεί την υπέρβαση τόσο της θρησκευτικής απολυτότητας (συμμόρφωση με χριστιανικές αξίες) όσο και της ουδετερότητας (αντικειμενική περιγραφή των θρησκειών) και κινείται σε μια κατεύθυνση λειτουργική» που θέλει να κατανοήσουν οι μαθητές την επίδραση και λειτουργία της θρησκείας στη ζωή τους προσωπική και κοινωνική, επομένως να δουν πώς η δική τους θρησκεία επιδρά στη δική τους ζωή, αλλά προφανώς και η θρησκεία των συνανθρώπων/συμμαθητών τους απέναντι στη δική τους και στην κοινωνία που ζουν. Εξυπακούεται ότι αυτό θα διαφέρει από σχολείο σε σχολείο και από μικροκοινωνία σε μικροκοινωνία και οπωσδήποτε (κάτι που συνήθως λησμονείται) είναι ο δάσκαλος αυτός που θα οργανώσει και θα προσαρμόσει το μάθημα. Σ’ ένα σχολείο αμιγώς Ορθοδόξων μαθητών με ενεργή λειτουργική ζωή το μάθημα θα οργανωθεί αλλιώς από μια τάξη-πανσπερμία με διαφορετικές προϋποθέσεις, ή σε περιοχές αμιγώς ετεροδόξων. Πού βρίσκεται εδώ η πανθρησκεία, ο συγκρητισμός κλπ.; Προφανώς, στο μυαλό όσων δεν καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για μια ουσιαστική αναμέτρηση του ΜτΘ με τη σύγχρονη παιδαγωγική πραγματικότητα, που του δίνει μια κεντρική θέση στο δημόσιο σχολείο, και όχι τη θέση του φτωχού συγγενή. Μια ευκαιρία για όλους τους εμπλεκομένους στο ΜτΘ που μάλλον δεν θα μας δίνεται για πάντα. Αλλά θα επανέλθουμε για επιμέρους ζητήματα.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου