Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Παναγιώτης Αρ. Υφαντής, Η ενοποιός αγάπη του Χριστού (Β΄ Κορ 5,14-20)

Ομιλία που εκφωνήθηκε στην Προσευχή για την ενότητα των χριστιανών, στον Καθολικό Ναό της Αμώμου Συλλήψεως της Θεσσαλονίκης, το Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017.

Το 2017 συμπληρώνονται 500 χρόνια από την ιστορική ανάδυση της Μεταρρύθμισης. Η συγκεκριμένη επέτειος αποτελεί από μόνη της μια γόνιμη πρόκληση για τους σύγχρονους χριστιανούς που καλλιεργούν και προάγουν το οικουμενικό όραμα. Πράγματι, φέτος για πρώτη φορά στην ιστορία καθολικοί και λουθηρανοί θεολόγοι συνεργάστηκαν για μια από κοινού κατανόηση της σημασίας της Μεταρρύθμισης. Για πρώτη φορά, η Καθολική Εκκλησία αναγνώρισε επίσημα στο έργο του Λουθήρου μια μαρτυρία του Ευαγγελίου. Επίσης φέτος, για πρώτη φορά υπήρξε τόσο ενεργός και καθοριστική η συμβολή των Γερμανικών Χριστιανικών Εκκλησιών στη διαμόρφωση του θέματος της Εβδομάδας Προσευχής για την ενότητα των Χριστιανών, το οποίο είναι η «αγάπη του Χριστού πού μάς ωθεί στη συμφιλίωση». Το θέμα αυτό είναι εμπνευσμένο από το εδάφιο 5, 14-20 της Β΄ προς Κορινθίους Επιστολής, στο οποίο ο Παύλος αναφέρεται στην ενοποιό αγάπη του Χριστού.

Πρώτα από όλα, αξίζει να θυμηθούμε ότι όταν ο Παύλος μιλά για την αγάπη του Χριστού δεν εννοεί την δική μας αγάπη γι’ αυτόν, αλλά για την θεία αγάπη που ο ίδιος ενσαρκώνει και προσφέρει στους ανθρώπους. Η θεία αγάπη δεν εξαντλείται σε ένα θετικό συναίσθημα, που εξωραΐζει την ιδιοτέλεια όπως συμβαίνει συχνά στους ποικιλώνυμους δεσμούς αγάπης που συνδέουν τους ανθρώπους. Αντιθέτως, πρόκειται για μια αγάπη που υποστασιάζεται σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο με την ίδια του τη ζωή και τον θάνατό Του προσφέρει στους ανθρώπους αυτό που οι ίδιοι ούτε μπορούμε να κατορθώσουμε ούτε βέβαια να το αγοράσουμε με κανένα αντίτιμο: Την αποκατάσταση της χαμένης ή τραυματισμένης ενότητας ανάμεσα στον παρόντα και στον επέκεινα κόσμο, ανάμεσα στην ιστορία και την αιωνιότητα, ανάμεσα στο άκτιστο και στο κτιστό, ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο. Μέσω αυτής της θείας Αγάπης που ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού ο άνθρωπος αποκτά ξανά τη δυνατότητα να γίνει αυτός που είναι. Ένα ον που συγγενεύει με τον Δημιουργό του, μια ύπαρξη ελεύθερη και αγαπητική, που καλείται να αναδεικνύει αυτή τη συγγένεια και να καθιστά ορατούς τους καρπούς της και να τους μοιράζεται με τους άλλους. Με άλλα λόγια, να γίνεται συνεργάτης, διάκονος του ίδιου του σχεδίου του Θεού υπηρετώντας την ενότητα, την καταλλαγή, την συμφιλίωση μεταξύ όλων των όντων και μεταμορφώνοντας ολόκληρη την κτίση σε μια συμπαντική δοξολογία ενότητας, ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας προς τον κοινό Πατέρα και Δημιουργό.

Ο απόστολος Παύλος, στην προς Ρωμαίους Επιστολή του, γράφοντας πως «ο Θεός μάς έσωσε επειδή πιστέψαμε» και πως «ο Χριστός μάς οδήγησε με την πίστη στον χώρο της χάριτος του Θεού, στην οποία είμαστε στερεωμένοι, και καυχόμαστε για την ελπίδα της συμμετοχής στη δόξα του Θεού»[1], αφήνει να εννοηθεί πως η μοναδική συμμετοχή του ανθρώπου στην οικείωση των καρπών της χάριτος και στη σωτηρία είναι η πίστη. Το ίδιο υποστηρίζει και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σχολιάζοντας το συγκεκριμένο αποστολικό εδάφιο: «Πρόσεχε όμως πώς παντού ο Παύλος αναφέρει και τα δύο, και αυτά που προσφέρει ο θεός και αυτά που προσφέρουμε εμείς. Τα δικά του βέβαια είναι ποικίλα και πολλά και διαφορετικά, γιατί και πέθανε για μας, και μας συμφιλίωσε, και μας οδήγησε κοντά του, και μάς έδωσε χάρη ανέκφραστη, ενώ εμείς προσφέραμε μόνο την πίστη»[2]. Πράγματι, όπως εξηγεί ο μεγάλος Πατέρας και Διδάσκαλος της ενιαίας Εκκλησίας, όχι βάσει των δικών μας ικανοτήτων, χαρισμάτων ή αρετών αλλά μόνο δυνάμει της χάριτος μπορέσαμε να γνωρίσουμε τον Θεό, να απαλλαχθούμε από την πλάνη, να γνωρίσουμε την αλήθεια, να καρπωθούμε τα πνευματικά αγαθά του βαπτίσματος, να λάβουμε άφεση για τα αμαρτήματά μας και να αξιωθούμε άπειρες τιμές[3].

Ωστόσο, από την εμπειρία μας γνωρίζουμε πόσο δύσκολο είναι πολύ συχνά να συντονίσουμε τους πνευματικούς μας βηματισμούς με τον σωστικό ρυθμό της θείας χάριτος. Εξίσου καλά γνωρίζουμε, έστω κι αν ενίοτε αποφεύγουμε να το παραδεχθούμε, ότι και οι χριστιανικές Εκκλησίες και ομολογίες κατά την ιστορική τους όδευση ξεστράτισαν από την αγάπη και θεώρησαν τους καρπούς της θείας χάριτος ένα αποκλειστικό τους προνόμιο.

Αυτό σημαίνει πως ναι μεν η χάρις προσφέρεται δωρεάν όμως η πρόσληψη, η εμπέδωση και η καρποφορία της εξαρτώνται από την εσωτερική ωριμότητα του ανθρώπου, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Και ποιο είναι το κριτήριο που επιβεβαιώνει αυτή την εσωτερική ωριμότητα; Ο απόστολος Παύλος είναι σαφής. Όποιος διακατέχεται από την αγάπη του Χριστού μεταποιεί την εμπειρία του σε μαρτυρία ενότητας καλώντας και τους άλλους να συμμετάσχουν σε αυτήν. Ή όπως δείχνει το παράδειγμα των αγίων, γίνεται ο ίδιος μια ζωντανή μαρτυρία της εν Χριστώ ειρήνης και της συμφιλίωσης ακόμη και γι’ αυτούς που τον συκοφαντούν, τον διώκουν ή τον καταδικάζουν. Γιατί ο άνθρωπος που ζει την αγάπη του Χριστού, δεν ζει για τον εαυτό του, ζει αλλά και πεθαίνει για τους άλλους, για τη δική τους πληρότητα και σωτηρία, όπως ακριβώς και ο Θεάνθρωπος.

Στην εγκύκλιό του για την Χαρά του Ευαγγελίου, ο πάπας Φραγκίσκος μιλά γι’ αυτή την πνευματική αγαλλίαση του χριστιανού, γι’ αυτή την ευγνωμοσύνη και την πληρότητα της θείας αγάπης μέσα του, που μεταμορφώνεται σε ευαγγελισμό. Γράφει ο ίδιος: «Το καλό τείνει πάντα να μεταδίδεται. Κάθε γνήσια εμπειρία της αλήθειας και της ομορφιάς τείνει στην επέκτασή της, και κάθε άνθρωπος που ζει μια βαθιά απελευθέρωση αποκτά μεγαλύτερη ευαισθησία απέναντι στις ανάγκες των άλλων. Καθώς μεταδίδεται το καλό απλώνει ρίζες και αναπτύσσεται. Γι’ αυτό, όποιος επιθυμεί να ζήσει με αξιοπρέπεια και πληρότητα δεν έχει άλλο δρόμο από το να αναγνωρίσει τον άλλο και να αναζητήσει το δικό του καλό. Δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσουν συνεπώς ορισμένες εκφράσεις του αποστόλου Παύλου όπως “Η αγάπη του Χριστού μας διακατέχει” (Β΄ Κορ 5,14) και “Αλίμονό μου αν δεν κηρύσσω το Ευαγγέλιο!” (Α΄ Κορ 9,16)»[4].

Αν λοιπόν, η μαρτυρία που υπηρετεί την ενότητα φανερώνει την παρουσία της θείας χάριτος και τη συνδρομή του ανθρώπου στο θείο σχέδιο «της των πάντων ενώσεως», αναπόφευκτα η απουσία μιας τέτοιας μαρτυρίας επιβεβαιώνει την παλινδρόμηση του πιστού στον παλαιό άνθρωπο, στον άνθρωπο της ανυπακοής, της ρήξης και της αντιπαλότητας. Γι’ αυτό και απαιτείται μετάνοια. Δεν θα αναφερθώ σε περιπτώσεις ή εκδοχές αυτής της ναρκωμένης, ανενεργού, ή κίβδηλης εν Χριστώ ζωής και της πνευματικής επιστροφής στη ζωή «εν τω Αδάμ». Θα αναφέρω μονάχα ένα θεμελιώδες πρόβλημα, από το οποίο πηγάζουν και πολλά άλλα. Πως συχνά η διαίρεση και η έλλειψη της πλήρους ενότητας δεν αντιμετωπίζονται, όπως θα έπρεπε, ως ένα βαρύ αμάρτημα ή και μια χρόνια πνευματική ασθένεια. Και, αντιστρόφως, πως το αίτημα της ενότητας δεν συνδέεται με τη μίμηση του Χριστού, με τη σωτηρία και την αγιότητα. Το πρόβλημα αυτό εντοπίζεται κυρίως στις Εκκλησίες που χρησιμοποιούν την Παράδοση ως ένα μέγεθος που ανταγωνίζεται την Αγία Γραφή και τον ίδιο τον Χριστό, ως αφορμή και μέσο κατάκρισης ή εξουδένωσης όλων εκείνων που δεν ανήκουν σε αυτήν. Αυτό αποδεικνύει ότι η αγάπη του Χριστού από γεγονός εσωτερικής μεταμόρφωσης και αγαπητικού ανοίγματος της ύπαρξης έχει παραμορφωθεί σε ένα ιδεολόγημα που δεν υπηρετεί παρά τον πνευματικό ναρκισσισμό και τη διαιώνιση της ομολογιακής αντιπαλότητας. Όπως τόνισε πριν από αρκετές δεκαετίες ο ορθόδοξος Πατριάρχης Αλεξανδρείας Παρθένιος, πρέπει να «νοιώσομε την λύπη της διαιρέσεώς μας… γιατί η ένωση θέλει πολλή ταπείνωση και πολλή συγχώρηση και πολλή μετάνοια»[5]. Διότι «η διαίρεση είναι πάντα αμαρτία και κόλαση» ενώ «η ενότητα είναι παράδεισος και αλήθεια»[6].

Ζούμε τη ζωή του Χριστού όταν επιτρέπουμε στην αγάπη του να μας αποκαλύπτει στα πρόσωπα των άλλων την επίγεια εικόνα του Θεού. Όταν επιτρέπουμε στην αγάπη του να μας μεταμορφώνει σε ζωντανές μαρτυρίες της συμφιλίωσης και της ενότητας.

Με αφορμή την φετινή επέτειο από την ανάδυση της Μεταρρύθμισης νιώθω την ανάγκη κλείνοντας να μοιραστώ μαζί σας λίγους στίχους του γερμανού θεολόγου Dietrich Bonhoeffer, που μοιάζουν να συμπυκνώνουν το πνευματικό νόημα και πρόταγμα της αποψινής σύναξης:

Όχι ό,τι σ’ ευχαριστεί, μα το σωστό

πράξε και τόλμα,

μην ταλαντεύεσαι στις πιθανότητες,

άδραξε θαρραλέα το πραγματικό,

όχι στη φυγή των στοχασμών,

μόνο στη δράση κατοικεί η ελευθερία.

Ξέφυγε απ’ τους δισταγμούς του φόβου

προς την καταιγίδα των γεγονότων,

μονάχα στην εντολή του Θεού

και στη δική σου πίστη στηριγμένος,

και η ελευθερία θα υποδεχτεί

με αγαλλίαση το πνεύμα σου.[7]

Αμήν.

[1] Ρωμ 5, 1-2.

[2] Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις την Προς Ρωμαίους Επιστολή, Ομιλία 10, 2-3.

[3] Όπ.π.

[4] Η χαρά του Ευαγγελίου, § 8-9.

[5] Παρθένιος, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, «Το Πνεύμα το Άγιον», στο Η Ζ΄ Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, Καμπέρα, Φεβρουάριος 1991, Χρονικό-Κείμενα-Αξιολογήσεις, επιμ. Γ. Ν. Λαιμόπουλος, Εκδ. «Τέρτιος», Κατερίνη 1992, σ. 53, 56.

[6] Το παράθεμα στο Χρ. Σταμούλης, «Ορθόδοξη Θεολογία και οικουμενικός διάλογος», στο AA.VV., Ορθόδοξη Θεολογία και οικουμενικός διάλογος, επιμ. Π. Βασιλειάδης, Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2005, σ. 93.

[7] Απόσπασμα από το ποίημα «Σταθμοί στον δρόμο για την ελευθερία» (21 Ιουλίου 1944).

Το κείμενο προέρχεται από τον προσωπικό ιστοχώρο του κ. Υφαντή στο ACADEMIA.

Αναδημοσίευση: ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου