Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Χρυσόστομου Α. Σταμούλη: Εκκλησία και Αριστερά

Οι σχέσεις της Εκκλησίας με την Αριστερά στην Ελλάδα έρχονται από μια σκοτεινή μήτρα. Στηρίζονται σε αδιάψευστες ιστορικές πράξεις, σε ανομίες και αστοχίες, που έχουν χαράξει ανεπανόρθωτα το κοινό σώμα, αλλά και σε ένα πλήθος προκαταλήψεων και παρεξηγήσεων –αποτέλεσμα απουσίας διάθεσης ανοικτού διαλόγου–, που μεγιστοποιεί το χάσμα που επέβαλε η αγριότητα της Ιστορίας. Κάποιες ενδιαφέρουσες και σημαντικές προσπάθειες του νεότερου παρελθόντος κινήθηκαν καθαρά σε θεωρητικό επίπεδο και άφησαν τους λογαριασμούς με την εναρκτήρια διάθεση ανοικτούς. Μαζί, όμως, και μια παρακαταθήκη για συνέχεια.
Το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, στο πλαίσιο μιας ανειλημμένης ευθύνης απομάκρυνσης από οποιαδήποτε στανική και ως εκ τούτου «ειδωλολατρική» εσωστρέφεια, αποφάσισε, σε συνέχεια άλλων δραστηριοτήτων του, ομόφωνα, τη διοργάνωση επιστημονικού Συνεδρίου με γενικό τίτλο Εκκλησία και Αριστερά. Πράξη που αποδεικνύει τη διαλογική φύση του Πανεπιστημίου γενικότερα, αλλά και της θεολογίας ειδικότερα. Μια πράξη παρεμβατική, η οποία στηρίζεται στην βαθιά πεποίθηση, πως από τον διάλογο κανείς δεν κινδυνεύει. Τουναντίον, η αδυναμία διαλόγου, η άρνηση της συνάντησης, είναι εκείνη η διαβρωτική πραγματικότητα, που ισχυροποιεί τη δαιμονοποίηση και ανακηρύσσει τον δογματισμό σε κυρίαρχο παράγοντα της ενορχηστρωμένης καθημερινότητας. Στον αντίποδα, η γνώση που προκύπτει από την άμεση συνάντηση με τα πρόσωπα και τα πράγματα αποτελεί τον οντολογικό πυρήνα που επιτρέπει την ανοικοδόμηση κοινού οίκου. Επιτρέπει, με άλλα λόγια, την αξιοποίηση των διαφορετικών υλικών, προκειμένου να πραγματωθεί μια φυσιολογία ελεύθερη, λειτουργική και ρεαλιστική. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο απέναντι, ο ξένος, ο διαφορετικός, ο οποιοσδήποτε άλλος, δεν αποτελεί απειλή, αλλά τόπο συνάντησης, τόπο διάνοιξης του κλειστού εαυτού στον πληθυντικό αριθμό. Μια πραγματικότητα, που επιτρέπει τη διάλυση της ιδιώτευσης, αλλά και της μοναξιάς των τσαλακωμένων του κόσμου, με το χτίσιμο του μυστηρίου της αξιοπρέπειας και της κοινωνίας.

Βέβαια, μια τέτοια προσπάθεια δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θεωρεί δεδομένη τη φωνή της πανεπιστημιακής θεολογίας, η οποία κρατά το αυτονόητο δικαίωμα και την ευθύνη της κριτικής διάθεσης με την οποία αντιμετωπίζει τα δεδομένα του διαλόγου. Η πρόσκληση του Τμήματος Θεολογίας προς τη θεσμική Εκκλησία, δηλαδή την Ιεραρχία, αλλά και τη θεσμική, δηλαδή την κοινοβουλευτική, Αριστερά, δεν έχει ουδεμία σχέση με «λήψεις του ζητούμενου». Πολύ περισσότερο, δεν προδικάζει προαποφασισμένες συγκλίσεις ή αποκλίσεις. Σε καμία περίπτωση δεν υπάρχουν προσυμφωνημένα υπονοούμενα. Μοναδικό προσύμφωνο η διάθεση ουσιαστικής γνωριμίας και η ψηλάφηση συγκεκριμένων πρακτικών θεμάτων, όπως η Βασιλεία του Θεού και η λαϊκή εξουσία, τα θρησκευτικά σύμβολα και η θρησκευτικότητα στο δημόσιο χώρο, η εκκλησιαστική περιουσία και η μισθοδοσία του κλήρου, τα κοινωνικά προβλήματα και το μεταναστευτικό ζήτημα, τα οποία κομματιάζουν την ενότητα του τρόπου μας. Δοκιμή, με άλλα λόγια, αντοχής των υλικών, που συνιστούν το νεότερο ελληνικό πολιτισμό. Και είναι σαφές πως η Ορθοδοξία «δεν είναι απλώς κάποιες χρηστομάθειες ή μια απλή θρησκευτική πίστη, ιδιωτικής υπόθεσης» (Ν. Ματσούκας), αλλά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι αυτού του πολιτισμού, συνεπώς της κοινωνικής πράξης — χωρίς βέβαια να εξαντλείται σε αυτόν, καθώς ο χαρακτήρας της ήταν και παραμένει, σε πείσμα πολλών, οικουμενικός.

Η συζήτηση, στον δημόσιο χώρο, πραγματικοτήτων με δημόσιο χαρακτήρα, καθώς εντός αυτού αναπτύσσονται, με αυτόν διαλέγονται, από αυτόν επηρεάζονται και αυτόν συνδιαμορφώνουν, δεν αποτελεί πολυτέλεια, πολύ περισσότερο δεν αποτελεί ύποπτη υπερβολή, απερισκεψία, αλλά βαθιά αναγκαιότητα η οποία κυρίως και πάνω από όλα συνδέεται με την ιστορική στιγμή. Τόσο η Εκκλησία, όσο και η Αριστερά, αποτελούν σημεία αναφοράς μεγάλων τμημάτων του ελληνικού λαού, από τα οποία απαιτείται τολμηρή και ξεκάθαρη κατάθεση θέσεων. Βέβαια, μια τέτοια προσπάθεια προϋποθέτει κατάφαση στην αλλαγή ενός κόσμου που αλλάζει και μας αλλάζει, τη στιγμή που όσο εμείς αλλάζουμε τον αλλάζουμε. Ένα πέρασμα, δηλαδή, από την ανεύθυνη παρακολούθηση-ενοχοποίηση της ζωής των άλλων, στην έμπονη ζωή με τον άλλο, ζωή για τον άλλο, ζωή στον άλλο. Μια αναχώρηση από την εργαλειακή-συστημική κατανόηση του ανθρώπου και μια αυτοπαράδοση στο θαύμα του κοινού, όχι κατ’ ανάγκην ταυτόσημου, βηματισμού.

Σκοπός του Συνεδρίου δεν είναι να πείσει η Εκκλησία την Αριστερά για τη θεότητα του Χριστού. Ούτε, βέβαια, η Αριστερά την Εκκλησία για το αντίθετο. Μπορεί, όμως, αυτή η συνάντηση να αξιοποιήσει τις συνέπειες ενός πολιτισμού της σάρκωσης, ο οποίος συγκροτείται στη βάση της κένωσης του εαυτού και στην πρόσληψη του εντελώς διαφορετικού. Στο άδειασμα, δηλαδή, των ιστορικών ατομικών ή συλλογικών βεβαιοτήτων, προκειμένου να μείνει χώρος για τη συνάντηση με το ελάχιστο. Και είναι σαφές, πως τούτο το Συνέδριο δεν αναζητά το ανέφικτο, αλλά το εφικτό. Εξάπαντος δεν θέλει να σώσει τον κόσμο και πολύ περισσότερο δεν θέλει, καταπώς γράφει ο Τάσος Λειβαδίτης, να τον σώσει την ερχόμενη Τρίτη. Θέλει, απλά και μόνο, να δώσει μια ευκαιρία στην έκπληξη. Σαν εκείνη που ένιωσαν εκπρόσωποι της Αριστεράς, όταν σε ερώτησή τους για τη διάθεση της θεολογίας να υποστηρίξει την ανέγερση τζαμιού στον τόπο μας, τους είπαμε ότι στη Θεολογική Σχολή, εδώ και τριάντα περίπου χρόνια, λειτουργεί χώρος προσευχής των μουσουλμάνων. Έτσι, ίσως να έχουμε μια δυνατότητα να δούμε αυτό που «χρόνια πολεμάει μέσα στη σκοτεινή μήτρα» των ανομιών της Ιστορίας, «να ξετυλιχθεί και να καρπίση» (Ν. Καζαντζάκης).


Ο Χρυσόστομος Α. Σταμούλης διδάσκει στο Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, του οποίου είναι και πρόεδρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου