Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

Η θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Οθωμανικό κράτος και η προάσπιση των δικαιωμάτων του: Η περίπτωση του Πατριάρχη Διονυσίου Ε΄ (1887-1891)

Η εισήγηση του επίκουρου καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Διονυσίου Βαλαή στο 13ο Διαχριστιανικό Συμπόσιο με θέμα «Χριστιανικός βίος και πολιτική εξουσία» που διεξήχθη στο Μιλάνο (28-30 Αυγούστου)
Το περί ανεξιθρησκίας πολυθρύλλητο «διάταγμα των Μεδιολάνων» (313), που εφέτος εορτάζουμε τη 1700ή επέτειο από την έκδοσή του, αποτελεί ορόσημο στην ιστορία της Εκκλησίας. Η χριστιανική πίστη από διωκόμενη κατέστη επιτρεπόμενη, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 380, αναγνωρίστηκε από τον Αυτοκράτορα Μ. Θεοδόσιο ως επίσημη θρησκεία του Ρωμαϊκού κράτους. Με τον τρόπο αυτό αποτέλεσε έναν από τους βασικότερους προσδιοριστικούς και ενοποιητικούς παράγοντες της αυτοκρατορίας.

1. Συνοπτική αναφορά στις σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας στο Βυζάντιο
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στη νομοθεσία του Βυζαντίου η χριστιανική Ιεροσύνη και η Βασιλεία χαρακτηρίζονταν ως δώρα του Θεού με διακριτούς ρόλους για τη διακονία του λαού. Ως εκ τούτου, μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, με την έννοια της πολιτικής και εκκλησιαστικής ηγεσίας, αναπτύχθηκαν σχέσεις στενής συνεργασίας, χωρίς ωστόσο να εκλείπουν και περίοδοι προστριβών και εντάσεων μεταξύ τους λόγω των εκατέρωθεν υπερβάσεων των αρμοδιοτήτων τους. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο Αυτοκράτορας θεωρούνταν κεφαλή του κράτους και καλούνταν να προστατεύει την Εκκλησία. Εξέχουσα θέση και μεγάλο κύρος απέκτησε βαθμιαίως και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος πέραν των εκκλησιαστικών αρμοδιοτήτων του συνεπικουρούσε την πολιτική ηγεσία με σκοπό τη διασφάλιση της εσωτερικής ειρήνης και την προστασία της αυτοκρατορίας από εχθρικές απειλές.
Ασφαλώς, το πλέγμα αυτό σχέσεων μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας διαφοροποιήθηκε σημαντικά κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας, καθότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο κλήθηκε να επιτελέσει την αποστολή του σε συνθήκες δουλείας υπό αλλόθρησκο ηγεμόνα. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διαμορφωθείσας σχέσης του με το απολυταρχικό θεοκρατικό ισλαμικό καθεστώς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα εξετάσουμε ακολούθως, εστιάζοντας το ερευνητικό ενδιαφέρον μας στο πατριαρχικό προνομιακό ζήτημα.
 
2. Η θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Οθωμανικό κράτος
Ο ηγετικός ρόλος του Οικουμενικού Πατριάρχη διατηρήθηκε και μάλιστα ενισχύθηκε κατά την περίοδο της Οθωμανοκρατίας. Ο Σουλτάνος Μεχμέτ ο Β΄ ο Πορθητής, τηρώντας τον ισλαμικό ιερό νόμο σχετικά με τους κατακτημένους λαούς της Βίβλου και αποβλέποντας σε πολιτικά και οικονομικά οφέλη, παραχώρησε σημαντικές αρμοδιότητες στον πρώτο μετά την άλωση της Κων/πόλεως Οικουμενικό Πατριάρχη Γεννάδιο τον Β΄. Έκτοτε, οι παραχωρήσεις αυτές, γνωστές ως «προνόμια», περιλαμβάνονταν στο διοριστήριο έγγραφο (βεράτι), που χορηγούσε η Υψηλή Πύλη στον εκάστοτε Πατριάρχη κατά την επικύρωση της εκλογής του, ορίζοντας ως δικαιώματά του: α) το διορισμό και την παύση κληρικών και μοναχών, β) τη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας, γ) την εκδίκαση αστικών υποθέσεων (γάμοι, διαζύγια, διατροφές, διαθήκες κλπ.), δ) την κάρπωση της αδιάθετης περιουσίας ιερωμένων και μοναχών μέχρι του ποσού των 5.000 άσπρων, και ε) την είσπραξη εκκλησιαστικών φόρων. Του παρεχόταν, επίσης, η διαβεβαίωση της ισόβιας άσκησης των καθηκόντων του, της προστασίας του από αυθαίρετες ενέργειες κρατικών αξιωματούχων και της μη άσκησης βίαιου εξισλαμισμού στο ποίμνιό του.
 
Για περισσότερα: ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου