Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Το μάθημα των Θρησκευτικών: Μια άλλη άποψη

του Τρύφωνα Τσομπάνη, Λέκτορα Θεολογικής Α.Π.Θ.

Το έχει η ιστορία της φυλής μας,συχνά να συμφωνούμε διαφωνούντες ή να διαφωνούμε συμφωνούντες, με αποτέλεσμα μετά από λίγο καιρό να μη μπορούμε να βγάλουμε άκρη. Αυτή η περίεργη κατάσταση που θυμίζει Βαβέλ, συχνά μας ταλαιπωρεί κυρίως όταν τίθενται κάποια θέματα στο τραπέζι του διαλόγου, και ενώ τα θέματα θα μπορούσαν να λυθούν σε πολύ λίγο χρόνο, αναλισκόμαστε σε συζητήσεις επί συζητήσεων, σε γνωματεύσεις και ειδικά συνέδρια, σε επιτροπές και παραεπιτροπές, που ποτέ δεν παράγουν αποτέλεσμα και στο τέλος αυτός που θέλει να κάνει το δικό του (δηλ. το κράτος στην προκειμένη περίπτωση), περνά την θέση του όπως θέλει και εμείς ακόμα να συζητάμε. Παρακολουθούμε τον τελευταίο καιρό να εντείνεται η κόντρα σχετικά με το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία και κυρίως στο να περάσουμε στο Υπουργείο τη θέση μας, για τον χαρακτήρα του μαθήματος, αν τελικά θα είναι «ομολογιακός-κατηχητικός» ή αν θα έχει «θρησκειολογικό» περιεχόμενο. Στον διάλογο έχουν εμπλακεί Εκκλησία,Σωματεία, Σύλλογοι Θεολόγων και Θεολογούντων, ακαδημαϊκοί δάσκαλοι, επιστήμονες ειδικοί και μη ειδικοί, σύλλογοι γονέων, Μοναχοί και Αγιορείτες Πατέρες, που άφησαν προς στιγμήν την μοναχική τους γαλήνη και ενεπλάκησαν στα κοινά του βίου μας, άλλοτε κατευναστικά και άλλοτε πυροδοτικά, απευθύνουν έκκληση για τη σωτηρία της ορθόδοξης νεολαίας και της ελληνικής φυλής, μερικές φορές μάλιστα αμφισβητώντας την εντιμότητα και την ορθοδοξία των «αντιφρονούντων». Προφανώς όλοι θεωρούμε εαυτούς αρμοδίους να αγωνιστούμε ώστε να σώσουμε τον κόσμο από την επερχόμενη καταστροφή του νέου νόμου. Αγνοώντας ίσως πως η σωτηρία του ανθρώπου και της νεολαίας μας, δεν ανήκει στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων μας παρά μόνο στο χέρι του Θεού.

Έψαξα να βρώ αν κάτι παρόμοιο συνέβη με αντίστοιχους φορείς και συλλόγους για άλλα μαθήματα που διδάσκονται στα σχολειά μας τα παιδιά, π.χ φυσική , μαθηματικά κλπ, αλλά με έκπληξη είδα να μην υπάρχουν αντιδράσεις για τέτοιου είδους θέματα. Η μόνη αντίδραση που κατά καιρούς κατεγράφη, ήταν για το μάθημα των αρχαίων, όχι από τις Φιλοσοφικές σχολές και τους φιλολόγους, αλλά από τους ίδιους κύκλους που ασχολούνται τώρα με το μάθημα των θρησκευτικών. Βεβαίως η δυναμική αντίδραση όλων μας, για την ιστορική αλήθεια της Σμύρνης και τις παιδαριώδεις ιστορικές ανακρίβειες της κ.Ρεπούση, ήταν κάτι θεμιτό και αναγκαίο, γιατί την ιστορία μας την διασώζουμε εμείς, ενώ την Εκκλησία ο Θεός. Εντούτοις παρά το γεγονός ότι η επίσημη Εκκλησία δια της Ιεράς Συνόδου κατέθεσε τις απόψεις της, ως ο κατ΄εξοχήν αρμόδιος φορέας γι΄αυτό, όμως η συζήτηση εντείνεται χωρίς να υπάρχει λογική εξήγηση. Δηλαδή η θέση της επίσημης Εκκλησίας δεν μας καλύπτει και πρέπει οπωσδήποτε να ληφθεί υπόψιν και η θέση του καθενός ενδιαφερομένου;

Από την άλλη αναρωτιέμαι, ποιος είναι αρμόδιος για την μόρφωση των παιδιών μας;

- Φυσικά το Υπουργείο παιδείας.

-Ποιος είναι υπεύθυνος για την κατήχηση και την κατά Χριστόν αγωγή του λαού;

-Φυσικά η Εκκλησία, η ενορία, θα απαντήσουμε.

Γιατί λοιπόν δεν αναλαμβάνει ο καθείς την ευθύνη του, απέναντι στο Θεό και τους ανθρώπους;

Από πότε η εκκλησία και οι αγωνιώντες χριστιανοί και θεολόγοι εκχωρήσαμε το δικαίωμα της εκκλησίας να κατηχεί το λαό μας στο Κράτος και στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων και ζητούμε να γίνει δεκτή η θέση μας για τον τρόπο διδασκαλίας των μαθημάτων και κατήχησης των νέων; Δεν υπάρχουν αρμόδιοι ειδικοί επιστήμονες γι αυτό;

Δεν έχουν ακούσει ποτέ παράγοντες του Υπουργείου να λένε ότι εμείς είμαστε Υπουργείο Παιδείας και θρησκευμάτων και όχι ορθοδόξου εκκλησίας;

Μπορεί να μη συμφωνούμε, να μη μας αρέσει, αλλά έτσι είναι τα πράγματα. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη δομή του κράτους.

Με ποια λογική ζητούμε ή υπαγορεύουμε σε ένα κράτος άσχετο ή και θρησκευτικά άχρωμο , να διδάξει στα παιδιά μας αυτό που θα έπρεπε λογικά να διδάσκουμε εμείς ως εκκλησία και ως οικογένεια; Γιατί η ραθυμία , για την αποστολή μας, πετιέται σαν μπαλάκι στα γραφεία του υπουργείου;

Ακόμα και για το μάθημα των αρχαίων ελληνικών, όταν κατά καιρούς ακούγονται εκκλησιαστικοί άνδρες να κατακεραυνώνουν το κράτος για την κατάργηση των αρχαίων, αναρωτιέμαι για τη λογική και την απεμπόληση του δικαιώματός μας , να διδάξουμε τη γλώσσα μας στο λαό και στα παιδιά του μέσα από τον πλούτο της ορθόδοξης λατρείας. Μήπως τελικά ο Θεός μας όρισε στη διακονία Του για να διδάσκουμε τον Λόγο της Αληθείας και της πατρώας γλωσσικής κληρονομιάς και μείς αγωνιζόμαστε , με λάθος τρόπο πάλι,να μεταφράσουμε ό,τι η ραθυμία και η απαιδευσιά του νεοέλληνα θεωρεί δύσκολο προς κατανόηση , ενώ με περισσή ευκολία μαθαίνουν 4 ξένες γλώσσες;

Κι αν το κράτος ολιγωρεί ή αθεϊζει, εμείς θα επιμένουμε στη συνταγματική επιταγή, όπου «το κράτος έχει την ευθύνη της δωρεάν παιδείας και της χριστιανικής αγωγής»; Οι συνταγματικοί νόμοι είναι αυτοί που κατοχυρώνουν την πίστη μας;

Από την άλλη ακούω πολλούς αδελφούς και πατέρες να υπερθεματίζουν για ένα μάθημα Ομολογιακό και κατηχητικό, και πάλι αναρωτιέμαι ποιός δάσκαλος θα διδάξει ένα ομολογιακό μάθημα, αφού δεν έχει ούτε τις γνώσεις ούτε τις προϋποθέσεις, ούτε την όρεξη να κάνει τον κατηχητή στο Δημοτικό; Είναι γνωστό ότι τα θρησκευτικά διδάσκονται στα σχολεία μας, μόνο όπου ο Δάσκαλος έχει σχέση με την εκκλησία. Όπου αυτή η σχέση είναι προβληματική , το μάθημα το παραδίδουν οι μαθητές, κάθε φορά και ένα παιδί αναλαμβάνει να παρουσιάσει το επόμενο μάθημα.

Όσοι έχουμε παιδιά στα σχολεία ξέρουμε.

Από την άλλη, γιατί είμαστε τόσο σίγουροι ότι οι απόφοιτοι των Θεολογικών μας σχολών, έχουν τη δύναμη και τη δυνατότητα να εμφανιστούν ως ομολογητές στα σχολεία;

Αγνοείται άραγε το πώς εισέρχονται τα παιδιά στο πανεπιστήμιο; Θα αγνοείτε βέβαια και το πόσα παρακολουθούν τα μαθήματα για να αποκτήσουν θεολογικές γνώσεις.

Ας μην έχουμε ως δεδομένο ότι οι θεολογικές σχολές βγάζουν Χρυσοστόμους και Παλαμάδες, έτοιμους να μεταδώσουν και να θυσιαστούν για την πίστη. Για να μη πω για τους κληρικούς-φοιτητές, που από τους 15 εγγεγραμμένους στο εξάμηνο,παρακολουθεί ένας (1).

Εγώ δεν λέω να μη κάνουμε πόλεμο,να κάνουμε, αλλά χρειάζεται και ετοιμοπόλεμος στρατός γι αυτό.

Ή μήπως όσοι πιστεύουν σε ένα θρησκειολογικό μάθημα, έχουν την εντύπωση ότι με 24ώρες που διδάχτηκαν Θρησκειολογία, έχουν την επιστημονική επάρκεια να διδάξουν ξένα θρησκεύματα;

Μήπως έτσι ανοίγουμε την πόρτα του ελληνικού σχολείου στον κάθε Ιμάμη ή Πάστορα, ή Μάρτυρα του Ιεχωβά να μπει στο σχολειό των παιδιών μας και να αναλάβει αυτός ως ειδικός τη διδασκαλία της πίστης του, στους έστω 5 μαθητές του σχολείου; Φαντάζεστε τι μπορεί να σημαίνει αυτό σε ένα σχολείο όπου ο θεολόγος δεν θα ομολογεί έργω και λόγω την πίστη του, ενώ ο επικοινωνιακός Πάστορας θα προσφέρει ακόμα και «φύκια για μεταξωτές κορδέλες», στα πλαίσια της επικοινωνιακής πολιτικής του ;

Καλός ο αγώνας και η αγωνία μας,αλλά ας ξεκινήσουμε όχι από του χρέος του κράτους απέναντι στα παιδιά μας, αλλά από το δικό μας χρέος ως Εκκλησία, ως οικογένεια, ως ενορία, απέναντι στα παιδιά. Ο Θεός και η Εκκλησία Του, σ΄εμάς εμπιστεύθηκαν την κατά Θεόν αγωγή και προκοπή των παιδιών μας. Σ΄εμάς εμπιστεύθηκαν να μορφώσουμε τον Χριστό στις καρδιές τους, σ΄εμάς πέφτει το βάρος να κατηχήσουμε και να μυσταγωγήσουμε τον λαό Του. Εμείς θα δώσουμε λόγο, κι όχι ο Υπουργός.

Όταν ο Θεολόγος μπει μέσα στην τάξη του, κανένα Υπουργείο δεν θα του πει πώς να μιλήσει και τι να διδάξει στα παιδιά. Κανένα πρόγραμμα σπουδών δεν μπορεί να μπει ανάμεσα στο δάσκαλο και τον μαθητή, όταν ο δεσμός της αγάπης και της εμπιστοσύνης συνδέουν δάσκαλο και μαθητή, κανένας δεν μπορεί να εμποδίσει τον θεολόγο, να μιλά στο θεό για τους μαθητές του και στους μαθητές του για τον θεό, για τον τρόπο που τον ζεί και στο μέτρο που τον ζεί. Τα παιδιά μας είναι πανέξυπνα και μπορούν εύκολα να αντιληφθούν αν ο καθηγητής κοροϊδεύει κι αυτά και το Θεό.

Με πολύ συγκίνηση θυμούμαι τον μαθητή μου Ισμίρ, από την Αλβανία, όταν παρακάλεσε να παρακολουθεί το μάθημα και να τον εξετάζω κάθε φορά. Το έκανα πάντα, γιατί δε μπορούσα να του αρνηθώ τη χαρά να μιλάει στους ορθόδοξους συμμαθητές του, για έναν θεό που δεν γνώριζε προσωπικά, και αυτοί κάθε φορά τον χειροκροτούσαν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη λάμψη των ματιών του, όταν μιλούσε για τη Σταύρωση και για την Παναγιά. Όταν κάποτε τους διάβασα το υμνογράφημα του Γεωργίου του Ακροπολίτου « δός μοι τούτον τον ξένον», μόνο τα δικά του μάτια έλαμψαν από συγκίνηση κι ίσως από χαρά ,για την αγάπη του Θεού που δεν γνώριζε.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου