Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου κατά την Θεία Λειτουργεία εν τω ιερώ ναώ του Τιμίου Προδρόμου Νίγδης


ΤΗΣ Α.Θ.ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ
κ. κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ
ΕΝ ΤΩ ΙΕΡΩ ΝΑΩ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΝΙΓΔΗΣ
(9 Ιουνίου 2013)
 
Ιερώτατοι και αγαπητοί εν Χριστώ Αναστάντι αδελφοί,
Εξοχώτατε κύριε Υπουργέ,
Πατέρες, Αδελφοί και Τέκνα φιλάγια της Μητρός Εκκλησίας, ευλογημένοι προσκυνηταί,
Χριστός Ανέστη!
Κυριακή έκτη από του Πάσχα και εορτάζομεν το θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής Τυφλού από τον Αναστάντα Κύριον, ο Οποίος μας δίδει την ευλογίαν να επισκεπτώμεθα σήμερα την Αγιοτόκον Καππαδοκίαν και να τελώμεν την Θείαν Λειτουργίαν εις την Νίγδην. Όπως κάθε φορά, τα τελευταία χρόνια, έτσι και εφέτος, το προσκύνημά μας αυτό γίνεται εντός της χαρμοσύνου περιόδου του Πεντηκοσταρίου, κατά την οποίαν “πάσα κτίσις αγάλλεται και χαίρει, ότι Χριστός Ανέστη και άδης εσκυλεύθη”.
Κατά την Κυριακήν αυτήν, ο Αναστάς Κύριος, θεανθρωπίνως, άλλοτε αοράτως, άλλοτε ορατώς, πάντοτε όμως με σπλάγχνα αφάτων οικτιρμών, μας “καταξιώνει λαμπηδόνος θείας”, αφού αγγίζει τις κόρες των οφθαλμών μας με τα πλαστουργά δάκτυλά Του, και μας αξιώνει του υλικού, αλλά και του αοράτου ακτίστου φωτός, του αδύτου φωτός της Αναστάσεώς Του.
Η θεραπεία του ποτε εκ γενετής Τυφλού δεν ήτο ασφαλώς μία σωματική μόνον θεραπεία. Ο Κύριος δεν εθαυματούργει και δεν εθεράπευε μόνον τα σωματικά πάθη των ανθρώπων. Εκείνο εις το οποίον εστόχευε πάντοτε ήτο και είναι η σωτηρία της ψυχής. Όπως εφάνη επί της γής διπλούς, δηλαδή τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, διπλάς και τάς ιάσεις χορηγεί. Δεν διήνοιξε μόνον τα μάτια του τυφλού, αλλά και αυτά της ψυχής, και τον κατέστησε θεολόγον.
Πάντοτε, διά να ενεργήση ο Θεός πρέπει να συντρέχη μία βασική προϋπόθεσις. Η προϋπόθεσις της ψυχικής ωφελείας του ανθρώπου. Ουδέν νόημα έχει η σωματική θεραπεία άνευ της ψυχικής ωφελείας, δηλαδή νόημα έχει η σύνολος θεραπεία, ψυχής και σώματος. Η ψυχή είναι το πάν. Το σώμα, αργά ή γρήγορα, θα καταστή γή και σποδός και θα επιστρέψη εις την γήν εξ ής ελήφθη. Η αθάνατος ψυχή έχει αιωνίαν αξίαν, και εκ της προσοχής και φροντίδος μας δι’ αυτήν εξαρτάται το αιώνιον μέλλον.
Δεν πρέπει, λοιπόν, να λησμονήται ότι κάθε στιγμή την οποίαν διερχόμεθα εις την ζωήν μας, είναι στιγμή χρόνου που ημπορεί να μας φέρη εγγύτερον ή μακρύτερον του Χριστού. Και αναλόγως οφείλομεν να ενεργώμεν.
Και ακριβώς και ημείς “παρερχόμενοι εν τη οδώ” της επιγείου ζωής, μίαν στιγμήν μοναδικήν ζώμεν σήμερον εδώ εις την Νίγδην. Αναπολούμεν το ένδοξον παρελθόν, το οποίον ημείς οι σύγχρονοι “ου κατείδομεν εν βίω”, το γνωρίζομεν όμως από την ιστορίαν, την παράδοσιν και τα μνημεία. Ζώμεν της στιγμής το παρόν “δυνάμει του Σταυρού του Χριστού, στερεούμενοι την διάνοιαν” εις την Ανάστασιν. Καί, τέλος, αποβλέπομεν προς την στιγμήν του μέλλοντος, με προσευχήν και δέησιν και λήθην και μνήμην και δοξολογίαν της οικονομίας του Κυρίου και των θαυμασίων Του.
Αδελφοί και τέκνα ηγαπημένα εν Κυρίω,
Χαιρόμεθα, διότι σήμερον συμπροσκυνηταί και συνέκδημοι και συνοδοιπόροι μας εις την μυστικήν οδόν προς την φοβεράν Εμμαούς της Καππαδοκίας ευρίσκονται και εκπρόσωποι των ομίλων Καππαδοκών, γόνων των ιερών τούτων τόπων, με προεξάρχοντα τον Εξοχώτατον και φίλτατον Υπουργόν κ. Μάξιμον Χαρακόπουλον, και με νοσταλγίαν και συγκίνησιν επισκεπτόμεθα την πολύπαθον γήν των πατέρων μας, την οποίαν, κρίμασιν οίς οίδεν ο Κύριος, εκείνοι ηναγκάσθησαν να εγκαταλείψουν προ εννέα δεκαετιών, μεταφυτευθέντες εις τα πέρατα της γνωστής οικουμένης. Μεταξύ μας υπάρχουν και πολλοί Νιγδελήδες, απόγονοι των φιλοπροόδων εκείνων Ορθοδόξων, οι οποίοι διεκρίθησαν διά την αγάπην των εις τον Χριστόν και εις τα γράμματα, την ελληνικήν παιδείαν, συνεχίζοντες έκτοτε και μέχρι σήμερον την παιδείαν του Γένους, με απαρχάς τους τρεις φωστήρας της τρισηλίου Θεότητος, Βασίλειον τον Μέγαν, Γρηγόριον τον Θεολόγον και Ιωάννην τον Χρυσόστομον.
Την στιγμήν αυτήν, πατέρες και αδελφοί, ομιλεί Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ομιλεί η παράδοσις, οι λίθοι, ο ερειπωμένος αυτός Ναός του Τιμίου Προδρόμου, η στιγμή του παρελθόντος. Και Κύριος, “ο πάντα ειδώς και ερευνών καρδίας και νεφρούς”, γνωρίζει πόσαι οιμωγαί και κραυγαί και απελπισία και απόγνωσις και αποκεφαλισμοί και βία και απαγωγαί, “θρήνος εν Ραμά”, εις την Νίγδην των 35.000 τότε Ορθοδόξων ρωμηών κατοίκων ηκούσθησαν από προγόνους μας “μέ την ψυχήν στο στόμα”. Ομιλεί η στιγμή του παρόντος, τα πνεύματα των πατέρων και αδελφών μας, των μαρτύρων και των ανωνύμων χριστιανών, που “άφησαν το βιός” και έφυγαν. Και όμως δεν έφυγαν. Μας εκληροδότησαν αξίας και πολιτισμόν και επιτεύγματα πνευματικά φωτεινά, τα οποία δεν εκάλυψε χώμα και τάφος, σκότος βαθύ, αλλά κατηξίωσεν ο Όρθρος της Μιάς των Σαββάτων, ο Όρθρος της Αναστάσεως. Καί, αυτήν την στιγμήν απολαμβάνομεν. Παρελθόν και παρόν και μέλλον, μήπως δεν συμποσούνται εις μίαν και μοναδικήν έννοιαν, την αιωνιότητα;
Η παράδοσις, από την άλλην πλευράν, παιδείας και πολιτισμού των Καππαδοκών εσυνεχίσθη μέχρι τέλους, ιδιαιτέρως κατά τους τελευταίους αιώνας. Είναι γνωστοί οι Σύλλογοι των Καππαδοκών εις την Κωνσταντινούπολιν, οι οποίοι ανελάμβανον το οικονομικόν βάρος της λειτουργίας των σχολείων, προητοίμαζον διά του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως, του Συλλόγου “Ανατολή” και της “Καππαδοκικής Εκπαιδευτικής Αδελφότητος” και απέστελλον διδασκάλους, νηπιαγωγούς και σχολικά βιβλία. Οι Νιγδελήδες μάλιστα διέθετον εις την Πόλιν μεγάλην προσοδοφόρον περιουσίαν και εστήριζον τα επαρχιακά εδώ εκπαιδευτήρια. Και τοιουτοτρόπως προήλθε μία αμφίδρομος αδελφική σχέσις μεταξύ Κωνσταντινουπόλεως και Καππαδοκίας. Η πρώτη, με τους λογίους και τους οικονομικούς παράγοντάς της είναι εστραμμένη προς την Ανατολήν, και η τελευταία προσβλέπει εις την Κωνσταντίνου Πόλιν δι’ ενίσχυσιν του αγώνος και της ροπής προς τα άνω, διά να διατηρήση την ιδιαιτέραν θρησκευτικήν, εθνικήν, πολιτιστικήν και πνευματικήν ιδιοπροσωπίαν.
Εις την ζωήν των Καππαδοκών, η Εκκλησία είναι πάντοτε το κέντρον. Προσεκτικός περιηγητής απλούς, και μάλιστα ο μελετητής και ο προσκυνητής, διαπιστώνει χαραγμένη εις τους τοίχους των ερειπίων των Ιερών Ναών την προσευχητικήν επίκλησιν “Κύριε, βοήθει”. Και αυτό μαρτυρεί το υπεράνθρωπον, το θείον, της ψυχής του Καππαδόκου, όταν κατά κύματα εθραύοντο διά παντός εις τον αφρόν του βράχου της πίστεως αι επιδρομαί των διαφόρων κατακτητών. Ο ποιητής Ζήσιμος Λορεντζάτος, προλογίζων το έργον του ποιητού Γεωργίου Σεφέρη “Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας” γράφει: “Μόλις πάει να κατακάτσει ο κουρνιαχτός, προβαίνει στον ορίζοντα και άλλο ασκέρι”. Και τα ασκέρια ήλθον και παρήλθαν. Οι κίνδυνοι τους οποίους εβίωναν καθημερινώς οι Καππαδόκαι τους έστρεφαν συνεχώς εις τον Αναστάντα Κύριον, την μόνην ασφαλή καταφυγήν και σωτηρίαν. Μεταξύ αυτών και ο τελευταίος Μητροπολίτης Ικονίου Προκόπιος Λαζαρίδης, τραγική μορφή του 1922, ο οποίος επάλαιψε διά την σωτηρίαν του λαού του και εμαρτύρησε διά το ήθος και φρόνημα και την πιστότητά του εις τον Οικουμενικόν Θρόνον, υπερβάς την πίεσιν των γνωστών τότε δυνατών “ευθυμικών” και μή. Τραγικές φιγούρες και μορφές, οι οποίες εφρόντιζαν όχι το “εύ ζήν” αλλά το “κατά Χριστόν ζήν”. Και αυτή υπήρξεν η μοναδική αίσθησις ταυτότητος του Καππαδόκου, δεδομένου ότι η γλώσσα δεν αποτελούσε δι’ αυτόν συνδετικόν κρίκον ως συνέβαινε με ετέρους συμπαγείς χριστιανικούς πληθυσμούς. Αυτοί ομιλούσαν εδώ τα γνωστά καραμανλίδικα, κυρίως.
Η Καππαδοκία, αδελφοί, μας καλεί και σήμερον εις μίαν πνευματικήν πανδαισίαν η οποία μας τέρπει, κυρίως όμως μας καθιστά κοινωνούς μιάς γνησίας πνευματικής παραδόσεως. Ο πλούτος των μνημείων, ο κόσμος της προγονικής μνήμης, προσδιοριστικός της πνευματικής ταυτότητος του Καππαδόκου, αποτελεί διά την Μητέρα Εκκλησίαν της Κωνσταντινουπόλεως ανεκτίμητον πνευματικόν θησαυρόν, εις τον οποίον οφείλομεν χρεωστικώς να αναβαπτιζώμεθα και να θαλπώμεθα. Αι τοιχογραφίαι των Εκκλησιών, των Μονών, των κατακομβών, μαρτυρούν την σύζευξιν πνεύματος και ύλης, βυζαντινής εικονογραφίας και δημοτικής τέχνης της καθ’ ημάς Ανατολής.
Η ευλάβεια, εξ ετέρου, είναι βαθιά ριζωμένη εις την ψυχήν του Καππαδόκου. Το μαρτυρούν οι πολλοί και μεγάλοι άγιοι της γής αυτής. Οι Άγιοι Μάμας, Ιουλίττα, Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος, Ειρήνη Χρυσοβαλάντω, Ευψύχιος, Σώζων, Πέντε Μάρτυρες, Ευδόκιμος, Μελέτιος, Αρσένιος και ο οσιακώς εν Αγίω Όρει ασκήσας Γέρων Παΐσιος, και νέφος μέγα επωνύμων και ανωνύμων, οι οποίοι είλκυσαν το Πνεύμα του Θεού. Κατά τον αετόν της πνευματικής ζωής Άγιον Γρηγόριον τον Νύσσης, “η διανομή των βασιλικών χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος εντός της Εκκλησίας πραγματοποιείται διά των μυστηρίων”. Και το μυστήριον είναι ως μυστήριον ανέκφραστον. Βιώνεται μόνον ως “ολόφωτος Χάρις”, γινωσκομένη αλλ’ ουκ επιγινωσκομένη, αλλά μυστικώς επισκεπτομένη τον πιστόν “εν τη κλάσει του Αρτου”, διά να αναγνωρίση εκείνος αμέσως τον Κύριον και Θεόν του, τον οποίον πολλάκις μέσα εις την τύρβην της ζωής και την νομιζομένην ασφάλειάν του την ανθρωπίνην, που εις την ουσίαν είναι ανασφάλεια, Τον αγνοεί και ζητεί να Τον ψηλαφήση διά να Τον πιστεύση (Λορέντζος Μαβίλης).
Αυτός ήταν ο άξων της ζωής των Καππαδοκών. Η μαρτυρία, διά πάντων των στοιχείων της φύσεως και των επιτευγμάτων του ανθρωπίνου πνεύματος, είναι η διαρκής παρουσία του Θεού ως δημιουργού, συνεκτικού των στοιχείων και κυβερνήτου των πάντων.
Αυτήν την στιγμήν μέσα εις το μυστήριον του Θεού ζώμεν σήμερον. Και εμπρός εις το Μυστήριον, όταν “ομιλή ο Θεός”, κατά τον Καππαδόκην ποιητήν, “τά πάντα σωπαίνουν”. Και σκέψεις και διαλογισμοί και προγραμματισμοί και ιστορία και μνήμη και χαρές και λύπη όλα είναι παρελθόν.
Καππαδοκία, Τσεχία, Σλοβακία, Μιλάνο, Ναϊσός της Σερβίας, Ταλλίν, Καρελία, Θεσσαλονίκη, Άγιον Όρος, Ίμβρος… μερικοί σταθμοί της Πατριαρχικής πορείας προς τον κόσμον εφέτος. Πορεία μας εις την ιστορίαν… Βαρθολομαίος, Βασίλειος, Γεώργιος, Ιωάννης… πορεία διά της ιστορίας εις την αιωνιότητα.
Η πατριά των πορευομένων πολυάριθμος, και η επιβίβασις εις το πλοίον της διαπορθμεύσεως σταδιακή. Οι εντεύθεν του ισθμού εναγκαλίζονται τους ευτρεπιζομένους προς διαπόρθμευσιν. Είναι όντως εμπειρία συγκλονιστική η πρόγευσις και η γεύσις της αιωνιότητος. Συνηθισμένοι εις τα πεπερασμένα μεγέθη της χρονικότητος, χθές, σήμερον, αύριον, συνταρασσόμεθα ενώπιον των απείρων μεγεθών της αιωνιότητος.
Πριν ενενήντα χρόνια, ανήκοντα εις την ιστορίαν, και δι’ άλλους, τους πολλούς, εις την αιωνιότητα, ωνειρεύθησαν οι πατέρες μας εις τα χώματα αυτά, ότι έσκαπτον κάποιοι, προσπαθούντες να εκριζώσουν ένα μεγάλο Δένδρον. Ξύπνησαν ριγώντες και αισθανόμενοι εις το βάθος της ψυχής των την ιδικήν τους φωνήν κραυγάζουσαν σιωπηρώς: “Μου κόβουνε τις ρίζες μου”.
Το Δένδρον εκείνο, κατά τους πολλούς, έπεσεν. Έγινε και αυτό γή και σποδός. Ενόμισαν και επιστεύσαμεν οι πολλοί, ότι το “δένδρον ετάφη”. Και ελησμονήθη ότι “αναστάς εκ του τάφου θεοπρεπώς, τους φθαρέντας συνήγειρεν” ο Κύριος. Και ελησμονήσαμεν, ότι εις την γήν όμως έμεινεν η ζωντανή Ρίζα. Και δεν συνειδητοποιήσαμεν ποτέ την ζωντανήν Ρίζαν, η οποία παραμένει. Και όχι μόνον μένει εις τον τόπον της, αλλά και μεταφυτεύεται. Και το εκεί υπάρχει και εδώ και αντιστρόφως. Και το τότε ενυπάρχει ήδη εις το νύν, και το νύν εις το αεί, και τα πάντα εις τους αιώνας των αιώνων. Από την πρώτην στιγμήν της δημιουργίας του σύμπαντος μέχρι της τελικής στιγμής της συντελείας του, τα πάντα είναι μία στιγμή, μία ροπή. Εντός αυτής της μοναδικής στιγμής, την οποίαν αισθανόμεθα ως έχουσαν μήκος εκατομμυρίων ετών φωτός, επαίχθη το δράμα της ιστορίας. Ήδη ζώμεν ενορατικώς τα έσχατα, τα μετά την συντέλειαν του κόσμου, τα οποία, εν αναφορά προς την ζωήν της Αγίας Τριάδος, ταυτίζονται προς τα πρώτα. Η παρένθεσις της ιστορίας διευρύνει την άπειρον αγάπην της Αγίας Τριάδος, προς τα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού πλασθέντα, επί τώ ευδαιμονήσαι, ανθρώπινα όντα.
Λοιπόν, σήμερον, εις την Καππαδοκίαν ζώμεν την στιγμήν, “μετεωριζόμεθα δόξαν άφραστον”. Και καταργούνται χρονικαί και τοπικαί αποστάσεις και αγνοούνται ισθμοί και διαπορθμεύσεις και μεταστάσεις και χωρισμοί, “διά της αχράντου προσψαύσεως του Κυρίου, φωτίζοντος κατ’ άμφω και ημών τα όμματα των ψυχών”. Και μας γεμίζει μόνον η εκστατική εκείνη θεωρία της ασημαντότητος της ημετέρας ιστορίας, ενώπιον της σημαντικωτάτης συμπαντικής πανηγύρως, των ψαλλόντων ενώπιον του Θρόνου του Αρνίου, ημών των περιλειπομένων εν μυστηρίοις, και των προαπελθόντων πατέρων και αδελφών ημών των Καππαδοκών, των μαρτύρων και των Αγίων, των ψαλλόντων, λέγομεν, το “Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος Σαβαώθ”. Αληθώς, “ούτος της ανθρωπίνης όρος ευδαιμονίας, η μακαριότης”, κατά τον Καππαδόκην φωστήρα Γρηγόριον τον Θεολόγον.
Αδελφοί, Χριστός ανέστη και καλήν Πεντηκοστήν!
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου