Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Διάλογος για το αντιρατσιστικό: «Ανάγκη για νηφαλιότητα και εντιμότητα!»

-‘Αν μιλήσω ελεύθερα θα έχω συνέπειες;’  
-‘Εξαρτάται από το τι θα πεις!’
Όπως και την προηγούμενη φορά που κατατέθηκε το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, έτσι και τώρα οι εκκλησιαστικές αντιδράσεις υπήρξαν έντονες. Αλλά όπως και την προηγούμενη φορά, φαίνεται να τις διακρίνει κάποια σύγχυση και λάθος στόχευση. Κατά την γνώμη μου (χωρίς να έχω πλήρη γνώση του νομοσχεδίου αλλά κρίνοντας από όσα γράφτηκαν κατά καιρούς στον τύπο), διαθέτει και σωστές και λάθος πτυχές.
Έχουν δίκιο όσοι φοβούνται ότι με την ψήφιση ενός τέτοιου νόμου κινδυνεύει η ελεύθερη έκφραση των χριστιανών; Ναι και όχι.
Αυτό που μας υποψιάζει είναι η κακή χρήση τέτοιων διατάξεων σε άλλες χώρες του δυτικού κόσμου, εκεί όπου η μεταμοντέρνα σχετικοποίηση των πάντων έχει σχεδόν απαγορεύσει την έκφραση γνώμης όταν αυτή διαφέρει από εκείνη που επιβάλλει η πολιτική ορθότητα. Έτσι έχουν βρεθή σε δύσκολη θέση κληρικοί άλλων ομολογιών που δήλωσαν δημόσια ότι μόνο δύο φύλα υπάρχουν, ή που τάχθηκαν εναντίον της ιερωσύνης των γυναικών (άρα εναντίον της ισότητας). Δηλαδή, υπό άλλες μελλοντικές συνθήκες, θα εγκαλούνται κληρικοί επειδή τόλμησαν να χαρακτηρίσουν τον καπιταλισμό απάνθρωπο ή την όποια κυβερνητική απόφαση εσφαλμένη;
Είναι υπαρκτός ο κίνδυνος. Οι ακτιβιστικές οργανώσεις των ομοφυλοφίλων ονομάζουν ήδη ‘ομοφοβία’ κάθε διαφωνία με τις απόψεις τους. Εν τω μεταξύ, η αποδόμηση κάθε αξιακού συστήματος η οποία χαρακτηρίζει τη μετανεωτερικότητα αρχίζει να καθιστά προβληματική την ελεύθερη έκφραση, ιδίως όταν αυτή θέλει να ασκήσει κριτικό προφητικό λόγο για να φέρει την εκκλησιαστική διδασκαλία σε αντιπαράθεση με το πνεύμα του ‘αιώνος τούτου’. Συνεπώς είναι ανάγκη να διασαφηνισθούν επακριβώς τα κριτήρια με τα οποία κάποιος δημόσιος λόγος θα χαρακτηρίζεται ως λόγος ‘μίσους’. Πρέπει δηλαδή να εμπνέει στους πιστούς απόρριψη των προσώπων (όχι της πράξης) ή να υποκινεί σε απομόνωση ή βία εναντίον τους, για να εμπίπτει στο εν λόγω κατηγορητήριο.
Εξ άλλου, η αντιμετώπιση του αντισημιτισμού (για τον οποίο κυρίως κατατίθεται αυτό το νομοσχέδιο), ενός φαινομένου για το οποίο η χώρα μας διαθέτει ντροπιαστικά πρωτεία στην Ευρώπη, απαιτεί πολλή διάκριση. Είναι αδιανόητο να ποινικοποιείται η διαφορετική άποψη (και το υποστηρίζω αυτό εγώ που έχω γράψει επανειλημμένα εναντίον του αντισημιτισμού). Αν κάποιος ισχυρίζεται δημόσια ότι δεν συνέβη ποτέ η γενοκτονία των Εβραίων από τους Ναζί, είναι ή αγράμματος ή κακόπιστος ή ηλίθιος. Κανένα από τα τρία δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα. Έχει δικαίωμα να εκτίθεται δημόσια με την άγνοιά του ή τις αγκυλώσεις του. Oύτε το μίσος πρέπει να αποτελεί αντικείμενο του ποινικού κώδικα, παρά μόνο συγκεκριμένες πράξεις που πηγάζουν από αυτό. Δεν λύνεις το πρόβλημα της έλλειψης ιστορικής παιδείας ή της φυλετικής προκατάληψης ή της συμπλεγματικής αήθειας κλείνοντας κάποιον στη φυλακή ή επιβάλλοντας πρόστιμα. (Γι’ αυτό και θα είναι σφάλμα να επεκταθή η ποινικοποίηση και προς όσους αμφισβητούν αν συντελέσθηκε γενοκτονία των Ποντίων, όσο και αν μας αγγίζει συναισθηματικά. Δεν διορθώνουμε ένα λάθος γενικεύοντάς το).
Από την άλλη πρέπει να αποτελεί σαφώς ποινικό αδίκημα η προτροπή ή συνευδοκία προς παρόμοια εγκλήματα. Με άλλα λόγια, ένας που ισχυρίζεται δημόσια ότι ‘καλά έκανε ο Χίτλερ στους Εβραίους’ ή ‘μπράβο σ’ αυτούς που δέρνουν τους μετανάστες’ πρέπει να διωχθή ποινικά, διότι συνάγεται εξ αυτού ότι επιδοκιμάζει μια παράνομη ενέργεια και προτρέπει προς αυτή. Η διάκριση αυτή (μεταξύ άποψης και προτροπής) πρέπει να υπάρχει στο νόμο, διατυπωμένη με σαφήνεια, ώστε να μην γίνονται περιττές μηνύσεις και να μην εναπόκειται συνεχώς στα δικαστήρια να κρίνουν. Ο τόπος μας έχει πικρή πείρα από ασάφειες και προχειρότητες των νόμων, οι οποίες με τη σειρά τους επιβαρύνουν το δικαστικό σύστημα με πρόσθετη εργασία.

Για περισσότερα στο: ΑΜΕΝ
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου