Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Η εισήγηση της Σχολικής Συμβούλου Θεολόγων κ. Μαρίας Συργιάννη στην ημερίδα του Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου ΚΑΙΡΟΣ με θέμα: «Μάθημα Θρησκευτικών και Δημόσιος Χώρος»




Τον Νοέμβριο του 2015, δεκατέσσερις (14) Σχολικοί Σύμβουλοι Θεολόγων[1], επί συνόλου δεκαεπτά (17), όλων των Περιφερειακών Διευθύνσεων Εκπαίδευσης της χώρας, με αφορμή και τη συζήτηση που άνοιξε στην αρχή της φετινής σχολικής χρονιάς για τη διαδικασία χορήγησης απαλλαγής από τα Θρησκευτικά, δημοσιοποιήσαμε κείμενο παρέμβασης σχετικά με το Μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ) στο ελληνικό σχολείο.

Οι Σχολικοί Σύμβουλοι έχουν την ευθύνη της επιστημονικής και παιδαγωγικής καθοδήγησης και υποστήριξης των εκπαιδευτικών μεγάλου αριθμού σχολείων μιας περιφέρειας, τα οποία κατανέμονται σε μεγάλα αστικά κέντρα, σε επαρχιακές πόλεις αλλά και σε απομακρυσμένες και ακριτικές περιοχές της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας. Στο πλαίσιο της συστηματικής ενασχόλησής τους με την εκπαιδευτική πράξη, της άμεσης επικοινωνίας και της προσωπικής συνεργασίας που αναπτύσσουν με τους καθηγητές της ειδικότητάς τους μέσα από στοχευμένες δράσεις –κυρίως επιμορφωτικού χαρακτήρα- είναι χρήσιμο να μεταφέρουν και να καταθέτουν την εμπειρία της σύγχρονης σχολικής πραγματικότητας, υπεύθυνα και αυθεντικά, συμβάλλοντας στο γενικότερο διάλογο που έχει αναπτυχθεί γύρω από τη μορφωτική αποστολή και τον χαρακτήρα της σχολικής θρησκευτικής εκπαίδευσης, τις μαθησιακές ανάγκες που εξυπηρετεί, τη θέση της στο σύγχρονο σχολείο και το νομικό καθεστώς που τη διέπει.

Ο διάλογος αυτός διαρκεί τώρα και μερικές δεκαετίες. Οι φάσεις του αποτυπώνονται σε συνέδρια, δημοσιεύματα, δημόσιες εκδηλώσεις και παρεμβάσεις. Πολύ συχνά, λόγω επίκαιρων αναγκών ή του ευρύτερου ενδιαφέροντος, ο διάλογος ξεπερνά τα στενά όρια του θεολογικού κόσμου και ανοίγεται στον δημόσιο χώρο. Στο πλαίσιο αυτό, πήραν θέση ή κατέθεσαν απόψεις, εκτός από τους επίσημους θεσμούς της Εκπαίδευσης και τους εκπαιδευτικούς, η Εκκλησία και εκπρόσωποί της, οι αρμόδιες Ανεξάρτητες Αρχές της χώρας, οι θεολογικές σχολές, οι επιστημονικές ενώσεις των θεολόγων, σύλλογοι και ενώσεις πολιτών, μεμονωμένα πρόσωπα κ.ά. Στα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερη ώθηση στη διεξαγωγή του διαλόγου έδωσαν η δημοσίευση των Συστάσεων 1720 (2005) και (2008)12 του Συμβουλίου της Ευρώπης, η τροποποίηση του καθεστώτος χορήγησης απαλλαγής το 2008 και οι παλινωδίες της κεντρικής διοίκησης που ακολούθησαν, καθώς και η εκπόνηση νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου (2011, Αναθεώρηση 2014) και πρόσφατα, του Λυκείου ( 2015).

Ο διάλογος είναι πάντοτε ευπρόσδεκτος και αποτελεσματικός, όταν διακρίνεται από νηφαλιότητα και σεβασμό στη διαφορετική άποψη, συμβάλλει στη δημόσια ενημέρωση, παρέχει τη δυνατότητα να αποτυπώνονται και να κρίνονται όλες οι απόψεις, ευνοεί τη σύνθεση διαφορετικών προσεγγίσεων και στοχεύει στην εξαγωγή έγκυρων συμπερασμάτων. Αναμφίβολα πάντοτε εμφιλοχωρούν κίνδυνοι, όπως είναι η «ιδεολογικοποίηση» ζητημάτων με επιστημονικό χαρακτήρα, οι παροδικές εντυπώσεις, η υπερίσχυση προβληματικών προσεγγίσεων, ο εγκλωβισμός σε συγκρουσιακές καταστάσεις κ.ά.


Ως σχολικοί σύμβουλοι εκφράζουμε διαφωνία και ανησυχία για παρεκτροπές, που έχουν σημειωθεί στο πλαίσιο του διεξαγόμενου διαλόγου, σχετικά με τη φύση και το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών. Οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί, οι μειωτικές εκφράσεις, οι επιθετικές συμπεριφορές, η παραπληροφόρηση, ο αποκλεισμός της διαφορετικής άποψης και οι διχαστικές τάσεις δεν συνάδουν με το θεολογικό και εκπαιδευτικό ήθος, ούτε ανταποκρίνονται στις ανάγκες των καιρών.

Στο πλαίσιο της σημερινής ημερίδας θα αναφέρω επιγραμματικά τις θέσεις και τις επισημάνσεις των σχολικών συμβούλων όπως διατυπώθηκαν στο κείμενο αυτό και το οποίο απεστάλη εκτός από το ΥΠ.Π.Ε.Θ και το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής(ΙΕΠ) και στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο (ΔΙΣ), ενόψει της συνεδρίασής της για το ΜτΘ, στις 12 Ιανουαρίου 2016.
Τα Θρησκευτικά είναι υποχρεωτικό μάθημα της σχολικής εκπαίδευσης, με σαφές πλαίσιο λειτουργίας και καθορισμένη σκοποθεσία, η οποία θεμελιώνεται στο Σύνταγμα της χώρας και τους βασικούς νόμους της Εκπαίδευσης. Στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, το μάθημα είναι ενιαίο και υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές. Οι μαθητές δεν χωρίζονται με βάση τη θρησκευτική επιλογή τους, όπως γίνεται στο λεγόμενο «πολυ-ομολογιακό» μοντέλο σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, στο οποίο λειτουργούν παράλληλα μαθήματα με διαφορετικές θρησκευτικές κατευθύνσεις.

Αυτός ο τρόπος οργάνωσης της θρησκευτικής εκπαίδευσης στη χώρα μας έχει παιδαγωγικά πλεονεκτήματα, ενώ η τυχόν μεταβολή της εγκυμονεί κινδύνους. Μάλιστα, στην Ευρώπη, σήμερα, γίνεται πολλή συζήτηση για το κατά πόσον, ο χωρισμός των παιδιών στο μάθημα των Θρησκευτικών θέτει σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή και αν υπηρετεί τη δη-μοκρατικότητα, το δικαίωμα στη διαφορετικότητα, την καλλιέργεια της ανεκτικότητας και άρα την ειρηνική συμβίωση.
Ο εκπαιδευτικός σκοπός του μαθήματος των Θρησκευτικών συνδέεται με τον ευρύτερο σκοπό της Εκπαίδευσης για τη δημιουργία ολοκληρωμένων πολιτών μέσα από την ανάπτυξη αναγκαίων γνώσεων, στάσεων και δεξιοτήτων, που καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα της μάθησης. Το μάθημα σέβεται τη θρησκευτική ελευθερία και την πολιτισμική ταυτότητα των μαθητών, καθώς επίσης κάθε ετερότητα. Δίνει στους μαθητές τη δυνατότητα να κατανοήσουν τη δική τους θρησκευτική ταυτότητα και των άλλων, προσφέροντας μαθησιακές ευκαιρίες για προσωπική ανάπτυξη και καλλιέργεια της θρησκευτικής συνείδησής τους. Ταυτόχρονα, με έγκυρο και υπεύθυνο τρόπο τους προετοιμάζει να ζήσουν δημιουργικά στον σύγχρονο κόσμο, ο οποίος χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα, αντινομίες και προκλήσεις.
Το ειδικό μορφωτικό ενδιαφέρον του μαθήματος των Θρησκευτικών έχει αφετηρία και κέντρο την επικρατούσα τοπική θρησκευτική παράδοση, δηλαδή την Ορθόδοξη πίστη και παράδοση με τις ποικίλες πολιτιστικές και κοινωνικές εκφάνσεις της, επεκτείνεται στη διερεύνηση του φαινομένου της θρησκευτικότητας και περιλαμβάνει σε θεμιτό βαθμό τη μελέτη των κύριων θρησκευτικών παραδόσεων της Ευρώπης και του σύγχρονου κόσμου με βάση τις μαθησιακές προσδοκίες και ανάγκες των προεφήβων και εφήβων μαθητών. Η προσέγγιση αυτή είναι συμβατή με το ισχύον νομικό καθεστώς, καθώς επίσης με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και την κουλτούρα της διαπολιτισμικότητας και τεκμηριώνεται από τα πορίσματα της σύγχρονης θρησκειοπαιδαγωγικής επιστήμης. Η εφαρμογή μιας θρησκειολογικής εκπαίδευσης, άποψη η οποία υποστηρίζεται συνήθως από μη θεολόγους, θα περιορίσει το σύνολο του μαθήματος των Θρησκευτικών σε ένα μόνο τομέα της θεολογικής επιστήμης, δεν εξυπηρετεί τις μορφωτικές ανάγκες των μαθητών και δεν έχει παιδαγωγικό έρεισμα.
Το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως και τα άλλα μαθήματα, αξιοποιεί σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής, σύμφωνα με τις αρχές της ψυχο-παιδαγωγικής επιστήμης . Η διδακτική μεθοδολογία, οι στρατηγικές μάθησης, οι τεχνικές διδασκαλίας και τα διδακτικά μέσα που χρησιμοποιεί έχουν παιδαγωγικό περιεχόμενο και μορφωτική αποστολή, που διαφέρει από εκείνη της εκκλησιαστικής κατήχησης, η οποία αρμόζει να γίνεται σε άλλο χώρο, για άλλους σκοπούς και με άλλα μέσα. Αυτή η παιδαγωγική προσέγγιση είναι συνεπής και με τη θεολογική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως προς τον σκοπό και το περιεχόμενο της κατήχησης. Αυτή τη θέση εκφράζουν τόσο τα τρέχοντα αναλυτικά προγράμματα όσο και τα νέα Προγράμματα Σπουδών. Τα τελευταία θεωρούμε ότι προάγουν με επιτυχία τη διερευνητική, βιωματική και συνεργατική μάθηση και οδηγούν στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης, που ως παιδαγωγική τάση είναι κοινός τόπος στα σύγχρονα εκπαιδευτικά δρώμενα.
Τα Προγράμματα Σπουδών δεν μπορεί να είναι στατικά. Καθώς εξελίσσονται οι κοινωνικές συνθήκες, οι μορφωτικές ανάγκες και τα επιστημονικά δεδομένα, θεωρούμε επιβεβλημένο να αναμορφώνονται. Κατά την ανάπτυξη νέων προγραμμάτων ή την παραγωγή νέων διδακτικών μέσων πρέπει να αξιοποιούνται θετικές εμπειρίες και καλές πρακτικές από το παρελθόν και ταυτόχρονα να προωθούνται καινοτόμες ιδέες και προτάσεις από τους ειδικούς, με στόχο τη δημιουργική ανανέωση της διδακτικής διεργασίας. Στο πλαίσιο αυτό θεωρούμε θετικό γεγονός την εκπόνηση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά, καθώς και την πιλοτική εφαρμογή τους στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Η συγκροτημένη δόμησή τους, οι αναλυτικές αναφορές στην ιστορία και την παιδαγωγική θεμελίωση του μαθήματος, η οργάνωσή τους σε μια ενιαία πορεία από το Δημοτικό μέχρι το Λύκειο, η εισαγωγή καινοτόμων διδακτικών και μαθησιακών προσεγγίσεων, η παρουσίαση πλήθους διδακτικών τεχνικών στην κατεύθυνση της διερευνητικής και βιωματικής μάθησης και της διαφοροποίησης της διδασκαλίας, η παιδαγωγική αξιοποίηση των τεχνολογιών αναβαθμίζουν και εμπλουτίζουν το ΜτΘ. Η ταυτόχρονη παραγωγή Οδηγών του Εκπαιδευτικού με την παράθεση πλήθους δειγματικών σχεδίων-σεναρίων διδασκαλίας και η μεθοδική καθοδήγηση του εκπαιδευτικού για την αξιοποίησή τους είναι στοιχεία, που αποτιμώνται πολύ θετικά και τα οποία απουσίαζαν ή ήταν ελλιπή στα μέχρι σήμερα υφιστάμενα αναλυτικά προγράμματα. Τα νέα Προγράμματα Σπουδών δεν είναι διδακτικά εγχειρίδια. Αποτελούν ένα πλαίσιο, μία διαδικασία και, κυρίως, ένα εργαλείο για τον σχεδιασμό της διδασκαλίας και της μάθησης. Η αξιολογική τους εκτίμησή, που δεν είναι εύκολη υπόθεση, πρέπει να γίνεται με επιστημονικούς όρους και κυρίως ύστερα από την εφαρμογή τους στη σχολική τάξη. Η αποτίμηση της πιλοτικής εφαρμογής τους στην υποχρεωτική Εκπαίδευση, Δημοτικό και Γυμνάσιο, ανέδειξε μια άλλη προοπτική για το θρησκευτικό μάθημα και γι’ αυτό θεωρούμε, ότι η καθολική εφαρμογή τους μπορεί να συντελέσει στην ανανέωση της θρησκευτικής εκπαίδευσης και την προαγωγή της σύγχρονης μαρτυρίας της, καθώς επίσης στην προάσπιση του μαθήματος των Θρησκευτικών στο δημόσιο σχολείο.


Ώστε, να παραμείνει το μάθημα των Θρησκευτικών βασικό μάθημα σχολικής θρησκευτικής αγωγής, υποχρεωτικό και ενιαίο για όλους τους μαθητές και θρησκειο-παιδαγωγικά αναβαθμισμένο.

Καθώς μιλούμε για ανανέωση και αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι στενά συνυφασμένη με τον εκπαιδευτικό που διδάσκει το μάθημα. Ο εκπαιδευτικός συνδιαμορφώνει την πραγματικότητα του σχολείου, ερμηνεύοντας κι όχι απλώς μεταδίδοντας το Πρόγραμμα Σπουδών, αναδεικνύοντας σκοπούς και αξίες, επιλέγοντας μεθόδους και χρωματίζοντας το επικοινωνιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο ζουν και μαθαίνουν οι μαθητές .

Οι αλλαγές και οι προκλήσεις των νέων κοινωνικών, πολιτισμικών, τεχνολογικών και οικονομικών συνθηκών διαμορφώνουν και νέες προσεγγίσεις στο έργο του, που μόνο η συνολικότερη βελτίωση και εξέλιξη του εκπαιδευτικού μπορεί να διαχειριστεί. Η διαδικασία της επαγγελματικής αλλά και προσωπικής ανάπτυξης των διδασκόντων περνά από μια συστηματική (ουσιαστική) και συνεχή επιμόρφωση, που συμπεριλαμβάνει επικαιροποίηση γνώσεων στο επιστημονικό πεδίο, ενίσχυση δεξιοτήτων σε θέματα παιδαγωγικής και διδακτικής, εφαρμογή νέων μεθόδων και στρατηγικών μάθησης, ένταξη και αξιοποίηση των τεχνολογιών, εμπειρίες τυπικές και άτυπες. Διότι, όπως πολύ σωστά επισημαίνει και ο καθηγητής Κ. Δεληκωνσταντής, «η θρησκευτική αγωγή, αποτελεί το πιο δύσκολο κομμάτι της αγωγής και το μάθημα των θρησκευτικών θέτει τις μεγαλύτερες απαιτήσεις τόσο στον διδάσκοντα όσο και στον μαθητή»[2].


[1] 1. Αργυρόπουλος Ανδρέας (Δυτ. Μακεδονίας), 2. Βαλλιανάτος Άγγελος ( Αττικής), 3. Δημακόπουλος Δημήτριος (Δυτ. Ελλάδας), 4. Καλογεράκης Ευτύχιος (Πελοποννήσου), 5. Μιχαλοπούλου Ελένη(Κεντρ. Μακεδονίας), 6. Μπαλή Αικατερίνη-Μαρία (Πελοποννήσου), 7. Μπιτσάκης Αντώνιος (Αττικής), 8. Σταλίκα Φωτεινή (Θεσσαλίας), 9. Στράντζαλης Πολύβιος (Κεντρ. Μακεδονίας), 10. Στριλιγκάς Γεώργιος, (Κρήτης) 11. Συργιάννη Μαρία (Κεντρ. Μακεδονίας), 12. Τσάγκας Ιωάννης (Αττικής), 13. Φύκας Δημήτριος (Στερεάς Ελλάδας), 14. Χριστόπουλος Νικόλαος (Ν.Β. Αιγαίου).

[2] Δεληκωνσταντής, Κ., «Το μάθημα των Θρησκευτικών: ταυτότητα και προοπτικές», στο συλλογ. τόμο: Τα θρησκευτικά στο σύγχρονο σχολείο-Ο διάλογος και η κριτική για το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου, (επιμ. Σ. Γιαγκάζογλου, Α. Νευροκοπλής, Γ. Στριλιγκάς), Αθήνα 2013, εκδ. Αρμός, σ. 414.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου