Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ – ΝΑ ΑΠΑΛΛΑΓΟΥΜΕ ΑΛΛΑ ΑΠΟ ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ;

 Βασίλης Ξυδιάς, Θεολόγος - Εκπαιδευτικός
 
Η διαμάχη για την απαλλαγή από τα θρησκευτικά άνοιξε διάφορα ζητήματα που η ελληνική κοινωνία οφείλει πλέον να τα συζητήσει ανοικτά και χωρίς τον διαστρεβλωτικό φακό ιδεολογικών προκαταλήψεων, άλλοτε «συντηρητικών» κι άλλοτε «προοδευτικών». Χρειάζεται το μάθημα των θρησκευτικών; Τι συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες; Να αλλάξει το μάθημα, προς ποια κατεύθυνση; Απαλλαγή, με προϋποθέσεις ή άνευ;

Χρειάζεται το μάθημα των θρησκευτικών;

Ένα πρώτο ερώτημα είναι αν πρέπει ή δεν πρέπει να υπάρχει στο σχολείο ειδικό μάθημα θρησκευτικών. Το ερώτημα δεν τίθεται ουδέτερα στη δημόσια συζήτηση. Τίθεται υπό το πρίσμα μιας ξεκάθαρης ιδεολογικής εναντίωσης σ’ αυτό που ήταν και που σε έναν βαθμό εξακολουθεί να είναι το περιεχόμενο του μαθήματος στο ελληνικό σχολείο: η ορθόδοξη χριστιανική πίστη και παράδοση. Η εναντίωση αυτή προέρχεται είτε από ανθρώπους με άλλη θρησκευτική πίστη, είτε από μια γενικότερη αντιθρησκευτική εντύπωση, ότι το να υπάρχει ένα τέτοιο μάθημα είναι για την Ελλάδα δείγμα πολιτιστικής καθυστέρησης.

Κάνω αυτή την παρατήρηση, διότι αν το ζήτημα ετίθετο πέρα από την ιδεολογική αντιπαράθεση προοδευτικών-συντηρητικών, κι αν περιοριζόμασταν στην παιδαγωγική διάσταση του ζητήματος – υπό το πρίσμα μάλιστα της καθολικής κρίσης και της εκτεταμένης απαξίωσης του σχολείου και της μόρφωσης – θα μπορούσα να δω και αυτό, όπως και πολλά άλλα θέματα, στο πλαίσιο γενικότερης αναμόρφωσης της εκπαιδευτικής διαδικασίας, έτσι ώστε να αναιρέσουμε τα θεματικά στεγανά των επιμέρους μαθημάτων, και κυρίως να ξεπεράσουμε την επικέντρωση στον τεχνοκρατικό-ωφελιμιστικό και κατ’ επέκταση στον διανοητικό χαρακτήρα της μάθησης. Δεν είναι όμως αυτό το θέμα που τίθεται σήμερα, οπότε επιστρέφουμε στα συγκεκριμένα ζητήματα, θεωρώντας δεδομένο λίγο ως πολύ το υφιστάμενο διοικητικό και εκπαιδευτικό σχολικό πλαίσιο.

Τις προηγούμενες ημέρες με αφορμή το ζήτημα της απαλλαγής ελέχθησαν διάφορα, άλλα υπέρ και άλλα κατά του μαθήματος. Στην υποσημείωση που ακολουθεί μπορεί να βρει κανείς συγκεντρωμένα κάποια από τα άρθρα που γράφτηκαν.(1)

Αν θα είχα να προσθέσω κάτι σε όλα αυτά θα ήταν δυο λόγια από την προσωπική μου διδακτική εμπειρία. Θυμάμαι πριν τέσσερα χρόνια, που είχα θέσει σε παιδιά του Λυκείου τηνερώτηση αν υπάρχει κατά τη γνώμη τους κάτι σαν «πνευματικός κόσμος», πώς τον αντιλαμβάνονται, και πώς θα φαντάζονταν την επικοινωνία μ’ αυτόν. Είχαν χωριστεί σε ομάδες και κάθε ομάδα μου έδωσε τις απαντήσεις της. Όλοι σχεδόν οι μαθητές περιέγραφαν ένα είδος «πνευματικού κόσμου» με δράκουλες και άλλα τέτοια, σαφώς επηρεασμένοι απ’ αυτά που βλέπουν στην τηλεόραση. Είδα ότι ένα παιδί δεν είχε συμμετάσχει στη συζήτηση της ομάδας του, και χρειάστηκε να τον πιέσω για να πάρω τελικά κι απ’ αυτόν κάποιες σύντομες απαντήσεις, που περιείχαν την ίδια εικόνα μιας θρίλερ «πνευματικότητας» με μυστήρια όντα, που μας παρακολουθούν από ψηλά. Στην ερώτησή μου, πώς μπορούμε να επικοινωνήσουμε με τα όντα αυτά, μου έδωσε την εξής απάντηση: «Αφήστε τα κύριε εκεί που είναι, γιατί δεν μας βλέπουν με πολύ καλό μάτι». Υποψιάστηκα πως κάτι πιο προσωπικό υπήρχε πίσω απ’ αυτή τη δήλωση, και στη συνέχεια φάνηκε ξεκάθαρα πως εδώ είχαμε να κάνουμε με μια μυθοποιημένη εκδήλωση μιας εσωτερικής ψυχικής συγχύσεως. Να μην σας τα πολυλογώ, μέσα απ’ αυτή την αφορμή το παιδί μάς περιέγραψε φοβερά πράγματα που συμβαίνανε στο οικογενειακό του περιβάλλον, και τα οποία του είχαν καταφανώς αφήσει τεράστια ψυχικά τραύματα, που σημάδευαν βέβαια και την όλη συμπεριφορά του στο σχολείο. Έχω πολλές φορές αναρωτηθεί σε ποια άλλα μαθήματα το παιδί αυτό θα είχε πραγματικά τη δυνατότητα να ανοίξει έτσι την ψυχή του και να μιλήσει για όλα αυτά σε τρίτους. Ίσως στην ψυχολογία, πιθανότατα στη λογοτεχνία, ενδεχομένως και σε άλλα πολλά, ανάλογα και με την προσέγγιση του δασκάλου. Φοβάμαι όμως ότι το συγκεκριμένο παιδί δεν θα το είχε κάνει αυτό ποτέ, αν δεν είχε πάρει μέρος σ’ αυτή τη συζήτηση περί «πνευματικού κόσμου», που με την παραμυθητική της αλληγορία του έδωσε τη δυνατότητα να βρει μια πλάγια δίοδο πρόσβασης στον ψυχικό του κόσμο.

Είναι πάρα πολλές οι ανάλογες εμπειρίες μου. Μέσα από συζητήσεις που ξεκινούν από αυστηρές θεολογικές συζητήσεις για το «πώς μας μιλάει ο θεός» (με αφορμή τις συνομιλίες του θεού με τον Αβραάμ ή τον Μωϋσή) και καταλήγουν σε κουτσομπολιά για το ποια ζώδια ταιριάζουν ερωτικά μεταξύ τους, έχω πολλές φορές νοιώσει χρήσιμος, σαν κάποιος που μπόρεσε, έστω σε μια μόνο στιγμή στα χρόνια του σχολείου, να επέμβει βοηθητικά στην ανάπτυξη των παιδιών.

Δικαιώνει αυτή η προσωπική εμπειρία το μάθημα των θρησκευτικών σαν θεσμό; Δεν ξέρω. Αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι τα παιδιά έχουν πολύ βαθειά ανάγκη να έρθουν σε επαφή με μια γλώσσα σαν τη γλώσσα της θεολογίας· μια γλώσσα μη-ορθολογιστική, αλλά όχι ανορθολογική· μυθική αλλά που να μιλά για την αλήθεια· που να διεισδύει σε ψυχικούς χώρους άλλους απ’ αυτούς που επιτυγχάνουν τα λεγόμενα θετικά μαθήματα, και να υποψιάζει το παιδί για το βάθος και το πλάτος της ανθρώπινης περιπέτειας.
Τι συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες;

Αλλά ας δούμε τι συμβαίνει με το μάθημα των θρησκευτικών στην Ευρώπη, θέμα για το οποίο φαίνεται πως επικρατεί μεγάλη σύγχυση.

Υπάρχει κόσμος που είναι πεπεισμένος πως σε καμία άλλη χώρα της Ευρώπης δεν υπάρχει μάθημα θρησκευτικών, ή αν υπάρχει, αυτό είναι θρησκειολογικό. Η αλήθεια όμως είναι εντελώς διαφορετική. Αν εξαιρέσουμε τη Γαλλία, που είναι η μήτρα του νεωτερικού αντικληρικαλισμού και της ιδέας του αμιγώς κοσμικού κράτους, σε όλα τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη υπάρχει μάθημα θρησκευτικών, και μάλιστα υποχρεωτικό. Φαίνεται όμως πως ακόμα και στη Γαλλία έχει ξεκινήσει τα τελευταία χρόνια δημόσια συζήτηση για επαναφορά των θρησκευτικών, καθώς η γαλλική κοινωνία αδυνατεί να κατανοήσει τις συμπεριφορές άλλων εθνοτήτων που οφείλονται στο διαφορετικό θρήσκευμα.(2)

Κατά τα άλλα σε αρκετές χώρες το μάθημα είναι ομολογιακό. Το περιεχόμενό του δηλαδή καθορίζεται από την ειδική χριστιανική ομολογία που επικρατεί εκεί (Καθολικοί, Προτεστάντες). Προβλέπεται όμως στην περίπτωση αυτή είτε η διδασκαλία εναλλακτικού μαθήματος για μαθητές άλλων χριστιανικών ομολογιών, είτε ενός παρεμφερούς μαθήματος (θρησκειολογία, ηθική, φιλοσοφία κλπ), που κι αυτό όμως διδάσκεται από θεολόγο. Σε άλλες χώρες το μάθημα δεν είναι ομολογιακό – χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως είναι κατ’ ανάγκη θρησκειολογικό – και απευθύνεται σε όλους τους μαθητές υποχρεωτικά.(3)

Στο σημείο αυτό, κι αφού γίνεται τόση συζήτηση, θα πρέπει πλέον και το ευρύ κοινό να πληροφορηθεί ότι πέραν του λεγόμενου θρησκειολογικού μαθήματος, υπάρχουν τουλάχιστον δύο άλλες εκδοχές σύγχρονου μη-ομολογιακού και μη-κατηχητικού μαθήματος: Η μία είναι το λεγόμενο «βιβλικό μάθημα», βασισμένο στην ιδέα πως η ιστορία των βιβλικών λαών και το θεολογικό περιεχόμενο της βίβλου είναι ένα από τα θεμέλια ολόκληρου του ευρωπαϊκού πολιτισμού και των τριών μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκευτικών παραδόσεων (εβραϊσμός, χριστιανισμός, ισλάμ). Η άλλη εκδοχή είναι αυτή του «ιστορικού-πολιτιστικού μαθήματος»,που εστιάζει στη θρησκευτική παράδοση ενός τόπου, θεωρώντας τη θρησκεία ως βασική παράμετρο της ιστορίας και του πολιτισμού του, την οποία οφείλει κανείς να γνωρίζει εφ’ όσον ζει εκεί, είτε πιστεύει ο ίδιος είτε όχι.

Όπως θα δούμε στη συνέχεια, μεταξύ αυτών των τριών, στην Ελλάδα επικρατεί η εκδοχή του πολιτιστικού-ιστορικού μαθήματος, η βασική ιδέα του οποίου συνοψίζεται στην ακόλουθη χαρακτηριστική φράση του Χρήστου Γιανναρά: «Όπως είναι αδιανόητο να τελειώνει ένα παιδί (οποιουδήποτε θρησκεύματος ή άθρησκο) την εγκύκλια στην Ελλάδα εκπαίδευση αγνοώντας ποια μεταφυσική γέννησε τον Παρθενώνα και την τραγωδία, έτσι αδιανόητο είναι και να αγνοεί ποια μεταφυσική γέννησε την Αγια-Σοφιά και τη “βυζαντινή” Εικόνα. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση δεν ζητάμε από το παιδί να οικειωθεί θρησκευτικές δοξασίες, του απαιτούμε όμως να έχει σπουδάσει την ελληνική “γιγαντομαχίαν περί της ουσίας”.»(4)
Να αλλάξει το μάθημα, προς ποια κατεύθυνση;

Αυτοί οι προβληματισμοί δεν ξεκίνησαν τελευταία στους ελληνικούς θεολογικούς κύκλους. Τα ζητήματα αυτά έχουν ανοίξει ήδη από τις δεκαετίες του 70 και του 80, χωρίς να έχουν καμία σχέση με τους νεώτερους εκσυγχρονιστικούς προβληματισμούς, και τις αντιεκκλησιαστικές ή αντιθρησκευτικές διαθέσεις της προοδευτικής διανόησης. Θυμάμαι τους δασκάλους μου στα θέματα της πίστεως, τον θεολόγο Δημήτρη Μαυρόπουλο (για πολλά χρόνια καθηγητή θρησκευτικών και μετέπειτα εκδότη του Δόμου) και τον καθηγητή Χρήστο Γιανναρά να επικρίνουν από τότε τον κατηχητικό χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών. Κρίνοντας με αμιγώς εκκλησιαστικά κριτήρια θεωρούσαν απαράδεκτο το ότι από ιδρύσεως νεοελληνικού κράτους η εκκλησία, νοούμενη ως κρατικός κατά βάση θεσμός, είχε εκχωρήσει στο σχολείο τη δική της υποχρέωση να κατηχεί τα μέλη της στη χριστιανική πίστη.(5)

Η εκχώρηση αυτή ήταν λοιπόν εξ αρχής μια εκκλησιαστική ανορθογραφία – μια από τις πολλές εκδηλώσεις αλλοτρίωσης της ελλαδικής εκκλησίας. Μ’ αυτήν όμως είχαν μεγαλώσει πολλές γενιές Ελλήνων, κι είχαν μάθει να ζουν μ’ αυτήν σαν δεύτερη φύση· κάτι σαν ανίατο κουσούρι. Το λέω αυτό για να μην μείνει η εντύπωση σε όσους θέλουν να είναι χριστιανοί, ότι μέχρι τώρα τα πράγματα ήταν μια χαρά, και ότι τώρα πάνε να χαλάσουν. Όχι! Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, η αλλοίωση ήταν εγγενές στοιχείο της νεοελληνικής θρησκευτικής πραγματικότητας.

Για περισσότερα στο: 360pedia

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου