Σάββατο, 7 Ιουνίου 2014

Η ομιλία του Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστασίου κατά την τελετή των εγκαινίων του Ιερού Ναού της Αναστάσεως του Χριστού Τιράνων (1 Ιουνίου 2014)


Ατη μέρα ν ποίησεν Κύριος,
γαλλιασώμεθα καί εφρανθμεν ν ατ (Ψαλμ. 117:24).
ξοχώτατε Κύριε Πρόεδρε  τς Δημοκρατίας, Παναγιώτατε, Οκουμενικέ Πατριάρχα, Κύριε Βαρθολομαε, Μακαριώτατοι Προκαθήμενοι καί Σεβασμιώτατοι ‘Eκπρόσωποι τν ρθοδόξων Ατοκεφάλων κκλησιν, ξοχώτατoi Κύριε Πρόεδρε τς Βουλς, Κύριε Πρωθυπουργέ, Κύριε Δήμαρχε τν Τιράνων,  Σεβάσμιοι κπρόσωποι τν ν λβανίΘρησκευτικν Κοινοτήτων, Kύριοι Πρέσβεις, Προσφιλες δελφοί καί δελφές.
1. Αἰσθήματα δοξολογίας, εὐγνωμοσύνης καί ἀγαλλιάσεως κατακλύζουν τήν ψυχή τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Ἀλβανίας καθώς ἀναλογιζόμαστε τίς ἐξαιρετικές εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ κατά τἀ τελευταῖα 23 χρόνια. Καί αὐθόρμητα ἐπανέρχεται στή σκέψη  ἡ πρώτη προσωπική ἐπαφή μέ τόν ταλαιπωρημένο Ὀρθόδοξο λαό αὐτῆς τῆς χώρας.
Στίς ἀρχές τοῦ 1991, ἡ Ἱερά Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἔλαβε τήν πρωτοβουλία νά μοῦ ἀναθέσει νά ἔρθω στήν Ἀλβανία ὡς Πατριαρχικός Ἔξαρχος, γιά νά διερευνήσω τί εἶχε ἀπομείνει  ἀπό τήν ἀθεϊστική λαίλαπα. Ἦταν Ἰούλιος τοῦ 1991 ὅταν φθάσαμε, μέ δύο συνοδούς, στό ἀεροδρόμιο τῶν Τιράνων. Μᾶς ὑποδέχθηκε μιά μικρή ὁμάδα ἡλικιωμένων ἀνθρώπων, ταλαιπωρημένων ἀπό τόν ἀδυσώπητο διωγμό.  Ἀπό ἐκεῖ κατευθυνθήκαμε πρός τόν ἐρειπωμένο ναό τοῦ Εύαγγελισμοῦ. Ἀπό τήν πρώτη στιγμή, θέλησα νά προσδιορίσω τό ούσιαστικό μήνυμα τῆς ἀποστολῆς μου. Ζήτησα νά πάρουν ὅλοι ἀπό ἕνα κερί καί ρώτησα πῶς λένε στά Ἀλβανικά τό “Χριστό Ἀνέστη”. Ἄναψα τό κερί ἀναβοώντας “Krishti u Νgjall”,  δηλαδή “Χριστός Ἀνέστη”. Τό ἕνα μετά τό ἄλλο ἄναψαν τά κεριά τῶν λίγων πιστῶν πού ἀποκρίθηκαν μέ δάκρυα στά μάτια: “Vërtet u Νgjall”, “Ἀληθῶς Ἀνέστη! Ἔκτοτε, τό “Χριστός Ἀνέστη” ἔγινε τό σύνθημα μέ τό ὁποῖο πορευθήκαμε μέχρι σήμερα. Χάρισε φῶς στό μελαγχολικό φθινόπωρο καί τήν παγερή βαρυχειμωνιά  πού ἀκολούθησαν. Καί κυριαρχεῖ στήν πνευματική ἄνοιξη πού τελικά μᾶς χάρισε ὁ Θεός. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἔγινε τό ἐκφραστικώτερο σύμβολο τῆς Ἐκκλησίας μας.

Μέ βαθειά εὐγνωμοσύνη, Παναγιώτατε, ἀναλογιζόμαστε πάντοτε, κλῆρος καί λαός, τήν ἀγάπη καί τήν ἀνύστακτη μέριμνα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, στά ζοφερά χρόνια τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ διωγμοῦ.  Τίς ἅμεσες προσωπικές Σας ἐνέργειες γιά τήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ὀρθοδόξου Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἀλβανίας.  Καί κατά τή στιγμή αὐτή τῶν ἐγκαινίων τοῦ νέου Καθεδρικοῦ Ναοῦ, αἰσθανόμαστε τό χρέος νά ἐκφράσουμε, “ἔτι καί ἔτι”, τίς ὁλόψυχες εὐχαριστίες μας.
Ἐπίσης, ἐκ καρδίας εὐχαριστῶ καί ἡμᾶς, Μακαριώτατοι Πατριάρχες Ἱεροσολύμων κ. Θεόφιλε, Σερβίας κ. Εἰρηναῖε, Ρουμανίας κ. Δανιήλ· καί ἡμᾶς, Μακαριώτατοι Ἀρχιεπίσκοποι Κύπρου, κ. Χρυσόστομε, Ἀθηνῶν, κ. Ἱερώνυμε, Βαρσοβίας, κ. Σάββα· καθώς καί ἡμᾶς, Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες, ἐκπρόσωποι τῶν Πατριαρχείων Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας καί Γεωργίας, διότι εὐηρεστήθητε νά συμμετάσχητε στήν ἱστορική γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας αὐτή ἡμέρα.
Ἡ παρουσία σας ἐδῶ κατά τή σημερινή Κυρική, πού συμπίπτει μέ τή μνήμη τῶν Ἁγίων 318 Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τονίζει μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση τήν ἑνότητα τῆς ρθοδοξίας, τήν ἀλήθεια ὅτι “εἴτε πάσχει ἕν μέλος, συμπάσχει πάντα τά μέλη, εἴτε δοξάζηται ἕν μέλος συγχαίρει πάντα τά μέλη” (Α΄ Κορ. 12:26-27)· καί ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἕνα σῶμα, “τό σῶμα αὐτοό (τοῦ Χριστοῦ), τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου” (Ἐφεσ. 1:23). Τό σημερινό, λοιπόν, γεγονός δέν ἀποτελεῖ μόνο μεγάλη τιμή γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας, ἀλλά συγχρόνως καί μιά εὐρύτερη μαρτυρία τῆς “ἀπό περάτων ἕως περάτων” τῆς Οἰκουμένης Ὀρθοδοξίας.
Ἡ παροῦσα ἡμέρα ἐπισφραγίζει μιά ἱστορική περίοδο Πάθους, Ταφῆς καί Ἀναστάσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἀλβανίας. Δέν πρόκειται νά ἀναφερθῶ τώρα στίς συνθῆκες, τά ἀδιέξοδα, τίς παρανοήσεις, τίς συκοφαντίες, τίς ἀντικειμενικές δυσκολίες, τίς σκληρές δοκιμασίες ἤ στά ἐπιτεύγματα κατά τή μακρά 23χρονη περίοδο. Εἶναι πλέον ἀναμφισβήτητο ὅτι, σέ μιά ἐποχή ἀβεβαιότητος καί ἀναταραχῶν, ἡ Ὀρθόδοξος Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας, μέ τήν παρουσία της καί τίς πολύπλευρες κοινωνικές πρωτοβουλίες της,  τόνωσε τήν πίστη, τήν ἀγάπη καί τήν ἐλπίδα τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ καί, γενικώτερα, τῆς Ἀλβανικῆς κοινωνίας. Μέ τή δράση της, συνέβαλε οὐσιαστικά, σέ μιά κρίσιμη ἱστορική περίοδο, στήν εὐρύτερη ἀνοικοδόμηση, στήν πνευματική καί κοινωνική ἀνάπτυξη τῆς Ἀλβανίας.
 
Για περισσότερα στο: ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου