Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

Ο νέος κόσμος που αρχίζει με τη βάπτιση του Ιησού «Καὶ ἰδοὺ ἀνεώχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοὶ…»

του Ιωάννη Καραβιδόπουλου, Ομότ. Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Τότε έρχεται ο Ιησούς από τη Γαλιλαία στον Ιορδάνη, προς τον Ιωάννη για να βαφτιστεί απ' αυτόν. Ο Ιωάννης όμως τον εμπόδιζε λέγοντάς του: «Εγώ έχω ανάγκη να βαφτιστώ από σένα κι έρχεσαι εσύ σ' εμένα;» Ο Ιησούς όμως του αποκρίθηκε: «Ας τ' αφήσουμε τώρα αυτά, γιατί πρέπει να εκπληρώσουμε κι οι δυο μας ό,τι προβλέπει το σχέδιο του Θεού». Τότε ο Ιωάννης τον άφησε να βαφτιστεί.Βαφτίστηκε, λοιπόν, ο Ιησούς κι αμέσως βγήκε από το νερό. Κι αμέσως άνοιξαν γι' αυτόν οι ουρανοί και είδε το Πνεύμα του Θεού σαν περιστέρι να κατεβαίνει και να έρχεται πάνω του. Ακούστηκε τότε μια φωνή από τα ουράνια που έλεγε: «Αυτός είναι ο αγαπημένος μου Υιός, αυτός είναι ο εκλεκτός μου» (Ματθ. 3,13-17).

Τρία είναι τα σημεία που θέλουμε να σχολιάσουμε στη σύντομη και λιτή διήγηση της βάπτισης του Ιησού από τον ευαγγελιστή Ματθαίο: α) η διάνοιξη των ουρανών, β) η εμφάνιση του Αγίου Πνεύματος με τη μορφή περιστεράς και γ) η εξ ουρανών φωνή του Θεού Πατέρα, με την οποία ολοκληρώνεται η Επιφάνεια ή Θεοφάνεια. Η Αγία Τριάδα μετέχει στο γεγονός με το οποίο αρχίζει η επί γης δραστηριότητα του Μεσσία. Ο ευαγγελιστής δεν ενδιαφέρεται να καθορίσει ως ιστορικός τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα το γεγονός της βαπτίσεως (αντίθετα βλ. Λουκ 3, 1-2), αλλά κυρίως ενδιαφέρεται ως θεολόγος να εξάρει τη σημασία του γεγονότος που βρίσκεται στα τρία σημεία που θα σχολιάσουμε:

α) Η διάνοιξη των ουρανών, γνωστό θέμα της αποκαλυπτικής φιλολογίας του Ιουδαϊσμού, δηλώνει με παραστατικό τρόπο την επικοινωνία επίγειου και ουράνιου κόσμου, κατά την οποία «τὰἄνω τοῖς κάτω συνεορτάζει, καὶ τὰ κάτω τοῖς ἄνω συνομιλεῖ» (Από το ποίημα Σωφρονίου Πατριάρχου Ιεροσολύμων, που διαβάζεται στον Μ. Αγιασμό της εορτής των Θεοφανείων). Δεδομένου ότι οι
ουρανοί παραμένουν κλειστοί και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ανοίγουν, η διάνοιξή τους στην πα­ρούσα περίσταση εκφράζει, με τις παραστάσεις βέβαια του κοσμοειδώλου της εποχής εκείνης, την άμεση σχέση Θεού και ανθρώπου που επιτυγχάνεται με το έργο του Χριστού. Ο Θεός βρίσκεται κοντά στον άνθρωπο, χωρίς να υπάρχει κάποιο εμπόδιο ανάμεσά τους. Το ίδιο νόημα έχει και το σχίσιμο του καταπετάσματος του Ναού που χώριζε τα «Άγια των Αγίων» από τα «΄Αγια» την ώρα του θανάτου του Ιησού επί του σταυρού προς το τέλος του Ευαγγελίου (Ματθ. 27,51 κ.παρ.) .

β) Η ορατή μορφή με την οποία κατέρχεται το Άγιον Πνεύμα από τον ουρανό δηλώνεται με το «ὡσεί περιστερά». Η περι­στερά είναι το μόνο από τα πτηνά που μπορεί να προσφερθεί ως θυσία στο Ναό (Λευιτ 1, 14) και αποτελεί σύμ­βολο ακεραιότητας (Ματθ 10, 16). Η κάθοδος του Πνεύμα­τος «ὡσεί περιστερὰ» έχει κατά τους πατέρες της Εκκλη­σίας, ένα βαθύτατο συμβολισμό, στηριγμένο σε αντίστοιχο παράλληλο της Π.Δ.: Όπως στην περίπτωση του Νώε η περιστερά που έφερε κλαδί ελιάς υπήρξε άγγελος καλής είδησης, γιατί δήλωσε το τέλος του κατακλυσμού (Γεν 8, 8-12), έτσι και τώρα η κάθοδος του Πνεύματος με τη μορφή περιστεράς δηλώνει το τέλος του κατακλυσμού της αμαρτίας και την έναρξη νέας εποχής για την ανθρωπότητα, της εποχής του Μεσσία. Τότε μεν, παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυ­σόστομος, «το περιστέρι που φάνηκε βγάζει απὸ την κιβωτό έναν ἄνθρωπο», ενώ τώ­ρα «όλη την οικουμένη ανεβάζει στον ουρανὸ, και αντὶ κλάδου ελιάς προσφέρει τὴν υιοθεσία σε ολόκληρη την οἰκουμένη»· «καὶ τότε που βασίλευε η απόγνωση έδωσε λύση και διόρθωση, ἀλλά τό­τε μεν με την τιμωρία, τώρα όμως με τη χάρη και τη δωρεά» (PG 57,205). Εκφράζεται συνεπώς με την περιστερά ένα μήνυμα ελπίδας για την ανθρωπότητα, το μήνυμα ότι έφτασε η ώρα της απελευθέρωσης από τη δουλεία στις δυνάμεις της φθοράς και της καταστροφής.

γ) Τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος βρί­σκονται επί σκηνής: Ό Πατέρας απευθύνεται προς τον Υιόν, ο οποίος βαπτίζεται αρχίζοντας έτσι το μεσσιανικό έργο του, και το Πνεύμα του Θεού κατέρχεται επάνω του. Η διήγηση αποκορυφώνεται στη φωνή εξ ουρανού του στίχου 17: «Οὗτός ἐστιν ὁ υὶός μου ὁἀγαπητός, ἐν ῷ εὐδόκησα». Η επιγραμματική αυτή προσφώνηση του Θεού Πατέρα προς τον Ιησού μάς φέρει στο νου δύο κυρίως χωρία της Π.Δ., το Ψαλμ.2, 7 («Υἱός μου εἶ σὺ…») και το Ήσ 42,1 («Ἰσραήλ ὸἐκλεκτός μου, προσεδέξατο αὐτὸν ἡ ψυχή μου· ἔδωκα τὸ πνεῦμά μου ἐπ’ αὐτόν...».). Για τη μεσσιανική ερμηνεία του Ψαλμού 2 στην Κ.Δ. βλ. τα χωρία Πράξ 4,25. 13,33, Έβρ 1,5. 5,5 κ.ά. Το δεύτερο τμήμα της πατρικής προσφώνησης μας θυμίζει τα άσματα του Πάσχοντος Δούλου του Θεού από το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα. Με τη φωνή από τα ουράνια σημειώνεται μια σημαντική στιγμή στην ιστορία του Ιησού και στην αποκάλυψη του προσώπου και της αποστολής του στον κόσμο: Αναγνωρίζεται δημόσια ότι είναι Υιός του Θεού. Δεδομένου ότι στον ιουδαϊσμό δεν μαρτυρείται ο τίτλος Υιός Θεού για τον Μεσσία, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι πρόκειται για χριστιανική θεώρηση του προσώπου του Ιησοϋ, η οποία απορρέει όχι μόνο από την πίστη της Εκκλησίας σ’ αυτόν αλλά κυρίως από τη συνείδηση που είχε ο ίδιος ο Ιησούς για τον εαυτό του, συνείδηση που εκφράζεται σαφώς στις προσφωνή­σεις του Θεού ως Πατέρα και στον αυτοχαρακτηρισμό του ως Υιού. Όπως ο βασιλιάς με τα λόγια του Ψαλμού 2 ενθρονίζεται και αρχίζει το έργο του, έτσι και ο Ιησούς αρχίζει τη δημόσια δράση του με την αναγνώρισή του ως Υιού από τον Θεό Πατέρα, δηλ. με την επίσημη διακήρυξη της μεσσιανικής του ιδιότητας, γιατί τελικά το «Σὺ εἶὁ υἱός μου» ισοδυναμεί με το: Συ είσαι ο Μεσσίας. Ότι όμως δεν είναι ο πολιτικός επίγειος Μεσσίας των Ιουδαϊκών προσδοκιών της εποχής διαφαίνεται στο δεύτερο μέρος της πατρικής φωνής: Ο Μεσσίας αναλαμβάνει το δύσκολο έργο του πάσχοντος δούλου του Θεού (Ήσ 42,1.52,13-53,12) για το οποίο επανειλημμένως γίνεται λόγος στην Κ.Δ. και το οποίο ολοκληρώνεται με το πάθος, Ό θρόνος επί του οποίου θα καθήσει ο Μεσσίας Ιησούς θα είναι ο σταυρός, γιά τον οποίο προετοιμάζεται ο αναγνώστης ήδη από τα πρώτα κεφάλαια των ευαγγελίων. Υιός Θεού και Πάσχων Δούλος είναι δύο μεσσιανικοί τίτλοι που θα συνοδεύσουν τον Ιη­σού σε όλο το επίγειο έργο του.

Στη διήγηση αυτή φαίνεται σαφώς η έναρξη της καινούργιας εποχής για την ανθρωπότητα, της μεσσιανικής εποχής, εφόσον η παλαιοδιαθηκική προσδοκία του Πνεύματος γί­νεται πραγματικότητα με την κάθοδο του Πνεύματος κατά τη βάπτιση. Η διάνοιξη των ουρανών, που στο Ησ 64, 1 αποτελεί έκφραση επιθυμίας του λαού για την έναρξη των εσχάτων, στη διήγησή μας δηλώνει την έναρξη της νέας εποχής κατά την οποία οι υποσχέσεις του Θεού εκπληρώνονται στο πρόσωπο και
το έργο του Ίησού. Το βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της καινούργιας εποχής που αρχίζει είναι το Πνεύμα του Θεού που «ὅλον συγκροτεῖ» τὸν θεσμὸν τῆς ἐκκλησίας». Το Πνεύμα, ενώ κατέρχεται στον Ιησού και δρα ήδη μέσα στον κόσμο, συνάμα αναγγέλλεται από τον Ίησού ως ο Παράκλητος που θα έλθει μετά τη δική του επάνοδο στον Θεό Πατέρα για να οδηγήσει την Εκκλη­σία «εἰς τὴν ἀλήθειαν πᾶσαν» (Ιω 16, 13). Η περικοπή αυτή εκτός από τον σαφή μεσσιανικό της χαρακτήρα έχει και εκκλησιολογικό προσανατολισμό. Η βάπτιση του Υιού, η φωνή του Θεού Πατέρα και η παρουσία του Α­γίου Πνεύματος αποτελούν τη τριαδολογική βάση και πί­στη της Εκκλησίας. Ήδη εδώ έχουμε τις απαρχές της εκκλησιολογίας, που θα αναπτυχτεί αργότερα στη θεολογική σκέψη της Εκκλησίας.

Πηγή: ΑΜΕΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου