Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

Σταύρος Γιαγκάζογλου, Η Αγία Γραφή στην Εκπαίδευση


Το άρθρο αποτελεί εκτενέστερη μορφή εισήγησης στο Διεθνές Συνέδριο της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας στην Αθήνας στις 12-13 Δεκεμβρίου 2014 με θέμα «Η μετάφραση της Βίβλου στην Εκκλησία και στην Εκπαίδευση».

1. Η γλώσσα και η ερμηνεία της Αγίας Γραφής: εκκλησιολογικές προϋποθέσεις της μετάφρασης

Η Αγία Γραφή είναι η αποκάλυψη του Θεού στην ιστορία μέσα από συγκεκριμένα γεγονότα, πρόσωπα και καταστάσεις. Η αποκάλυψη αυτή γίνεται λόγος Θεού προσιτός στον άνθρωπο, γίνεται προσωπικός διάλογος Θεού και ανθρώπου, ο οποίος καταγράφεται σε κείμενα από αυτόπτες ή αυτήκοους μάρτυρες με τρόπο ποικίλο και ανάλογο με την ιστορική εποχή και το πολιτισμικό περιβάλλον. Οι μάρτυρες αυτοί έχουν την απόλυτη επίγνωση και την αδιάσειστη βεβαιότητα ότι καταγράφουν τη φανέρωση του Θεού στους ανθρώπους, έχοντας στόχο να την κάνουν προσιτή αλλά και οικεία. Μέσω αυτών των καταγραφών, η σχέση με τον Θεό γίνεται εμπράγματη και ιστορική, κάλεσμα και πρόκληση για τον αναγνώστη ή τον ακροατή. Η Βίβλος, λοιπόν, είναι η αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο και συνάμα η πρόσληψη του διαλόγου των ανθρώπινων πολιτισμών και η μετάπλασή τους σε θεανθρώπινο διάλογο και πολιτισμό, σε κοινωνία και σχέση, Θεού, κόσμου και ανθρώπου. Τα βιβλικά κείμενα όχι μόνο στο πρωτότυπό τους αλλά και σε κάθε γλώσσα στην οποία μεταφράζονται, σαρκώνουν εκ νέου αυτόν τον διάλογο των πολιτισμών, τον διάλογο Θεού και ανθρώπου. Τα βιβλικά κείμενα δεν είναι μονογραμμικά αλλά πολυσήμαντα και πληθυντικά ως προς την ερμηνευτική τους πρόσληψη «από την ποικιλία των κοινοτήτων που αλληλοερμηνεύονται ερμηνεύοντας το κείμενο»[1]. Είναι σαφές ότι η Αγία Γραφή δεν εγκαθιδρύει ένας είδος «βιβλιακής θρησκείας» με επίκεντρο το θεόπνευστο γράμμα των κειμένων της, ανεξάρτητα από το ιστορικό πλαίσιο της ανθρώπινης παρουσίας και δράσης, ανεξάρτητα από την ιστορική, προσωπική και έμπρακτη σχέση Θεού, κόσμου και ανθρώπου. Δίχως αναφορά και σχέση προς τον άνθρωπο, την ιστορία και τον πολιτισμό του, δίχως τη συνάντηση και τη συνεισφορά συγκεκριμένων λαών και παραδόσεων, η Αγία Γραφή θα παρέμενε το λιγότερο μια κλειστή και τετελεσμένη μυθολογική και κοσμολογική αφήγηση χωρίς ιστορική επενέργεια και διαρκή νοηματοδότηση της ζωής των ανθρώπων.

Εξάλλου, η Αγία Γραφή δεν είναι ένα ιερό ή λογοτεχνικό βιβλίο αναμνήσεων των χρόνων του Ιησού αλλά η ιστορική τεκμηρίωση μιας σειράς γεγονότων που αφορούν την ιστορία της σωτηρίας, όπως πραγματοποιήθηκε από τον ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού και όπως την έζησε και την εξέφρασε μια συγκεκριμένη κοινότητα, η κοινότητα της Εκκλησίας. Το Ευαγγέλιο του Χριστού δεν είναι απλώς διδασκαλία αλλά αφήγηση μίας σειράς ιστορικών γεγονότων με θεολογικό νόημα και σκοπό τη σωτηρία του κόσμου και του ανθρώπου. «Ο Λόγος σαρξ εγένετο… και εσκήνωσεν εν ημίν». Η ιστορία της σωτηρίας καθίσταται έκτοτε δυνατή για ολόκληρο τον κόσμο μέσα στο σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία. Η δε Εκκλησία είναι μια κοινότητα πίστης, λατρείας και ζωής, της οποίας η χριστοκεντρική εμπειρία παραδίδεται από γενιά σε γενιά. «Ο εωράκαμεν και ακηκόαμεν, απαγγέλλομεν υμίν, ίνα και υμείς κοινωνίαν έχητε μεθ’ ημών» (Α΄ Ιω. 1,3). Η ίδια η Αγία Γραφή γεννήθηκε και συντάχθηκε μέσα σε αυτή την εμπειρία και Παράδοση της Εκκλησίας και όχι το αντίστροφο. Ο Λόγος του Θεού ως Διαθήκη δεν απευθύνεται σε μεμονωμένα άτομα αλλά δόθηκε σε έναν λαό, δηλαδή σε μια κοινότητα ανθρώπων. Η Αγία Γραφή είναι ο Λόγος του Θεού σύμφωνα με τη μαρτυρία της Εκκλησίας για ό,τι συνέβη εν Χριστώ σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.

Ο κανόνας της Αγίας Γραφής προσδιορίζεται και εγκρίνεται από την Εκκλησία, η οποία και αποτελεί το ζωντανό πλαίσιό της. Δίχως την Παράδοση και ζωή της Εκκλησίας, η Γραφή θα παρέμενε μονοσήμαντα προσανατολισμένη στο παρελθόν. Αντίθετα, η Αγία Γραφή από την Γένεση μέχρι την Αποκάλυψη αφηγείται το σώμα μιας ενιαίας ιστορίας, στην οποία υπάρχει αρχή, αδιάκοπη πορεία και εξέλιξη. Συνάμα τα πάντα τείνουν προς ένα τέλος, το οποίο είναι πάντοτε ανοικτό και στο οποίο καλείται ο κόσμος και ο άνθρωπος να ενσωματωθεί με τη δυναμική της βιβλικής αποκαλυπτικής προφητείας, με τη δυναμική των εσχάτων. Ο Θεός Λόγος «πολυμερώς και πολυτρόπως» (Εβρ. 1,1) μίλησε στην Παλαιά Διαθήκη και μολονότι ενανθρώπησε «ἐφάπαξ» (Εβρ. 7,27.9,12), έκτοτε διαρκώς αποκαλύπτεται στην ιστορία. Αυτό σημαίνει ότι η Γραφή για την Εκκλησία είναι ένα ανοικτό και όχι ένα κλειστό βιβλίο, με την έννοια ότι δεν περιγράφει αιώνιες ή μεταφυσικές αλήθειες αλλά καταγράφει και αφηγείται την «ιστορία» των σχέσεων Θεού και ανθρώπου, μέχρις ότου το γεγονός της ενανθρώπησης – «άχρις ου μορφωθή Χριστός» – να εισχωρήσει παντού στην κτίση και στην ιστορία, μέχρι ο Χριστός να γίνει «τα πάντα εν πάσι» (Α΄ Κορ. 15,28). Και αυτή η ιστορία, η οποία συνεχίζεται ακόμη στο σώμα της Εκκλησίας, δεν ιχνηλατεί απλώς τον συναρπαστικό διάλογο Θεού και ανθρώπου, αλλά αποκαλύπτει συνάμα και την έσχατη αλήθεια για την ύπαρξη του ανθρώπου και του κόσμου[2].

Ωστόσο, το ζήτημα της ερμηνείας και της ερμηνευτικής της Αγίας Γραφήςείναι καίριας σημασίας στη ζωή και πορεία της Εκκλησίας. Δίχως ερμηνεία και μετάφραση τα βιβλικά κείμενα απολιθώνονται και γίνονται αρχαιολογικά θρησκευτικά σύμβολα, τα οποία δεν συμ-βάλλουν στη βιωματική προσπέλαση και στην ενεργό συμμετοχή του ανθρώπου στην αλήθεια για τον Θεό, τον άνθρωπο και τον κόσμο σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Η Εκκλησία βιώνει διαρκώς την ερμηνευτική επέκταση της Αγίας Γραφής κατ’ εξοχήν στη λειτουργική της ζωή[3]. Η Θεία Ευχαριστία και η γενικότερη λατρεία της Εκκλησίας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η δραματοποιημένη βίωση της Αγίας Γραφής. Ωστόσο, η ερμηνεία της Αγίας Γραφής, η ερμηνευτική ανάδειξη των βιβλικών κειμένων στον σύγχρονο άνθρωπο, επιβάλλεται να κομίζει το έντονα σωτηριολογικό και υπαρξιακό μήνυμά τους. Παράλληλα, στην ποιμαντική ευθύνη της Εκκλησίας ανήκει η μαρτυρία και η προσφορά της Αγίας Γραφής και εκτός της λειτουργικής ζωής της. Η ερμηνεία και η μετάφραση της Αγίας Γραφής προϋποθέτει γνώση και κατανόηση του ιστορικού πλαισίου και της εν γένει πολιτισμικής πραγματικότητας, εντός της οποίας εμφανίστηκε η συγκεκριμένη αποτύπωση της πίστης, της ζωής και της διδασκαλίας της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Συνάμα, χρειάζεται καλή γνώση των προβλημάτων της εποχής της Παλαιάς Διαθήκης αλλά και της Εκκλησίας και των ποικίλων εκφάνσεων της ζωής της κατά τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Κάθε εποχή, κάθε γλώσσα, ανάλογα με τον πολιτισμό και την περιρρέουσα ατμόσφαιρά της, παρείχε στην Εκκλησία και το αντίστοιχο λεξιλόγιο, καθώς και τις ανάλογες προσλαμβάνουσες έννοιες που θα μπορούσαν να εκφράσουν αρτιότερα την ευαγγελική εμπειρία που ζούσε η αρχέγονη Εκκλησία και την οποία εξέφρασε στην Καινή Διαθήκη με την κοινή ελληνική γλώσσα της εποχής της.

2. Γλώσσα και εκπαίδευση: η ανθρωπιστική παιδεία και το γλωσσικό ζήτημα

Το ζήτημα της μετάφρασης της Αγίας Γραφής και της αξιοποίησης αυτής της μετάφρασης στην εκπαίδευσή μας συνδέεται με το περίφημο γλωσσικό ζήτημα, το οποίο έχει μακρά ιστορία. Το ίδιο το κείμενο της Αγίας Γραφής είτε ως μετάφραση των ‘Ο της Παλαιάς Διαθήκης είτε ως κοινή ελληνική γλώσσα της Καινής Διαθήκης αλλά και οι γλωσσικές επιλογές της Εκκλησίας συνδέονται στενά με το γλωσσικό μας ζήτημα. Ως γνωστόν, η περίφημη διγλωσσία κάνει την εμφάνισή της ήδη κατά τον 1ο μ. Χ. αιώνα, όταν δίπλα στην κοινή ελληνική γλώσσα της ελληνιστικής περιόδου ή αργότερα της δημώδους γλώσσας του λαού με τις παραλλαγές της εμφανίζεται η αττικίζουσα διάλεκτος[4], την οποία εν πολλοίς εγκολπώνεται η Εκκλησία στην Ανατολή και η οποία θα αποτελέσει το όργανο της θεολογίας των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας και της Ορθοδοξίας σε όλη την περίοδο του Βυζαντίου[5].

Η διγλωσσία αυτή συνεχίζεται και μάλιστα με ένταση κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Στην περίοδο αυτή εμφανίστηκαν δύο μεταφραστικές απόπειρες, προκειμένου ο υπόδουλος ελληνισμός να έχει τη δυνατότητα άμεσης και ζωντανής επαφής με τα βιβλικά κείμενα. Το 1536 ο Ιωαννίκιος Καρτάνος συντάσσει και μεταφράζει σε απλή γλώσσα ένα ανθολόγιο 150 αγιογραφικών αποσπασμάτων «διά να εγνωρίζη πάσα μικρός άνθρωπος μέρος από την θείαν Γραφήν τι λέγει. Και τούτο δεν το έκαμα διά τους διδασκάλους αλλά διά τους αμαθείς ως εμέ». Σχεδόν ένα αιώνα αργότερα το 1638 επί πατριάρχου Κυρίλλου Λούκαρη, ο Μάξιμος Καλλιουπολίτης μεταφράζει ολόκληρη την Καινή Διαθήκη «εις απλήν διάλεκτον», καθόσον «άπρεπον πράγμα είναι οι βίοι και αι ομιλίαι των αγίων να είναι πολλά φανερές, οπού ήταν άνθρωποι, και το του Χριστού θεανθρώπου θείον Ευαγγέλιον, οπού είναι αναγκαιότατον εις κάθε χριστιανόν, να είναι κεκαλυμμένον»[6]. Η έλλειψη ουσιαστικής παιδείας κλήρου και λαού, η έλλειψη κατήχησης αλλά και ποιμαντικής υποστήριξης του ορθόδοξου λαού, η απροκάλυπτη δράση δυτικών μισσιοναρίων στην ορθόδοξη Ανατολή, οι αλλεπάλληλες απαγορεύσεις και οι επανεκδόσεις των μεταφράσεων στις δύσκολες συνθήκες της Τουρκοκρατίας αποκαλύπτουν τις περίπλοκες πτυχές του εγχειρήματος.

Με τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό το γλωσσικό ζήτημα προσλαμβάνει νέα ιδεολογικά, κοινωνικά, πολιτικά και άλλα χαρακτηριστικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο ρεύμα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού συνυπάρχουν τόσο οι αρχαϊστές λόγιοι όσο και οι πολέμιοί τους ή και η «μέση οδός» του Αδαμαντίου Κοραή[7]. Με την απελευθέρωση και την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η αδιέξοδη διαμάχη μεταξύ αρχαϊστών και δημοτικιστών θα γνωρίσει πολλαπλές κορυφώσεις κατά τον 18ο και κυρίως κατά τον 19ο αι. και θα εξελιχθεί κυριολεκτικά σε έναν γλωσσικό εμφύλιο διχασμό. Το 1828 εκδόθηκε η μετάφραση του Ιλαρίωνα (μετέπειτα Μητροπολίτη Τυρνόβου), την οποία διαδέχθηκε η γνωστή μετάφραση του Νεοφύτου Βάμβα[8] (1844 και 1850). Στη μετάφραση αυτή έντονη υπήρξε η αντίθεση του Κωνσταντίνου Οικονόμου, ο οποίος κατηγόρησε τον Βάμβα ότι η νεοελληνική γλώσσα εισάγει και «Νεοελληνική Εκκλησία»[9]. Και η διαμάχη αυτή εντάσσεται στον αδιέξοδο κύκλο των ιδεολογικών αντιθέσεων, οι οποίες συγκροτούν τον επαναπροσδιορισμό της πνευματικής ταυτότητας των Ελλήνων. Στο νεοσύστατο κράτος, ο διάλογος για την ιδιοπροσωπία μας στις νέες ιστορικές συνθήκες έγινε ουσιαστικά ανάμεσα σε δύο καίριους άξονες του Νέου Ελληνισμού. Πρόκειται για το κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και τους εκπροσώπους της Ορθόδοξης Παράδοσης. Οι δύο αυτές δυνάμεις, καθώς μετεξελίσσονται μέσα στη ροή του χρόνου, συνιστούν τις βάσεις της νεοελληνικής ιδιοπροσωπίας[10].

Με βασιλικό διάταγμα το 1856 προσδιορίζεται ως «Γραμματική της ελληνικής γλώσσης η της αρχαίας και μόνη». Στη δίνη του γλωσσικού προβλήματος η μέση οδός του Κοραή διαμορφώνει τη νέα γλωσσική πραγματικότητα της καθαρεύουσας, η οποία σταδιακά θα αποτελέσει τη γλώσσα της εκπαίδευσης, της κρατικής διοίκησης και της επιστήμης[11].Μετά τα αιματηρά γεγονότα των «ευαγγελικών» του 1901, τα οποία προκάλεσαν μιαν έντονη εκκλησιαστική και πολιτική κρίση, η Ελλαδική Εκκλησία απαγόρευσε οποιαδήποτε μεταφραστική απόπειρα, αποδοκιμάζοντας «…ως βέβηλον πάσαν διά μεταφράσεως εις απλουστέραν γλώσσαν αλλοίωσιν ή μεταβολήν του πρωτοτύπου κειμένου…». Εξ αιτίας των γεγονότων αυτών προστέθηκε αρχικά στο Σύνταγμα του 1911 (2.2), κατόπιν στο Σύνταγμα του 1927, και διατηρήθηκε σε αυτό του 1975 (3.3) η χαρακτηριστική διάταξη «Το κείμενον των Αγίων Γραφών τηρείται αναλλοίωτον. η εις άλλον γλωσσικόν τύπον απόδοσις [επίσημος μετάφρασις (1975)] τούτου άνευ της προηγουμένης εγκρίσεως [της αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος (1927)] και της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας απαγορεύεται απολύτως». Τα «ευαγγελικά»[12] και τα «ορεστειακά»[13], τα «αθεϊκά του Βόλου»[14], τα «μαρασλειακά»[15], ο πολιτικο-ιδεολογικός ανταγωνισμός μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικής[16], η περίφημη «δίκη των τόνων»[17] οι αλλεπάλληλες γλωσσικές μεταρρυθμίσεις και οι ματαιώσεις τους μέχρι την οριστική νομοθετική λύση του 1976[18], μαρτυρούν την πολυδιάστατη διαμάχη και τις έντονες κλιμακώσεις του γλωσσικού ζητήματος στην Ελλάδα.

Πράγματι, με την ίδρυση του ελληνικού κράτους η ανθρωπιστική παιδεία αποτέλεσε βασικό πυλώνα της εκπαίδευσης. Όπως στη Δυτική Ευρώπη, έτσι και εδώ στην Ελλάδα, η ανθρωπιστική παιδεία χρησιμοποιήθηκε για την προβολή των συντηρητικών ιδεών και των ηθικοπλαστικών αξιών της εποχής. Η αρχαιολατρία, η αντίθεση μεταξύ λόγιας παράδοσης και δημοτικισμού, οι εθνικές τραγωδίες και ο διχασμός, η πόλωση του πολιτικού βίου, η μειονεξία και οι εξαρτήσεις έναντι της Δύσης, η διαρκής αντιπαράθεση μεταξύ παράδοσης και εκσυγχρονισμού, οι αλλεπάλληλες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, μαρτυρούν τη βαθύτατη και διαχρονική κρίση ταυτότητας της ελληνικής παιδείας.

Με μια στατική προσκόλληση στην κλασική αρχαιότητα, η ανθρωπιστική παιδεία προσέδιδε έμφαση στη γλώσσα και όχι στα νοήματα και στις αξίες. Οι ανθρωπιστικές σπουδές για ένα μεγάλο διάστημα ταυτίστηκαν στην Ελλάδα με την τυπική αρχαιογνωσία και με τα κλασικά φιλολογικά μαθήματα, τα οποία θεωρούνταν ως μοναδική πηγή αλλά και θεματοφύλακας της ανθρωπιστικής παιδείας. Μια τέτοια αντίληψη στένεψε και υποβίβασε τελικά τις ανθρωπιστικές σπουδές σε παγιωμένη μεθοδολογία, σε ενασχόληση με μια στεγανή φιλολογική προσέγγιση των πολιτισμικών δημιουργημάτων της κλασικής περιόδου με επίκεντρο τη γλώσσα, επιμένοντας σχολαστικά στην τεχνολογία της γραμματικής και του συντακτικού της, αφήνοντας την ερμηνεία, τη νοηματοδότηση και τις αξίες της αρχαιοελληνικής και χριστιανικής κληρονομιάς στο περιθώριο. Το εκπαιδευτικό μας παρελθόν σημαδεύτηκε από στείρα προγονολατρεία και ψευδοκλασικισμό, ανάμικτα με εθνικοθρησκευτικές τάσεις και ελιτιστική υπεροψία, υπηρετώντας το συντηρητικό πρότυπο της εκπαίδευσης αλλά και τις κατά καιρούς κυρίαρχες πολιτικές ιδεολογίες υπό τον μανδύα του ελληνοχριστιανικού λεγόμενου πολιτισμού. Επρόκειτο για μια ουδέτερη και ακίνδυνη προσέγγιση των κλασικών και χριστιανικών σπουδών, δίχως ερμηνευτική και κριτική διάθεση για την σε βάθος και όντως ανθρωπιστική διαμόρφωση της προσωπικότητας του μαθητή, η οποία προσέφερε απλώς τη γλωσσική ικανότητα και τα εκπαιδευτικά εργαλεία για τη διατήρηση και αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογικής και κοινωνικής αντίληψης της εποχής.

Παράλληλα προς όλα αυτά, βαίνει και η συχνά διαφιλονικούμενη εκκλησιαστική και θεολογική διάσταση αυτού του προβλήματος, η οποία ούτως ή άλλως υφίσταται με τις αθέατες ή φανερές διαστάσεις της μέχρι σήμερα. Οι περιπέτειες των μεταφράσεων της Αγίας Γραφής επί Τουρκοκρατίας, οι αλλεπάλληλες απαγορεύσεις και οι επανεκδόσεις τους αποκαλύπτουν τις δύσκολες πτυχές του εγχειρήματος. Μολονότι υπήρξαν διάφορες μεταφράσεις ή ερμηνευτικές αποδόσεις της Αγίας Γραφής[19], κυρίως μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, η μετάφραση της Καινής Διαθήκης του 1985 ήταν εκείνη, η οποία προκάλεσε έντονες αντιθέσεις[20] μέχρι την αναθεώρησή της το 1988-89 και την έγκρισή της από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, εφόσον δεν επρόκειτο για μια ερμηνευτική παράφραση αλλά για μία άμεση μετάφραση στη δημοτική γλώσσα. Η διαμάχη γύρω από τη μετάφραση αυτή φανέρωσε όχι απλώς δύο τάσεις, μια εκσυγχρονιστική και μια άλλη πιο παραδοσιακή, αλλά αποκάλυψε την εγγενή δυσχέρεια του εγχειρήματος αλλά και την ανάγκη απόδοσης της Αγίας Γραφής στη δημοτική γλώσσα, στη γλώσσα της εκπαίδευσης, στη γλώσσα που όλοι μιλούν και καταλαβαίνουν.

3. Η Αγία Γραφή στη νεοελληνική εκπαίδευση

Στο πλαίσιο των προτεραιοτήτων της ανθρωπιστικής παιδείας, η θρησκευτική αγωγή αποτέλεσε εξ αρχής διακριτό μέρος της ελληνικής κρατικής εκπαίδευσης. Η ιστορία, η φυσιογνωμία και η μορφολογία του μαθήματος των Θρησκευτικών βαίνει παράλληλα και ακολουθεί τις εξελίξεις της ελληνικής εκπαίδευσης. Από το 1834 μέχρι το 1894 τα δημοτικά σχολεία λειτούργησαν με τη λεγόμενη αλληλοδιδακτική ή συνδιδακτική μέθοδο. Στο πλαίσιο αυτό «την ύλην της Χριστιανικής διδασκαλίας απήρτιζον πρώτον αι προσευχαί, δεύτερον η Ιερά Ιστορία και τρίτον η Χριστιανική Κατήχησις»[21]. Και ενώ όλα τα μαθήματα αποστηθίζονταν, χρησιμοποιώντας τύπους και λέξεις δίχως νόημα και περιεχόμενο στην ίδια τη ζωή των μαθητών[22], ο σκοπός της διδασκαλίας των Θρησκευτικών επέμενε να είναι στενά ηθικιστικός και καθηκοντολογικός: «Κύριος σκοπός της διδασκαλίας των ιερών μαθημάτων είναι, ουχί η ψιλή μετάδοσις των θρησκευτικών γνώσεων, αλλά η δ’ αυτής εξέγερσις εν τη ψυχή των παίδων ηθικού και θρησκευτικού αισθήματος και μάλιστα η διάπλασις ακραιφνούς χριστιανικού χαρακτήρος»[23]. Τα πράγματα διαφοροποιούνται, κατά κάποιο τρόπο, το 1894 με την εισαγωγή αξόνων ανά τάξη, ενώ όλες σχεδόν οι διδακτικές ενότητες λαμβάνονται επιλεκτικά από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Από το 1913 οι προσευχές διδάσκονται στις δύο πρώτες τάξεις, οι ιστορίες της Παλαιάς Διαθήκης στην Γ΄ τάξη, η Καινή Διαθήκη στην Δ’ τάξη, η Εκκλησιαστική Ιστορία στην Ε΄ τάξη και η Κατήχηση και Λειτουργική στην ΣΤ΄ τάξη. Το διάγραμμα αυτό διατηρήθηκε σταθερό μέχρι το 1982. Το 1969 η διδασκαλία των Θρησκευτικών των δύο πρώτων τάξεων του δημοτικού εντάχθηκε στη «Σπουδή του Περιβάλλοντος» ή στην «Πατριδογνωσία» με το ίδιο σχεδόν περιεχόμενο ύλης. Ο σκοπός της διδασκαλίας επικεντρώνεται στην ανάπτυξη της θρησκευτικότητας ή του θρησκευτικού συναισθήματος ως έμφυτου στοιχείου της ανθρώπινης ψυχής, με την καλλιέργεια των θρησκευτικών γνώσεων και παραστάσεων και με τη βιωματική λειτουργική αγωγή της ορθόδοξης λατρείας και της έμπρακτης άσκησης στη φιλαλληλία[24].

Καθ’ όλη την ιστορική αυτή διαδρομή, τα βιβλικά κείμενα και οι βιβλικές αναφορές κυριαρχούν στο μάθημα των Θρησκευτικών τόσο στα προγράμματα σπουδών όσο και στα διδακτικά εγχειρίδια του ελληνικού σχολείου και του γυμνασίου, δηλαδή στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έτσι, η «Ιερά Ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης» ή θέματα από την Παλαιά Διαθήκη, καθώς και η «Ιερά Ιστορία της Καινής Διαθήκης» ή θέματα από την Καινή Διαθήκη διδάσκονται στις μικρές τάξεις του δημοτικού σχολείου συνήθως όχι με βάση τα ίδια τα βιβλικά κείμενα, αλλά κυρίως με αναδιήγηση και αφηγηματική αναπροσαρμογή τους στο επίπεδο της εκπαιδευτικής αυτής βαθμίδας[25]. Εξ ανάγκης, συνεπώς, επιχειρήθηκε ένα είδος μετάφρασης, αξιοποίησης και προσαρμογής των βιβλικών κειμένων στο πλαίσιο και στις κατευθύνσεις των εκπαιδευτικών επιλογών και προτεραιοτήτων της εποχής. Η γλώσσα είναι αρχικά η καθαρεύουσα ή η απλή καθαρεύουσα και σταδιακά ποικίλει με τάσεις προς τη μικτή ή τη δημοτική της εποχής, ανάλογα με τις φάσεις του γλωσσικού ζητήματος και της εκπαιδευτικής πολιτικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι η απόδοση λέξεων ή φράσεων των βιβλικών κειμένων στα παλαιότερα εγχειρίδια συχνά γινόταν με αντίστοιχες λέξεις ή φράσεις της αρχαΐζουσας. Η εικονογράφηση των βιβλικών θεμάτων είναι αρχικά ανύπαρκτη και σταδιακά εμφανίζονται ασπρόμαυρες ευρωπαϊκές λιθογραφίες, αργότερα πρωτότυπες παιδικές ζωγραφιές στο εικαστικό ύφος της εποχής και μετά από το 1950 ή το 1960 ενδιαφέρουσες και επώνυμες ελληνικές καλλιτεχνικές προσπάθειες[26], καθώς διακοσμούνται και με βυζαντινές ή βυζαντινίζουσες εικονογραφήσεις (χαρακτική, εικόνες, αγιογραφίες, κ.λπ.). Τα διδακτικά βιβλία είναι συνήθως του ελεύθερου εμπορίου, κυρίως μέχρι τη δεκαετία του ’30 και από τη δεκαετία του ’40 είναι εν μέρει κρατικά του ΟΕΣΒ (1937 εξ), του ΟΕΔΒ (1960 εξ.) και τώρα πλέον του ΙΤΥΕΕ Διόφαντος (2012 εξ.). Οι συγγραφείς είναι συνήθως εκπαιδευτικοί και σπανιότερα ακαδημαϊκοί δάσκαλοι. Μολονότι η θεματική των βιβλίων, όπως και τα προγράμματα των Θρησκευτικών, παρουσιάζουν ένα είδος σταθερής και επαναλαμβανόμενης ομοιομορφίας για πολύ μεγάλες χρονικές περιόδους, παρατηρείται το φαινόμενο της έκδοσης πολλών εγχειριδίων για την ίδια τάξη (ένα είδος πολλαπλού βιβλίου) από ιδιώτες-συγγραφείς και από εμπορικούς εκδοτικούς οίκους, όταν δεν είχε ακόμη ιδρυθεί κρατικός οργανισμός έκδοσης σχολικών βιβλίων.

Τα κείμενα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης από το πρωτότυπο διδάσκονται αυτόνομα και σταθερά στο γυμνάσιο ή συμπεριλαμβάνονται στην Ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης ή στην Ιστορία της Καινής Διαθήκης. Οι εκλεκτές ευαγγελικές περικοπές[27] διδάσκονταν στις μεγάλες τάξεις του δημοτικού και σταθερά στο γυμνάσιο για πολλές δεκαετίες μέχρι και τη δεκαετία του ’80. Τα εγχειρίδια αυτά αντανακλούν τις θεολογικές, κοινωνικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις της εποχής τους, δίνουν έμφαση στην ηθική-ηθοπλαστική ή καθηκοντολογική διάσταση του Χριστιανισμού έχοντας ως μόνιμη επωδό το περίφημο ηθικό δίδαγμα, αντανακλώντας έτσι το παιδαγωγικό, κοινωνικό και θρησκευτικό πλαίσιο της εποχής τους και αργότερα προσλαμβάνουν και εμφορούνται από σχολαία ή επιστημονική διάθεση, επιχειρώντας να αναπαράξουν και να αναπλαισιώσουν την ακαδημαϊκή ύλη της θεολογικής επιστήμης στη δευτεροβάθμια κυρίως εκπαίδευση. Μοναδική σχεδόν εξαίρεση αποτελούν τα βιβλία των Θρησκευτικών που εκπονήθηκαν στο πλαίσιο της ημιτελούς μεταρρύθμισης Παπανδρέου-Παπανούτσου το 1965 για το Γυμνάσιο[28]. Από τους τίτλους των βιβλίων, τη θεματική ιστόρηση, την ανάδειξη της θεολογικής σημασίας των βιβλικών κειμένων, την πλούσια εικονογράφηση, τη δημοσίευση φωτογραφιών των ιστορικών μνημείων, την παράθεση πολλαπλών πηγών, την ενδιαφέρουσα για την εποχή παιδαγωγική παρουσίαση, τις ασκήσεις εμπέδωσης, την ύπαρξη μεταφρασμένων βιβλικών κειμένων δίπλα στο πρωτότυπο και άλλων στοιχείων, φάνηκε ότι επρόκειτο για μία άνευ προηγουμένου τομή στην ελληνική εκπαίδευση, την εξέλιξη της οποίας ανέκοψε η δικτατορία του 1967.

Για πολλές δεκαετίες, σχεδόν μέχρι το 1980, το μάθημα των Θρησκευτικών υποστηρίζεται από τις λεγόμενες εκλεκτές ευαγγελικές περικοπές[29]. Συνήθως, τα αυτούσια βιβλικά αποσπάσματα συνοδεύονται από μικρή εισαγωγή και είτε έχουν ερμηνευτικά σχόλια και σημειώσεις ή ανάπτυξη περιεχομένων είτε έχουν την ίδια τη μετάφραση που άλλοτε είναι σε απλή καθαρεύουσα, άλλοτε σε μεικτή ή τέλος σε ρέουσα δημοτική γλώσσα. Αν οι επιλογές των ιστοριών της Παλαιάς Διαθήκης είναι κυρίως ηθοπλαστικές γύρω από τους πατριάρχες, τους βασιλείς και τους προφήτες, τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, άλλοτε από το πρωτότυπο και άλλοτε, στις μικρότερες τάξεις, συνήθως μεταπλασμένα σε αναδιηγήσεις, παρουσιάζουν βήμα βήμα τη ζωή, τη διδασκαλία, τα θαύματα, το πάθος και την ανάσταση του Χριστού, στο θρησκευτικό ύφος και ήθος της εποχής τους.

Μολονότι το μάθημα των Θρησκευτικών υπήρξε κυρίως βιβλικό[30], τόσο στο δημοτικό όσο και στο γυμνάσιο, είναι σαφές ότι η επαφή με τα ίδια τα βιβλικά κείμενα δεν ήταν άμεση αλλά γινόταν με τη διαμεσολάβηση είτε παραφράσεων και ερμηνευτικών αποδόσεων στο ηθικολογικό ή όποιο άλλο πνεύμα της εποχής είτε με μια φορτωμένη ακαδημαϊκή και συνήθως αντιπαιδαγωγική θεολογική εξήγηση.

4. Η Αγία Γραφή στα προγράμματα και στα βιβλία του μαθήματος των Θρησκευτικών από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα

Ενώ τα προγράμματα σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών ήταν περίπου ταυτόσημα για πολλές δεκαετίες κατά τον 20ο αι., οι μεγάλες παιδαγωγικές και θεολογικές αλλαγές της θρησκευτικής εκπαίδευσης εμφανίζονται μετά τη Μεταπολίτευση. Στην πορεία αυτή διακρίνουμε τέσσερα στάδια. Πρόκειται για τα διδακτικά βιβλία του 1977, του 1993, του 2006, καθώς και για το νέο πρόγραμμα σπουδών του 2011-2014 για το δημοτικό και το γυμνάσιο και του 2015 για το λύκειο.

Το 1977, τρία χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, η διδακτέα ύλη παραμένει σταθερά ίδια με εκείνη του 1969 και ο σκοπός της διδασκαλίας προσδιορίζεται ως εξής: «Σκοπός της διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι η ανάπτυξη του θρησκευτικού συναισθήματος των μαθητών, η εδραίωση της πίστεως στη Χριστιανική Θρησκεία και η ενίσχυση της ενεργητικής συμμετοχής τους στη θρησκευτική ζωή του λαού μας»[31]. Τα προγράμματα αυτά και τα συνακόλουθα βιβλία του 1978 εμφορούνται ακόμη από τη διάθεση να προσφέρουν θεματικά περιεχόμενα με βάση παλαιότερα προγράμματα, ενώ η ύλη τους χαρακτηρίζεται από ένα είδος γνωσιολογικού σχολαστικισμού με μόνα ίσως παιδαγωγικά στοιχεία την απλή γλώσσα και το αφηγηματικό ύφος. Η βάση του μαθήματος παραμένει η χρονολογική παρουσίαση των ιστοριών της Παλαιάς και αντίστοιχα η παρουσίαση της διδασκαλίας και της ζωής του Χριστού σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη. Ακολουθούν στις δύο τελευταίες τάξεις η «Εκκλησιαστική Ιστορία» και η «Κατήχηση και Λειτουργική».

Το 1982 δημοσιεύεται νέο αναλυτικό πρόγραμμα για τις τάξεις Α΄ και Β΄ του δημοτικού, σύμφωνα με το οποίο το μάθημα των Θρησκευτικών εντάσσεται έκτοτε οργανικά στο μάθημα «Μελέτη του Περιβάλλοντος». Και ενώ τα προγράμματα των άλλων τάξεων παραμένουν αμετάβλητα, η μεγάλη αλλαγή πραγματοποιείται στα προγράμματα του 1992 και στα συνακόλουθα βιβλία του 1993, τα οποία ενσωματώνουν ίσως για πρώτη φορά πρωτοποριακές για το μάθημα των Θρησκευτικών παιδαγωγικές αρχές και εποπτικά μέσα με την εικονογράφησή τους και με τα διάφορα βιβλικά, πατερικά, λειτουργικά, λογοτεχνικά, ιστορικά και λαογραφικά κείμενα, με τα οποία συνθέτουν και εφαρμόζουν μια παιδοκεντρική και συνάμα χριστοκεντρική αντίληψη στη θρησκευτική εκπαίδευση, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της ηλικίας των παιδιών, καθώς και το νέο ανοικτό περιβάλλον της ελληνικής κοινωνίας και γενικότερα την ασκούμενη εκπαιδευτική πολιτική σε όλα τα επίπεδα (εννεαετής υποχρεωτική εκπαίδευση κ.ά.). Τα βιβλία αυτά εγκαταλείπουν πλέον τη διάρθρω­ση των ακαδημαϊκών θεολογικών κλάδων που ίσχυε μέχρι τότε στην εκπαίδευση και συνάμα απομακρύνονται από τον ιστορισμό, τη νοησιαρχία και την παράθεση στερεότυπων γνώσεων. Κατά την περίοδο αυτή το μάθημα στο δημοτικό μετονομάστηκε σε Ορθό­δοξη Χριστιανική Αγωγή[32].

Τα διάσπαρτα βιβλικά κείμενα στα εν λόγω βιβλία μεταφράζονται σε μια σχεδόν λογοτεχνική δημοτική[33] από την έκδοση της Αγίας Γραφής της Αποστολικής Διακονίας. Το μάθημα αποδεσμεύεται πλέον από τον έντονο ιστορισμό και τη γνωσιοκεντρική και στερεότυπη αντίληψη της θρησκευτικής του ύλης, χαράσσοντας όχι απλώς νέες και πλούσιες θεματικές αντί της χρονολογικής παράθεσης, αλλά κυρίως νέους στόχους, συνθέτοντας παιδαγωγικά και ευέλικτα τις θεολογικές έννοιες και τα βιβλικά κείμενα με τη βιωμένη Ορθόδοξη Παράδοση, την ελληνική λαογραφία, αλλά και τη σύγχρονη πολιτισμική και κοινωνική πραγματικότητα. Η συστηματοποίηση της ύλης του μαθήματος των Θρησκευτικών αφέθηκε για το γυμνάσιο και το λύκειο.

Το 1985 εκδίδεται από τον ΟΕΔΒ το βιβλίο των Σάββα Αγουρίδη και Σωκράτη Νίκα, Ο Χριστός και ο καινούριος κόσμος του Θεού, για τη Β΄ τάξη του γυμνασίου. Πρόκειται για ένα βιβλίο όπου κατατίθεται με απλό και συνοπτικό τρόπο η χριστοκεντρική και εσχατολογική προοπτική της θεολογίας της Καινής Διαθήκης. Τα βιβλικά αποσπάσματα παρατίθενται στο πρωτότυπο αλλά και μεταφρασμένα στη δημοτική και σχεδόν όλες οι αφηγηματικές ενότητες εμφορούνται από την προοπτική της εν Χριστώ φανερούμενης Βασιλείας ως του καινούργιου κόσμου του Θεού. Μολονότι απλό και ρηξικέλευθο το βιβλίο αυτό δεν ακολουθούσε ούτε προϋπέθετε συγκεκριμένες παιδαγωγικές αρχές στη διδασκαλία του, όπως άλλωστε και τα περισσότερα διδακτικά βιβλία της εποχής του.

Στο γυμνάσιο τα πρώτα βιβλία που χρησιμοποιούν τη νέα μετάφραση της Βιβλικής Εταιρίας είναι τα εγχειρίδια της Α΄ και της Β΄ τάξης: Πρόκειται για τα βιβλία των Δαμιανού Δόικου, Μιλτιάδη Κωνσταντίνου, Πηγής Καζλάρη, Προετοιμασία των ανθρώπων για τον καινούριο κόσμο του Θεού, για την Α” τάξη του Γυμνασίου (ΟΕΔΒ, Αθήνα 11986) και Όλγας Γριζοπούλου, Πηγής Καζλάρη, Απόστολου Μπάρλου, Γεώργιου Τσανανά, Ο Ιησούς Χριστός, ο Καινούργιος Κόσµος του Θεού και εµείς, Θρησκευτικά Β΄, Γυµνασίου (ΟΕΔΒ, Αθήνα 11998). Τα βιβλία αυτά σχετίζονται οργανικά ή αποτελούν συνέχεια των βιβλίων του δημοτικού του 1993, εφαρμόζοντας σύγχρονες παιδαγωγικές αρχές, και κυρίως χρησιμοποιώντας θεολογικά και παιδαγωγικά στοχευμένα τα βιβλικά κείμενα αυτά καθαυτά, δίνοντας την ευκαιρία στον μαθητή να συνομιλήσει απευθείας με την Αγία Γραφή δίχως καμία γλωσσική ή ερμηνευτική δυσχέρεια. Για τον σκοπό αυτό, δίπλα στο μεταφρασμένο βιβλικό κείμενο υπάρχουν σύντομα εισαγωγικά στοιχεία, ερμηνευτικά σχόλια, βοηθητικό ή συμπληρωματικό υλικό, ενώ η επεξεργασία κάθε ενότητας γίνεται με παιγνιώδη, ομαδοσυνεργατικό και βιωματικό τρόπο μέσα στην τάξη. Είναι γεγονός ότι τα δύο αυτά βιβλία άνοιξαν νέους δρόμους και αποτέλεσαν τη βάση για τα προγράμματα και τα βιβλία του 2003-2006. Το βιβλίο της Α γυμνασίου[34] ιδιαίτερα άνοιξε νέους δρόμους στην προσέγγιση της Παλαιάς Διαθήκης, κυρίως ως προς τα θέματα της δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου, της θεοπνευστίας και του ανθρωπομορφισμού, αλλά και του διαλόγου της Παλαιάς Διαθήκης με το κοσμοείδωλο της εποχής της, καθώς και με τις δυνατότητες που προσφέρει στη θεολογία για τον σύγχρονο διάλογο με τις θετικές επιστήμες, της χριστοκεντρικής και εκκλησιολογικής διάστασης των προφητικών κειμένων, καθώς και της ανάδειξης της παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς των κειμένων της Παλαιάς Διαθήκης.

Από την πλευρά τους, οι συγγραφείς του βιβλίου της Β΄ γυμνασίου, ενός πράγματι υποδειγματικού βιβλίου όχι μόνο για το μάθημα των Θρησκευτικών αλλά για ολόκληρη την ελληνική εκπαίδευση, δηλώνουν χαρακτηριστικά ότι η μετάφραση των τεσσάρων καινοδιαθηκολόγων καθηγητών στην έκδοση της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας (αναθεωρημένη έκδοση του 1995) «υπήρξε η βάση για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου». Πράγματι στο βιβλίο αυτό αξιοποιείται παιδαγωγικά και θεολογικά όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης η Καινή Διαθήκη όχι απλώς ως τυπική ηθική διδασκαλία, αλλά με σαφή θεολογικό άξονα τη χριστοκεντρική φανέρωση του καινούργιου κόσμου της Βασιλείας του Θεού. Το βιβλίο αυτό υπήρξε το πλέον χριστοκεντρικό και συνάμα παιδαγωγικά δομημένο διδακτικό βιβλίο.

Στις ίδιες παιδαγωγικές αρχές εδράζονται και τα ανανεωμένα και εκσυγχρονισμένα βιβλία του 2006 για το δημοτικό, στα οποία οι μαθητές καλούνται να γνωρίσουν τον Χριστιανισμό ως βιβλική ιστορία και βιβλικό λόγο, ως ορθόδοξη χριστιανική Παράδοση, ως πολιτιστική έκφραση. Καλούνται επίσης να γνωρίσουν την πορεία του Χριστιανισμού στην ιστορία και την παρουσία του στον σύγχρονο πλουραλιστικό και ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο μας. Λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη το στάδιο της νοητικής, συναισθηματικής και κοινωνικής ωρίμανσης των μαθητών προσφέρονται, στις μεγαλύτερες τάξεις, στοιχεία και πληροφορίες για το θρησκευτικό φαινόμενο γενικότερα, για τις άλλες χριστιανικές ομολογίες και παραδόσεις, καθώς επίσης και στοιχεία για τον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ. Με τον τρόπο αυτό, υλοποιείται παιδαγωγικά και διαπολιτισμικά η ευρωπαϊκή και οικουμενική διάσταση του μαθήματος.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η επιτυχία των δύο προηγούμενων βιβλίων του γυμνασίου δεν ακυρώθηκε στη νέα αυτή προσπάθεια, αλλά οι ίδιοι περίπου συγγραφείς αποτέλεσαν και τις νέες συγγραφικές ομάδες που εκπόνησαν τα βιβλία του 2006 για την Α΄ και τη Β΄ τάξη του γυμνασίου, εκσυγχρονίζοντας και τελειοποιώντας ακόμη περισσότερο την προηγούμενη προσπάθεια. Έτσι, στα βιβλία της Α΄ και Β΄ τάξης του γυμνασίου εγκαταλείπεται η παραδοσιακή μέθοδος του δοκιμίου. Λαμβάνοντας υπόψη τις θρησκειοπαιδαγωγικές και ψυχολογικές προϋποθέσεις για τη διδασκαλία των Θρησκευτικών στην ηλικία αυτή, διαφοροποιείται και ο τρόπος προσέγγισης των γνωστικών και μορφωτικών στοιχείων. Η μέθοδος που προκρίνεται είναι η σπουδή και η μελέτη κειμένων μέσα από μια παιγνιώδη δόμηση των διδακτικών ενοτήτων που προκαλούν την αυτενέργεια του μαθητή σε ένα περιβάλλον διερεύνησης και ανακάλυψης της γνώσης που σέβεται τη θρησκευτική ετερότητα κάθε μαθητή. Παράλληλα, αναδεικνύεται η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη, πέρα από την εκκλησιαστική, θεολογική και θρησκευτική διάστασή τους, και ως πυρήνας του δυτικού πολιτισμού με πανανθρώπινη και οικουμενική την εμβέλεια των νοημάτων τους.

Στην Γ΄ τάξη η θεματική και ιστορική υφή του βιβλίου περιλαμβάνει κατά τρόπο κριτικό όσα είναι ικανά να δώσουν το στίγμα της Ιστορίας της Εκκλησίας, ξεκινώντας με τα πρώτα βήματά της με βάση τις Πράξεις των Αποστόλων. Ακολουθεί θεματικά η εξιστόρηση της πορείας 2000 ετών οικουμενικής παρουσίας και δράσης της Εκκλησίας στον κόσμο, ενώ δίνεται έμφαση στην ευρωπαϊκή διάσταση και στη σύγχρονη παρουσία του Χριστιανισμού.

Στο λύκειο βασικός σκοπός του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι η γνωριμία με τα βασικότερα θέματα της ορθόδοξης πίστης μέσα από τη λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας, η κριτική και νηφάλια ενημέρωση για θέματα παραθρησκευτικών φαινομένων ή εξωχριστιανικών λατρειών. Ακόμη, επιδιώκεται η γνωριμία με τη θρησκεία ως πανανθρώπινο φαινόμενο, ο συστηματικός τρόπος παρουσίασης του Χριστιανισμού και ιδιαίτερα της Ορθοδοξίας, η ενημέρωση για την κριτική, αμφισβήτηση και άρνηση της χριστιανικής πίστης καθώς και η γνωριμία με τα κυριότερα θρησκεύματα του κόσμου. Τέλος, μια σειρά από θέματα χριστιανικής ηθικής με επίκεντρο την ελευθερία, ευθύνη και ακεραιότητα του ανθρώπινου προσώπου και με κριτικές αναφορές στα σύγχρονα προβλήματα του ανθρώπου και της κοινωνίας ολοκληρώνουν τη διδασκαλία του θρησκευτικού μαθήματος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση[35]. Τα αναλυτικά προγράμματα καθώς και τα βιβλία του λυκείου είναι ήδη αρκετά παλαιά[36]. Είναι ανάγκη, ωστόσο, να ξεπεραστεί η επίδραση που άσκησε η θεολογία των επιστημονικών κλάδων στα διδακτικά βιβλία του μαθήματος και ειδικά για το λύκειο, να γίνουν οι ενδεδειγμένες θεματικά και παιδαγωγικά αλλαγές στο πρόγραμμα σπουδών του στο πλαίσιο μιας ενιαίας και συνθετικής θεώρησης.

5. Το νέο ΠΣ Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου: Συνομιλία των μαθητών με τα βιβλικά κείμενα

Στο νέο πρόγραμμα σπουδών στα Θρησκευτικά της υποχρεωτικής εκπαίδευσης (2011-2014) όλες οι θεματικές ενότητες του δημοτικού εδράζονται σταθερά και αξιοποιούν συστηματικά βιβλικά κείμενα και αναφορές από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη[37]. Το ίδιο συμβαίνει και με τις θεματικές ενότητες του γυμνασίου, οι οποίες εμπεριέχουν περισσότερα στοιχεία για την ιστορική πορεία της Εκκλησίας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, καθώς και τη συνάντηση και τον διάλογο με τις άλλες θρησκευτικές παραδόσεις[38]. Πάνω από 300 είναι οι βιβλικές αναφορές ή περικοπές, οι οποίες προτείνονται σε μετάφραση για άμεση επεξεργασία από τους μαθητές πάντοτε με τη στοχευμένη παιδαγωγική και θεολογική καθοδήγηση του διδάσκοντος[39]. Στο νέο αυτό πρόγραμμα σπουδών η επαφή των μαθητών με τα ίδια τα κείμενα της Αγίας Γραφής γίνεται απευθείας, δίχως τη διαμεσολάβηση κάποιου δοκιμίου ή σχετικής αναδιήγησης. Η άμεση αυτή δυνατότητα επαφής με το βιβλικό κείμενο οφείλεται ασφαλώς στην παιδαγωγική χρήση και αξιοποίηση της μετάφρασης της Αγίας Γραφής, όπως έδειξαν στην πράξη τα διδακτικά βιβλία του γυμνασίου για την Παλαιά (1986) και την Καινή Διαθήκη (1998).

Πράγματι, η πρόσφατη εμπειρία και διαδρομή του μαθήματος των Θρησκευτικών έδειξε ότι στη θρησκευτική μάθηση δεν αρμόζει μια αναπα­ρα­γω­γική άποψη, η οποία δίνει έμφαση στον προκαθορισμό της κατευθυντήριας ιδέας, στη μη­χανική μεταφορά γνώσεων και στην αναπαραγωγή «έτοιμης» διδακτικής ύλης. Αντί­θε­τα, πιο λειτουργικό και συμβατό με τη σύγχρονη θρησκευτική μάθηση αποδεικνύεται ένα πρόγραμμα σπουδώνδιαδικασίας, το οποίο, εμπλέκοντας τους μαθητές σε ενεργητικές μαθησιακές διερ­γασίες, διευκολύνει την προσωπική και συνεργατική διερεύνηση της θρη­σκευ­τι­κό­τη­τας και τη βιωματική κατανόηση κρίσιμων διδακτικών θεμάτων. Εν τέλει, πρόκειται για μια διαδικασία αυτο-δια­μόρ­φωσης της συνείδησής των μαθητών σε αλληλεπίδραση με το συγκεκριμένο θρησκευτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό τους περιβάλλον. Οι μαθητές αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους σε σχέση με τον περιβάλλοντα κόσμο και συνάμα κινούνται δρώντας μέσα σε αυτόν. Στο πλαίσιο αυτό η επαφή των μαθητών με τα ίδια τα βιβλικά κείμενα σε μετάφραση κρίνεται απολύτως λειτουργική και απαραίτητη.

Επιπλέον, το νέο αυτό πρόγραμμα σπουδών έχει επίκεντρο και αφετηρία τη θρησκευτική παράδοση του τόπου, δηλαδή την πα­­ράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως αυτή σαρκώθηκε στη ζωή και απο­­τυπώθηκε στα μνημεία του ελληνορθόδοξου πολιτισμού. Κάθε μαθητής, ανεξαρτήτως της θρη­σκευ­τικής του ιδιοπροσωπίας, είναι αναγκαίο και πολύτιμο να γνωρίζει τη θρησκευτική παράδοση του τόπου καταγωγής ή μόνιμης διαμονής του. Αυτός είναι ο πρώτος και βασικός κύ­κλος του μαθήματος. Ο δεύτερος κύκλος είναι η γνωριμία με τις μεγάλες χρι­στια­νι­κές παραδόσεις που συναντώνται στην Ευρώπη και γενικότερα στον κόσμο, εκτός της Ορ­θο­δο­ξίας, όπως ο Ρωμαιοκαθολικισμός και ο Προτεσταντισμός με τις βασικές του ομο­λο­γίες. Ο τρίτος κύκλος περιλαμβάνει στοιχεία από τα μεγάλα θρησκεύματα και ιδίως όσα εν­δια­φέρουν την ελληνική κοινωνία περισσότερο, δηλαδή τις μονοθεϊστικές παραδόσεις του Ιου­δαϊσμού και του Ισλάμ, καθώς και άλλες θρησκείες, οι οποίες κατά τόπους ή κατά περίπτωση κρίνεται ότι παρουσιάζουν σήμερα αυξημένο ενδιαφέρον[40].

Σε άμεση συνέχεια και σχέση με το νέο πρόγραμμα του δημοτικού και του γυμνασίου το νέο πρόγραμμα σπουδών του λυκείου (2015)[41], αντί να περιλαμβάνει πολλές και διάφορες διδακτικές ενότητες και να διακρίνεται θεματικά με στεγανό τρόπο από τάξη σε τάξη, ενσωματώνει πολυπρισματικά στοιχεία και κινείται γύρω από ορισμένους θεμελιώδεις θεματικούς ή εννοιολογικούς άξονες, όπως Θεός, κόσμος, άνθρωπος, ηθική, θρησκεία, κοινωνία, πολιτισμός, διλήμματα και σύγχρονες προκλήσεις. Το μάθημα των Θρησκευτικών εντάσσει στη διδακτική διεργασία του ως πρώτο άξονά του ζητήματα διαμόρφωσης της προσωπικής ταυτότητας του μαθητή, λαμβάνοντας υπόψη την κρίσιμη ηλικία της εφηβείας, τις ανησυχίες, αναζητήσεις και προσδοκίες της, καθώς και τις θρησκευτικές και πολιτισμικές καταβολές των μαθητών. Η στόχευση αυτή ανταποκρίνεται στην Ορθόδοξη προσέγγιση για την ελευθερία του ανθρώπινου προσώπου, η οποία είναι απαραβίαστη. Ο δεύτερος άξονας είναι ο θρησκευτικός γραμματισμός των νέων. Ο σκοπός αυτός εξυπηρετεί θεμελιώδεις και επίκαιρες μορφωτικές ανάγκες των μαθητών και είναι ιδιαίτερο μέρος ενός ευρύτερου πολυγραμματισμού, ο οποίος στοχεύει στη δημιουργία ολόπλευρα καλλιεργημένων και συνειδητοποιημένων πολιτών. Ειδικότερα, αφορά στη μορφωτική εξοικείωσή τους με τους όρους του πολιτισμικού περιβάλλοντός τους, με την κατανόηση και με την κριτική ερμηνεία του, αλλά και με τη διευκόλυνση της προσωπικής νοηματοδότησης στο πλαίσιο του θρησκευτικού και ηθικού προβληματισμού. Συνδέεται επίσης με την ανάπτυξη κοινωνικών και λειτουργικών δεξιοτήτων, οι οποίες θα τους επιτρέψουν να ζουν αρμονικά και δημιουργικά στη σημερινή σύνθετη εποχή. Ο γραμματισμός αυτός είναι διευρυμένη συνέχεια της επιδιωκόμενης θρησκευτικής μάθησης στην υποχρεωτική εκπαίδευση με το νέο πρόγραμμα σπουδών στα Θρησκευτικά δημοτικού και γυμνασίου.

Προς αυτή την κατεύθυνση, έχει ήδη συγγραφεί το νέο πρόγραμμα σπουδών και ο Οδηγός για τον Εκπαιδευτικό στα Θρησκευτικά λυκείου και σύντομα θα ακολουθήσουν και τα αντίστοιχα βιβλία. Με βάση το νέο πρόγραμμα σπουδών στο μάθημα των Θρησκευτικών και για πρώτη φορά στη βαθμίδα αυτή της εκπαίδευσης περιλαμβάνονται οργανικά οι παιδαγωγικές διαδικασίες της βιωματικής και διερευνητικής ή ανακαλυπτικής μάθησης με επίκεντρο τον έφηβο μαθητή και τις μορφωτικές και υπαρξιακές ανάγκες του, καθώς και τις σύγχρονες απαιτήσεις για τον κριτικό θρησκευτικό γραμματισμό του νέου ανθρώπου. Παράλληλα, στα διδακτικά εργαλεία του νέου αυτού προγράμματος σπουδών[42] προτείνονται απευθείας βιβλικά και πατερικά κείμενα από μετάφραση σε άμεση σχέση με τη βιωματική και διερευνητική μεθοδολογία προσέγγισης, σπουδής και εμπέδωσης των εννοιών του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αναδεικνύεται η επικαιρότητα του βιβλικού και πατερικού λόγου κυρίως ως προς τη σύνδεσή του με συγκεκριμένες εμπειρίες και υπαρξιακές καταστάσεις των σημερινών εφήβων μαθητών.

6. Αναφορές και θέματα από την Αγία Γραφή σε άλλα διδακτικά βιβλία

Αναφορές, κείμενα και θέματα από την Αγία Γραφή υπάρχουν διάσπαρτα στα ισχύοντα διδακτικά βιβλία της εκπαίδευσης, κυρίως στη Μελέτη Περιβάλλοντος, στα Ανθολόγια Νεοελληνικών Κειμένων και στα βιβλία της Νέας και Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας[43] και ελάχιστα στα βιβλία της Ιστορίας[44]. Συνήθως, οι αναφορές αυτές εμπεριέχονται στην ενότητα «Θρησκευτική ζωή» ή «Κείμενα για τη θρησκεία» στα Αναγνωστικά και στα Ανθολόγια λογοτεχνικών κειμένων και περιλαμβάνουν ποιήματα, πεζά αφηγήματα γύρω από τη λεγόμενη «θρησκευτική ζωή» (προσευχές, εορτές), τα ήθη και τα έθιμα, τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και τις εορτές της Παναγίας. Η ενότητα αυτή με μικρές παραλλαγές και ανάλογα με την εποχή και τις τάσεις της υπάρχει σχεδόν σε όλα τα Αναγνωστικά και τα Νεοελληνικά Αναγνώσματα του δημοτικού και του γυμνασίου σταθερά σχεδόν από τις απαρχές της ελληνικής εκπαίδευσης[45]. Άλλοτε είναι άτιτλη, άλλοτε φέρει τον τίτλο «Περί θρησκείας» ή «Σχετικά με την θρησκείαν» ή «Από την θρησκευτικήν ζωήν» ή «Θρησκευτικές ιστορίες», περιορίζοντας την Ορθόδοξη Παράδοση της Εκκλησίας στον λεγόμενο θρησκευτικό χώρο.

Η αιτία και το άλλοθι της ισχνής αυτής παρουσίας της Ορθόδοξης Παράδοσης στα διδακτικά βιβλία συχνά εντοπίζεται στην ύπαρξη του ειδικού μαθήματος των Θρησκευτικών, το οποίο αναλαμβάνει την εκπροσώπηση της θρησκευτικής σφαίρας στην εκπαίδευση. Στη βάση, όμως, αυτής της περιθωριοποίησης βρίσκεται και πάλι το γλωσσικό πρόβλημα και η διαμάχη αρχαϊστών – δημοτικιστών, ο ευρωπαϊκός και νεοελληνικός διαφωτισμός[46], η ιδεολογική πόλωση μεταξύ συντηρητικών – προοδευτικών, η ιδεολογική χρήση της θρησκείας στον δημόσιο χώρο, ο θρησκευτικός ευσεβισμός και η απολογητική του έκφραση στις κρίσιμες δεκαετίες του ΄50 και του ΄60, η ιδεολογικοποίηση της ορθόδοξης Παράδοσης μετά το ’60[47], η ολοένα και αυξανόμενη μετά τη Μεταπολίτευση «εκσυγχρονιστική» μετατόπιση της θρησκευτικής σφαίρας από τον δημόσιο[48] στον ιδιωτικό χώρο, η σημερινή συγκεχυμένη κατάσταση αλλά και οι ιδεολογικές κατασκευές και χρήσεις ένθεν και ένθεν περί Ορθοδοξίας, οδήγησαν σταθερά το κύριο ρεύμα της νεοελληνικής διανόησης άλλοτε σε μιαν αδιάφορη και άλλοτε σε μιαν άκρως επιφυλακτική στάση έναντι της Εκκλησίας[49].

Ιδιαίτερα ως προς τη σχέση θεολογίας και νεοελληνικής λογοτεχνίας[50], τόσο στους χριστιανικούς όσο και στους θύραθεν κύκλους γίνεται λόγος συνήθως για θρησκευτική ή χριστιανική ποίηση και λογοτεχνία ή για λογοτέχνες επηρεασμένους από τη θρησκεία ή την Ορθοδοξία. Ενδεχομένως, η έλλειψη νεοελληνικής Βίβλου στην αφετηρία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αλλά και άλλοι παράγοντες καθώς ήδη σημειώσαμε, υπονόμευσαν εν τέλει τη σχέση Αγίας Γραφής και σύγχρονης λογοτεχνίας, προκαλώντας σκανδαλωδώς την απουσία και συνακόλουθη άγνοιά της από τον κόσμο της διανόησης και κατ’ επέκταση από τον δημόσιο χώρο της σκέψης[51]. Παρ’ όλα αυτά, πλείστα βιβλικά θέματα και αγιογραφικές αναφορές ανιχνεύονται ρητά και υπόρρητα στην ανθολογούμενη σχολική λογοτεχνία, ιδιαίτερα δε η ελληνικότητα που διέσωσε η Ορθόδοξη Παράδοση στα κείμενα των Βιτσέντζου Κορνάρου, Διονύσιου Σολωμού, Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Αλέξανδρου Μωραϊτίδη, Κωνσταντίνου Καβάφη, Κωστή Παλαμά, Στρατή Μυριβήλη, Γρηγόριου Ξενόπουλου, Κώστα Βάρναλη, Φώτη Κόντογλου, Ηλία Βενέζη, Νικηφόρου Βρεττάκου, Αντώνη Σαμαράκη, Γιώργου Σεφέρη, Οδυσσέα Ελύτη, Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, κ.ά.

Αντί επιλόγου

Μολονότι η Αγία Γραφή διδάσκεται σταθερά στην εκπαίδευση σχεδόν από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, μολονότι υπήρξαν εποχές όπου η ιδιότυπη μελέτη και χρήση της Αγίας Γραφής κυριάρχησε στους κόλπους και στο έργο των χριστιανικών οργανώσεων, μολονότι οι βιβλικές σπουδές στην Ελλάδα έχουν πραγματοποιήσει αναμφισβήτητες προόδους σε ακαδημαϊκό και ερευνητικό επίπεδο[52], μολονότι οι μεταφράσεις στη νεοελληνική γλώσσα[53] είναι ήδη πραγματικότητα, ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι υφίσταται ένα είδος έκλειψης της βιβλικής αφήγησης στη νεοελληνική θεολογία και στην εκκλησιαστική ζωή[54]. Η κοινή συνισταμένη των ενστάσεων αυτών είναι η παρατηρούμενη διάζευξη μεταξύ της σύγχρονης βιβλικής έρευνας και της σύγχρονης ορθόδοξης θεολογίας στον τόπο μας. Συνήθως, από τη σκοπιά των βιβλικών θεολόγων και ερευνητών γίνεται λόγος για υποτίμηση του βιβλικού λόγου, για αδιαφορία προς τη σύγχρονη βιβλική θεολογία, για ιδεολογική ταύτιση της Ορθοδοξίας με τον Ελληνισμό. Δεν λείπουν βέβαια και εκείνοι που διαβλέπουν στις επιλογές και στις κατευθύνσεις της σύγχρονης βιβλικής σκέψης ένα είδος προτεσταντικής επίδρασης και υπονόμευσης της πατερικής Παράδοσης. Από την άλλη πλευρά, γίνεται σοβαρός λόγος για την ανάγκη κριτικής ενσωμάτωσης των επιτευγμάτων της σύγχρονης βιβλικής έρευνας στην ορθόδοξη θεολογία, ανάλογη με την πλήρη και οργανική επέκταση και ενσωμάτωση της Αγίας Γραφής στην πατερική Παράδοση[55], για επαναπροσανατολισμό του εκκλησιαστικού κηρύγματος στη γνήσια βιβλική παράδοση της πατερικής θεολογίας, για ανάδειξη των «μεταμοντέρνων στοιχείων» της Καινής Διαθήκης στο πλαίσιο μιας νέας αφηγηματικής θεολογίας, η οποία διαλέγεται γόνιμα και δημιουργικά με τον σύγχρονο πλουραλιστικό κόσμο[56] κ.λπ. Τέλος, βάσιμα υποστηρίζεται ότι η Αγία Γραφή δεν φαίνεται να διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στις δημιουργίες του νεοελληνικού πολιτισμού, εξαιτίας του γλωσσικού προβλήματος ή δεν ενέπνευσε και δεν επηρέασε σημαντικά τη νεοελληνική λογοτεχνία[57] και τη θύραθεν κοσμική διανόηση στη χώρα μας[58]. Εξ ου, θα λέγαμε, και η οιονεί περιθωριοποίησή της στην ελληνική εκπαίδευση, η απώθησή και ο περιορισμός της στο εξειδικευμένο περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών.

Στο άρθρο αυτό επιχειρήσαμε να δείξουμε ότι ενώ η Αγία Γραφή είναι παρούσα εξ αρχής στη νεοελληνική εκπαίδευση, αυτό γίνεται με τον τρόπο και με τις τρέχουσες συνθήκες και αντιλήψεις της εποχής. Στη δική μας εποχή, απελευθερωμένοι από τις ποικίλες ιδεολογικές και παιδαγωγικές στρεβλώσεις του γλωσσικού προβλήματος, απελευθερωμένοι από τη στενά ηθικιστική αντίληψη και χρήση των βιβλικών κειμένων, είναι καιρός να ξαναδούμε τη θέση και τη σημασία της Αγίας Γραφής στη σύγχρονη εκπαίδευση, στη θεολογία, στην εκκλησιαστική μας ζωή, στον νεοελληνικό βίο και πολιτισμό, στον ευρωπαϊκό χώρο[59] αλλά και στην οικουμένη γενικότερα. Αν σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, η γλώσσα της θεολογίας οφείλει να υπερβεί τα λεκτικά σχήματα του παρελθόντος και διακρατώντας το πνεύμα και όχι απλώς το γράμμα των Πατέρων, να γίνει περισσότερο αφηγηματική, υπαρξιακή και ερμηνευτική για να αγγίξει ζωτικά τον σύγχρονο άνθρωπο και τα προβλήματά του, για να νοηματοδοτήσει εκ νέου τον βίο και τον πολιτισμό του, οφείλει πρώτιστα να αναβαπτιστεί στα βιβλικά κείμενα, τα οποία διακρατούν έντονα τον αφηγηματικό και υπαρξιακό χαρακτήρα της εκκλησιαστικής πίστεως. Μάλιστα, ο ζωντανός αυτός λόγος της θεολογίας χρειάζεται να αγκαλιάσει τις σύγχρονες τέχνες, να γίνει λόγος κοινωνίας και διαμεσολάβησης, λόγος που αγγίζει τις καρδιές, λόγος ευθύνης που δεσμεύει ελεύθερα. Οφείλει να δείχνει ότι έρχεται προφητικά από το εσχατολογικό μέλλον, όπως ο ίδιος ο Χριστός, και όχι μόνον από το ιστορικό παρελθόν, όσο σπουδαίο και αν είναι αυτό. Προς αυτή την κατεύθυνση επιβάλλεται στον χώρο της Εκκλησίας η οργανική σύνδεση της σύγχρονης βιβλικής θεολογίας με την κληρονομιά της πατερικής Παράδοσης, το άνοιγμα και ο διάλογος με τον σύγχρονο πολιτισμό, και στον δημόσιο χώρο, ασφαλώς, η συνέχιση της παρουσίας της Αγίας Γραφής με παιδαγωγικά σύγχρονο τρόπο στα προγράμματα σπουδών και στα βιβλία της ελληνικής εκπαίδευσης[60].

Ο Σταύρος Γιαγκάζογλου είναι σύμβουλος του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, διδάσκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και διευθυντής του περιοδικού Θεολογία.

[1] Βλ. Ricœur P. & La Cocque A., Ας σκεφτούμε τη Βίβλο, Πρόλογος, μτφρ. Αλεξάνδρα Παπαθανασίου, Φώτης Σιατίτσας, Αθήνα 2005, σσ.18-24.

[2] Βλ. Evdokimov P., «Το Μυστήριον του Λόγου», στο συλ. τόμο Ο Ζωντανός Λόγος, Πνευματικόν Συμπόσιον περί Αγίας Γραφής, Αθήναι 1970, σσ. 7-18. Φλωρόφσκυ Γ., Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, μτφρ. Δ. Τσάμη, Θεσσαλονίκη 1976, σσ. 9-38. Staniloae Δ., «Η Αγία Γραφή εν σχέσει προς την Εκκλησίαν και την Παράδοσιν», στο συλ. τόμο Ο Ζωντανός Λόγος, Πνευματικόν Συμπόσιον περί Αγίας Γραφής, όπ.π., σσ. 77-109. Μητρ. Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Σαββάτου, «Η Αγία Γραφή στη Θεία Λατρεία. Η εκκλησιολογική θεώρηση των βιβλικών αναγνωσμάτων», Δελτίο Βιβλικών Μελετών29Β/2011, σσ. 54-62. Γιαγκάζογλου Σ., «Ο λόγος του Θεού και η θεολογία του ενανθρωπήσαντος Λόγου στην Ορθόδοξη Παράδοση», Θεολογία 2/2010, σσ. 7-29.

[3] Ο Χριστός ερμηνεύει την Παλαιά Διαθήκη και η Εκκλησία ερμηνεύει με κέντρο τον Χριστό ολόκληρη την Αγία Γραφή στην πίστη, στη λατρεία και στη ζωή της. Βλ. Λουκ. 24, 27, «και αρξάμενος από Μωϋσεως και από πάντων των προφητών διερμήνευσεν αυτοίς εν πάσαις ταις γραφαίς τα περί εαυτού». Πρβλ. Εβρ. 7,2. Σεραπίωνος Θμούεως, Ευχολόγιον13, 4, «ο διερμηνευόμενος τοῖς ἁγίοις θεός». Για το ζήτημα της μετάφρασης της Αγίας Γραφής σε σχέση με τη λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας βλ. Δεσπότη Σ., «Οι Μεταφράσεις της Αγίας Γραφής και η χρήση τους στη Λατρεία», Πρακτικά Ε’ Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου Στελεχών Ιερών Μητροπόλεων «Ιερουργείν το Ευαγγέλιον», Η Αγία Γραφή στην Ορθόδοξη Λατρεία, 2-5 Νοεμβρίου 2003, Ιερόν Προσκύνημα Αγίου Ιωάννου του Ρώσου (Ν. Προκόπιον Ευβοίας), έκδ. Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2004, σσ. 135-157. Βλ. επίσης Danielou J., Αγία Γραφή και Λειτουργία. Η Βιβλική Θεολογία των Μυστηρίων και των Εορτών κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, Αθήνα 1981.

[4] Βλ. Χριστίδη Α.-Φ. (επιμ.), Ιστορία της ελληνικής γλώσσας, Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, έκδ. Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 2001. Browning R., Η μεσαιωνική και νέα ελληνική γλώσσα, μτφρ. Μαρία Ν. Κονομή, εκδ. Δ.N. Παπαδήμα, Αθήνα 1995.

[5] «Τη δυσπιστία που εξακολουθεί να νιώθει ο σημερινός Έλληνας, για την αξία της νεότερης ελληνικής γλώσσας, την αισθάνονταν ακόμα πιο έντονα οι Βυζαντινοί προκάτοχοι των σημερινών Ελλήνων. Συνεπώς, η ζωντανή γλώσσα, που είχε ήδη διαμορφώσει τα ουσιώδη διακριτικά γνωρίσματα της νεότερης ελληνικής, δεν διέσπασε, κατά τη βυζαντινή περίοδο, την κρούστα της αρχαιοελληνικής γλώσσας, για να καταστεί το όργανο μιας λογοτεχνίας που θα μπορούσε να συγκριθεί με την βυζαντινοελληνική εικαστική τέχνη και αρχιτεκτονική. Η ομορφιά και το μεγαλείο των επιτευγμάτων των Βυζαντινών Ελλήνων στις τέχνες που δεν έχουν άμεση σχέση με το λόγο δείχνουν τι θα μπορούσαν να είχαν επιτύχει σε μια λογοτεχνία γραμμένη στη δική τους, ζωντανή γλώσσα, αν το γόητρο της φιλολογικής τους κληρονομιάς σε αυτή τη νεκρή γλώσσα δεν τους είχε εμποδίσει», Βλ. Toynbee Α., Ο Έλληνες και οι κληρονομιές τους, μτφρ. Νίκος Γιανναδάκης, Αθήνα 1992, σ. 171. Στο ίδιο κεφάλαιο με τον τίτλο «Ο εφιάλτης της ελληνικής ‘παιδείας’», σσ. 182-183, ο Toynbee παρατηρεί ότι οι μορφωμένοι με τα νάματα της ελληνικής παιδείας Βυζαντινοί Έλληνες αισθάνονταν απέχθεια όταν έγραφαν στη ζωντανή καθομιλουμένη της εποχής τους. Ορισμένοι μάλιστα προσπαθούσαν να γράψουν και στη νεοαττική της Δεύτερης Σοφιστικής, οδηγώντας στα άκρα τη γλωσσική τους επιτήδευση. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ οι Οθωμανοί και οι Βενετοί, οι οποίοι είχαν εισχωρήσει πλέον στην επικράτεια της αυτοκρατορίας, διεξήγαγαν τη διπλωματική τους αλληλογραφία στην καθομιλουμένη ελληνική έως τα τέλη του 16ου αι., οι Βυζαντινοί συνέχιζαν σταθερά τη χρήση της αττικής διαλέκτου. Πρβλ. Βακαλόπουλου Α., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. 2, μέρος 1, Θεσσαλονίκη 31968, σσ. 10-11.

[6] Βλ. Καραβιδόπουλου Ιω., «ΧΙ. Μεταφράσεις της Αγίας Γραφής-2. Νεοελληνικές μεταφράσεις», λήμμα «Γραφή Αγία», Μεγάλη Ορθόδοξη Χριστιανική Εγκυκλοπαίδεια, τομ. 5, σσ. 376-378.

[7] Μαλαφάντη Κ., Η παιδαγωγική του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, εκδ. Πορεία, Αθήνα, 2001. Του ιδίου, «Το γλωσσικό ζήτημα κατά το Νοελληνικό Διαφωτισμό», Πρακτικά του Γ΄ Πανελληνίου Συνεδρίου της Παιδαγωγικής Εταιρείας Ελλάδος, «Ελληνική Παιδαγωγική και Εκπαιδευτική Έρευνα», Αθήνα 7-9 Νοεμβρίου 2002, http://www.pee.gr/wpcontent/uploads/praktika_synedrion_files/e_athena/sin_ath.htm

[8] Βλ. Βάμβα Ν., Της Καινής Διαθήκης του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού τα τέσσερα ευαγγέλια και αι πράξεις των αγίων αποστόλων, μεταφρασθέντα μεν υπό Ν. Βάμβα, καθηγητού της φιλοσοφίας εν τω Πανεπιστημίω Όθωνος, εκδοθέντα δε Δαπάνη της Βρετανικής και Ξενικής Ιερογραφικής Εταιρείας, εν Αθήναις, εκ της τυπογραφίας Λ. Κορομηλά, 1838.

[9] Βλ. Μεταλληνού Γ., Το ζήτημα της μεταφράσεως της Αγίας Γραφής εις την νεοελληνικήν κατά το ΙΘ΄ αι., Αθήναι 1977.

[10] Οι ιστορικοί συνηθίζουν να αντιθέτουν τους δύο αυτούς παράγοντες μέσα από το γνωστό σχήμα της προόδου και της συντήρησης. Στην πραγματικότητα, όμως, πίσω από τη διαμάχη αυτή προβάλλει καταθλιπτικά το τραγικό προσωπείο της αλλοτρίωσης, της εξάρτησης και της κρίσης του Νεώτερου Ελληνισμού. Τόσο οι οπαδοί του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού όσο και η παράταξη των φερόμενων ως «παραδοσιακών», συνιστούν περιπτώσεις εκδυτικισμένων λογίων που μεταφέρουν άκριτα και μεταπρατικά στην Ελλάδα τις ιδεολογικές αντιθέσεις της Ευρώπης. Η χώρα αυτή υπήρξε κάποτε λίκνο ενός πολιτισμού, που ανθούσε πλέον στη Δυτική Ευρώπη. Οι σύγχρονοι ελληνόφωνοι κάτοικοί της ως φυλετικοί απόγονοι των ένδοξων Ελλήνων έπρεπε τώρα να επαναπροσλάβουν την αρχαία κληρονομιά ως «μετακένωση» των εξ Ευρώπης φώτων.

[11] Βλ. Σκούρα Λ., «Γλωσσικό ζήτημα και εκπαίδευση κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα», Πρακτικά του Ελληνικού Ινστιτούτου Εφαρμοσμένης Παιδαγωγικής και Εκπαίδευσης (ΕΛΛ.Ι.Ε.Π.ΕΚ.), 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο, 5-7 Οκτωβρίου 2012, στο http://www.elliepek.gr/documents/6o_synedrio_eisigiseis/106_Skoura.pdf

[12] Βλ. Κωνσταντινίδη Εμ., Τα Ευαγγελικά. Το πρόβλημα της μεταφράσεως της Αγ. Γραφής εις την νεοελληνικήν και τα αιματηρά γεγονότα του 1901, Αθήνα 1976. Πρβλ. Σταματόπουλου Δ., «Τα όρια της ‘μέσης οδού’: Οικουμενικό Πατριαρχείο και Γλωσσικό Ζήτημα στις αρχές του 20ου αιώνα», Ο ελληνικός κόσμος ανάμεσα στην εποχή του Διαφωτισμού και στον εικοστό αιώνα, Γ΄ συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, Βουκουρέστι, 2-4 Ιουνίου 2006, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2007, τόμ. Β΄, σσ. 287-300.

[13] Βλ. Αναστασιάδη-Συμεωνίδη A., «Ευαγγελικά και Ορεστειακά» στο Μπαμπινιώτη Γ. (επιμ.), Το γλωσσικό ζήτημα. Σύγχρονες προσεγγίσεις, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2011, σσ. 253-281. Πατρικίου Ε., «Το γλωσσικό ζήτημα ως πρόσχημα της ερμηνευτικής απορίας – Το παράδειγμα της σκηνικής αναβίωσης της τραγωδίας», Ευαγγελικά (1901)–Ορεστειακά (1903)–Νεωτερικές πιέσεις και κοινωνικές αντιστάσεις, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (Ιδρυτής Σχολή Μωραΐτη), Αθήνα 2005, σσ. 155-185.

[14] Βλ. Χαρίτου Χ., Το Παρθεναγωγείο του Βόλου, εκδ. Ιστορικού Αρχείου Ελληνικής Νεολαίας, Αθήνα 1989, τ. Α΄-Β. Ένθετο Ε/Ιστορικά της εφημερίδας Ελευθεροτυπία με αφιέρωμα «Τα Αθεϊκά του Βόλου και ο Δελμούζος», 22 Ιουνίου 2009.

[15] Βλ. Κριαρά Ε., Πρόσωπα και θέματα από την Ιστορία του δημοτικισμού τ. Α΄, Αθήνα 1986. Δημαρά Α., Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τ. Β΄, Αθήνα 1998. Ρεπούση Μ., Τα μαρασλειακά 1925-1927, Αθήνα 2012.

[16] Σε νομοσχέδιο περί διδακτικών βιβλίων που κατατέθηκε στη Βουλή το 1907, προτάθηκε να προστεθεί η ακόλουθη παράγραφος: τα διδακτικά βιβλία δέον όπως συντάσσονται «εν γλώσση απλή και καθαρευούση ίνα μη εισβάλη ο χυδαϊσμός εις το Σχολείον». Καθόσον η καθαρεύουσα αποτελεί «τον θεμέλιον λίθον της εθνικής ημών ενότητος» και επί πλέον «Η γλώσσα η Ελληνική […] είναι η γλώσσα την οποίαν ο Θεός δις εμφαντικώτατα μετεχειρίσθη […]». Τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης μεταφράστηκαν «κατά τρόπον ακατανόητον, κατά τρόπον αυτόχρημα θεόπνευστον» και «είναι ιστορικώς βεβαιωμένον […] ότι ο Χριστός ωμίλει την Ελληνικήν. […] Ημείς παραινούμεθα να παραιτηθώμεν της γλώσσης, την οποίαν ωμίλησε ο Θεός». Βλ. σχετικά Σταυρίδη-Πατρικίου Ρ., «Το Γλωσσικό ζήτημα», εφ. Η Καθημερινή, Επτά Ημέρες, 17-10-1999, σ. 20.

[17] Βλ. συλλ. τόμος Η δίκη των τόνων. Η πειθαρχική δίωξη του Καθηγητή Ι. Θ. Κακριδή, εκδ. Βιβλιοπωλείου της Εστίας, Αθήνα 21998.

[18] Βλ. Ν. 309/1976, άρθρο 2: «Γλώσσα διδασκαλίας, αντικείμενον διδασκαλίας και γλώσσα των διδακτικών βιβλίων εις όλας τας βαθμίδας της Γενικής Εκπαιδεύσεως είναι από του σχολικού έτους 1976-77 η Νεοελληνική. Ως Νεοελληνική γλώσσα νοείται η διαμορφωθείσα εις πανελλήνιον εκφραστικόν όργανον υπό του Ελληνικού λαού και των δοκίμων συγγραφέων του Έθνους Δημοτική, συντεταγμένη άνευ ιδιωματισμών και ακροτήτων».

[19] Βάμβα Ν., Καινή Διαθήκη, 1844 εξ. Χαστούπη Α., Παλαιά Διαθήκη. Μετάφρασις Εβδομήκοντα και διορθωμένου Εβραϊκού, τ. Α΄- Β΄, 1954-1955. Τρεμπέλα Π., Η Καινή Διαθήκη μετά συντόμου ερμηνείας, 1951, 532009. η ίδια μετάφραση στη δημοτική 2011. Κολιτσάρα Ιω., Η Καινή Διαθήκη. Ερμηνευτική απόδοσις, 1963, 332009. Γιαννακόπουλου Ιω., Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους ‘Ο, Κείμενο, Ερμηνευτική παράφρασις, Σχόλια, Προβλήματα, Χάρται (9 τόμοι), εκδ. Λυδία, Θεσσαλονίκη 1986. Βέλλα Β. κ.ά., έκδ. Βιβλικής Εταιρίας 1967. Για τις νεοελληνικές μεταφράσεις της Αγίας Γραφής βλ. Καραβιδόπουλου Ιω., Καραβιδόπουλου Ιω., «ΧΙ. Μεταφράσεις της Αγίας Γραφής-2. Νεοελληνικές μεταφράσεις», λήμμα «Γραφή Αγία», Μεγάλη Ορθόδοξη Χριστιανική Εγκυκλοπαίδεια, τομ. 5, σ. 378. Μεταλληνού Γ., Το ζήτημα της μεταφράσεως της Αγίας Γραφής εις την vεοελληνικήv κατά τον ΙΘ΄ αι., Αθήνα 1977.

[20] Βλ. τον συλλ. τόμο Η μετάφραση της Αγίας Γραφής στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Εισηγήσεις Α΄ Συνάξεως Ορθοδόξων Βιβλικών Θεολόγων, Θεσσαλονίκη 25-28 Οκτωβρίου 1986, Θεσσαλονίκη 1987. Παναγόπουλου Ιω., «Η νέα μετάφραση της Καινής Διαθήκης στην νεοελληνική γλώσσα», Αθήναι 1986, ανατ., Εκκλησία 4 & 5/1986. Του ιδίου,Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Αθήνα 1994, σσ. 46-53. Vaporis N. M., Translating the Scriptures into Modern Greek, Brookline, Massachusetts, 1994.

[21] Οικονόμου Χρ., «Η στοιχειώδης εκπαίδευσις κατά την τελευταίαν εκατονταετίαν εν Ελλάδι (1830-1930)», Επετηρίδα της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως 1932, έτος Α΄, Αθήναι 1932, σσ. 88-125.

[22] Κατά τον εκπαιδευτικό σύμβουλο Χρήστο Οικονόμου, «η αποστήθισις τότε έδινε, κατά το δη λεγόμενον, και έπαιρνε. Έδινε λέξεις, κενάς και ακαταλήπτους, και έπαιρνε νουν. Είναι πολύ λυπηρόν ότι πολύ, πάρα πολύ ειργάσθημεν και εργαζόμεθα ίσως ακόμη να καταστήσωμεν την θρησκείαν μας τύπους και λέξεις μόνον, λέξεις κενάς και ουχί νουν με πνεύμα άγιον και καρδίαν με συναίσθημα φλέγον και βούλησιν σταθεράν και αγάπην προς τον πλησίον αδιάσειστον», βλ. Οικονόμου Χρ., ό.π.

[23] Βλ. Οικονόμου Χρ., ό.π.

[24] Βλ. Νίκα Α., «Τα νέα Αναλυτικά Προγράμματα των Θρησκευτικών στην Α΄βάθμια εκπαίδευση», Σύναξη 47/1993, σσ. 109-119.

[25] Η έρευνά μας βασίσθηκε κυρίως στην ιστορική συλλογή σχολικών βιβλίων του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, της Εθνικής Βιβλιοθήκης και του υπό ίδρυση Εθνικού Κέντρου Έρευνας και Διάσωσης Σχολικού Βιβλίου. Βλ. ενδεικτικά Κυριάκου Δ., Ιερά Ιστορία της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, χάριν της εν τοις ανωτέροις εκπαιδευτηρίοις μαθητευούσης νεολαίας, Αθήναι 1876. Μοσχάκη Ι., Ιερά Ιστορία της Καινής Διαθήκης προς χρήσιν των ελληνικών σχολείων και παρθεναγωγείων, Αθήναι 11888, 1896. Οικονόμου Π., Ἁγία Γραφή: Ἱστορίαι ἱεραί καί διδασκαλία ἐκ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, Ἐν Ἀθήναις [χ.ἐ.] 1889. Οικονόμου Π., Ἁγία Γραφή: Ἱστορίαι ἱεραί καί διδασκαλίαι ἐκ τῆς Νέας Διαθήκης Πρός χρῆσιν τῶν σχολείων ἑλληνικῶν τε καί δημοτικῶν… , Ἐν Ἀθήναις [χ.ἐ.] 1891. Δερβού Γ., Ἀναγνώσματα κατ” ἐκλογήν μερῶν τοῦ κατά Ματθαῖον συνοπτικοῦΕυαγγελίουΠρός χρῆσιν τῶν μαθητῶν τῆς Γ” τάξεως τοῦἑλληνικοῦ σχολείου…Ἐν Ἀθήναις [χ.ἐ.] 1898. Βρατσάνου Μ., Ἐπιτομή τῆς ἱερᾶς Διαθήκῆς μέτ’ 23 εἰκόνων, Πρός χρῆσιν τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, παρθεναγωγείων καί πλήρων δημοτικῶν σχολείων… ,Ἐν Ἀθήναις [χ.ἐ.] 1892. Μισαήλ Αποστολίδη Μητροπολίτου Αθηνών, Ἐπιτομή τῆς ἱερᾶς ἱστορίας, Πρός χρῆσιν τῶν δημοτικῶν καί ἑλληνικῶν σχολείων Ἐκ τῶν θεοπνεύστων βιβλίων τῆς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης...Ἐν Ἀθήναις [χ.ἐ.] 1850.ΓεωργιάδηΒ.,Ἐπιτομή τῆς ἱερᾶς ἱστορίας τῆς Καινῆς Διαθήκης, Πρός χρῆσιν παντός χριστιανοῦ καί τῶν μαθητῶν τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου…, Ἐν Ἀθήναις [χ.ἐ.] 1896. Βρατσάνου Μ., Ἐπιτομή τῆς ἱερᾶς ἱστορίας τῆς Νέας Διαθήκῆς μέτ“ εἰκόνων, Πρός χρῆσιν τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, παρθεναγωγείων καί πλήρων δημοτικῶν σχολείων…,Ἐν Ἀθήναις [χ.ἐ.] 1895. Μεταξά Ν., Ιερά Ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης μετά ρητών προς χρήσιν των δημοτικών σχολείων αμφοτέρων των φύλων μετά καταλλήλων προσευχών ρητών και εικόνων, Αθήναι 1889. Μεταξά Ν., Ιερά Ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης μετά ρητών προς χρήσιν των Δημοτικών Σχολείων αμφοτέρων των φύλων, εκδ. Σαλίβερου, Αθήναι 1900. Κοφινιώτου Ευ., Ιερά Ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης μετά ρητών προς χρήσιν των Δημοτικών Σχολείων αμφοτέρων των φύλων, εκδ. Φέξη, Αθήναι 1903. Κωνσταντινίδη Α.,Ιερά Ιστορία της Καινής Διαθήκης, Αθήναι 1903. Μεσολωρά Ι., Ιστορία της Καινής Διαθήκης, εκδ. Δημητράκου, Αθήναι 1924. Φωτόπουλου Φ., Ιερά Ιστορία της Καινής Διαθήκης, εκδ. Δημητράκου, Αθήναι 1933. Καζαντζή Κ., Ιερά Ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης, Γ΄ Δημοτικού, εκδ. Π. Δημητράκου, Αθήναι 1939. Καμπανά Ι., Παλαιά Διαθήκη, Γ΄ Δημοτικού, εκδ. Καμπανά, Αθήνα χ.χ. Γιαννάκου Γ., Καινή Διαθήκη, εκδ. Αλικιώτης, Γ Δημοτικού, Αθήνα 1947. Ευσταθόπουλου Δ., Ιερά Ιστορία της Καινής Διαθήκης, Δ” Δημοτικού, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, 1948. Ενισλείδου Χ.-Κεραμίδα Α.,Ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης, ΟΕΣΒ, Αθήναι 1951. Γιαννέλη Ιω., Τά εὐαγγέλια: Τάξεις Ε” – ΣΤ’, Ἀθῆναι: [χ.ἐ.] 1952. Πετρούνια Β., Ιερά Ιστορία της Καινής Διαθήκης, Β΄ Γυμνασίου, ΟΕΣΒ, Αθήνα 1960. Κολιτσάρα Ιω., Ιστορία του έργου των Αποστόλων, Β΄ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, 1965-1976. Κυριαζόπουλου Α., Καινή Διαθήκη, Δ” Δημοτικού, Ο.Ε.Δ.Β., 1972-1977. Αβαρικιώτη Αρ., Ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης, Αθήνα χ.χ. Κατσαδήμα Δ.-Κωστάκη Γ., Καινή Διαθήκη, Δ΄ Δημοτικού, εκδ. Π.Γ. Μαυρία, Αθήναι χ.χ. (1966). Γιαννιά Δ., Η Καινή Διαθήκη, εικονογράφησις Σπ. Βασιλείου, εκδ. Φως, Αθήναι, (196-). Πετρούνια Β., Παλαιά Διαθήκη, Γ΄ Δημοτικού, ΟΕΔΒ 1970. Κυριαζή Α., Καινή Διαθήκη, Δ΄ Δημοτικού, ΟΕΔΒ, 1972. Κάτσικα Ν.- Ηλιόπουλου Δ.-Αρκουδέα Δ.-Κράλιου Κ., Παλαιά Διαθήκη, Γ΄ Δημοτικού, εκδ. Λουκόπουλου, Αθήνα χ.χ. Παπαπαναγιώτου Κ., Τιμαγένους Ιω., Ιερά Ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης, Α΄ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, 1972. Στεφανίδου Β.,Καινή Διαθήκη, Γ΄ Δημοτικού, ΟΕΔΒ, 1978. Μαθά Α.-Γαβαλά Λ., Παλαιά Διαθήκη, Γ΄ Δημοτικού, ΟΕΔΒ, 1980.

[26] Π.χ. Σ. Βασιλείου, Δ. Σακελλαρίδη, Φ. Κόντογλου, Π. Βαμπούλη κ.ά.

[27] Βλ. Συνοδινού Π., Εκκλησιαστική κυψέλη ερανισθείσα εκ των αγίων γραφών, Εκ του Τυπογραφείου Ραδαμάνθυος, Αθήνησιν 1869.Μαρτίνου Ιω., Τά εὐαγγέλια 52 Κυριακῶν τοῦἐνιαυτοῦ, Πρός χρῆσιν τῶν δημοτικῶν σχολείων, Ἐν Ἀθήναις: [χ.ἐ.] 1896. Μοσχάκη Ι.,Εὐαγγελικαί περικοπαί, Πρός χρῆσιν τῶν γραμματοσχολείων καί τοῦ κοινοῦ δημοτικοῦ σχολείου ἐγκρίσει καί τῆς Ἱερᾶς Συνόδου…Ἐν Ἀθήναις: [χ.ἐ.] 1896. Μεσολωρά Ιω.,Ευαγγέλιον ερμηνεία των κατά Κυριακήν αναγιγνωσκόμενων Ευαγγελίων και της επί του Όρους Ομιλία, Αθήναι 1913.Μπαλάνου Δ., Ἑρμηνεία περικοπῶν τοῦ εὐαγγελίουἁναφερομένων εἰς τόν βίον, τά θαύματα καί τήν διδασκαλίαν τοῦ Σωτῆρος, Διά τήν Ε” καί ΣΤ” τάξιν…Ἀθῆναι [χ.ἐ.] 1916 και 1922. Κουϊμτσοπούλου Δ., Περικοπαί εκ των Πράξεων και των Επιστολών των Αποστόλων, Β΄ Γυμνασίου, εκδ. Σαλίβερου, Αθήναι 1929. Καζαντζή Κ., Ερμηνεία περικοπών κατ’ εκλογήν των Αποστόλων, των Πράξεων και της Αποκαλύψεως του Ιωάννου, εκδ. Ιω. Σιδέρη, Αθήναι 1930. Μηνιάτη Η., Ευαγγελικαί Περικοπαί, Ε΄ & ΣΤ΄Δημοτικού, εκδ. Ατλαντίς Πεχλιβανίδης, Αθήνα 1967/1974, ήδη από τη δεκαετία του 1940.Παπαδόπουλου Π., Τά εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν τοῦἔτους καί ἡἐπί τοῦὄρους ὁμιλία, Κείμενον καί ἑρμηνεία πρός χρῆσιν τῶν μαθητῶν Ε” καί ΣΤ” τάξεως δημοτικῶν σχολείων…Ἀθῆναι [χ.ἐ.] [195-;]. Χριστοφιλοπούλου Λ., Περικοπαί από τα Ιερά Ευαγγέλια, Αθήναι 1954. Ιωαννίδη Β., Ερμηνεία εκλεκτών περικοπών εκ τε της Παλαιάς και εκ τε της Καινής Διαθήκης, ΟΕΣΒ-ΟΕΔΒ, Αθήναι 1959-1967. Πεκλαρή Τ., Ευαγγελικές περικοπές, Ο.Ε.Δ.Β., 1977. Γρηγοριάδου Κ., Ευαγγελικές περικοπές, ΣΤ΄ Δημοτικού, ΟΕΔΒ, 1970-1980.

[28] Βλ. συγκεκριμένα τα βιβλία των Γκότση Χ.-Γρηγοριάδου Κ., Η υπόσχεση και η εκπλήρωση της Βασιλείας του Θεού, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, Α΄ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, 1965 και Η καινούργια Διδαχή και η Κιβωτός, Β΄ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, 1965.

[29] Είναι χαρακτηριστικό ότι οι εκλεκτές ευαγγελικές περικοπές του Ηλία Μηνιάτη, επανεκδίδονται από τη δεκαετία του ’40 μέχρι τη δεκαετία του ’70. Βλ. Μηνιάτη Η.,Ευαγγελικαί Περικοπαί, εκδ. Ατλαντίς Πεχλιβανίδης, Αθήνα 1967/1974.

[30] Για μια άλλη θεώρηση της βιβλικής βάσης ως προς τη νομιμοποίηση, τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη του θρησκευτικού μαθήματος στην εκπαίδευση βλ. Ζουμπουλάκη Στ., «Τα Θρησκευτικά ως βιβλικό μάθημα», Νέα Εστία 1729/2000, σσ. 1020-1026.

[31] Βλ. Αναλυτικό και Ωρολόγιο Πρόγραμμα μαθημάτων του Δημοτικού Σχολείου, ΠΔ 1034/12.11.1977, ΦΕΚ 347/1977. Πρβλ. Νίκα Α., «Τα νέα Αναλυτικά Προγράμματα των Θρησκευτικών στην Α΄βάθμια εκπαίδευση», Σύναξη 47/1993, σσ. 111-112.

[32] Συστηματική παρουσίαση βλ. στο άρθρο του Νίκα Α., «Τα νέα Αναλυτικά Προγράμματα των Θρησκευτικών στην Α΄βάθμια εκπαίδευση», Σύναξη 47/1993, σσ. 109-119.

[33] Τις μεταφράσεις αυτές επιμελήθηκαν η Καίτη Χιωτέλλη και η Ζωή Πλιάκου.

[34] Το βιβλίο των Δ. Δόικου, Μ. Κωνσταντίνου, Π. Καζλάρη, Προετοιμασία των ανθρώπων για τον καινούριο κόσμο του Θεού, Αθήνα 1986/1998 αντικαταστάθηκε λόγω της τότε μεταρρύθμισης Αρσένη από το ομώνυμο βιβλίο των Γ. Δορμπαράκη, Α. Καριώτογλου, Γ. Πατρώνου, Αθήνα 1999/2001.

[35] Τα εγχειρίδια αυτά στις βιβλικές τους αναφορές χρησιμοποιούν άλλοτε το πρωτότυπο κείμενο και άλλοτε τη μετάφραση της Βιβλικής Εταιρίας.

[36] Το βιβλίο της Α΄ τάξης λυκείου παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσχέρειες. προϋποθέτοντας ότι η λειτουργική ζωή είναι γνώριμη στους μαθητές, επιχειρεί μια ανάλυση της μυστηριακής θεολογίας ενίοτε με έναν σχολαστικό τρόπο. Θα ήταν ίσως προτιμότερη μια μικρή θεολογική ανάλυση της ευχαριστιακής πράξης και εμπειρίας της Εκκλησίας – στα πρότυπα της ευχαριστιακής θεολογίας του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν και του μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα – και της σύνδεσής της με τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου. Το βιβλίο της Β΄ λυκείου, το οποίο γράφτηκε σε πολύ σύντομο διάστημα, για να εξυπηρετήσει την μεταρρύθμιση του 1998, συνεχίζει να διδάσκεται μέχρι σήμερα, παρά τις θεολογικές και παιδαγωγικές του ατέλειες. Τέλος, το βιβλίο της Γ΄ λυκείου, με τα θετικά και τα αρνητικά του, περιορίζει τα θέματα ηθικής στην τελευταία τάξη.

[37] Πρόκειται για τις ακόλουθες ενότητες: Γ τάξη: 1. Ζούμε μαζί (3 δίωρα), 2. Η χαρά της γιορτής (3 δίωρα), 3. Κυριακή: Μια σημαντική ημέρα της εβδομάδας (3 δίωρα), 4. Τα Χριστούγεννα. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος (4 δίωρα), 5. Τα παιδιά: Η χαρά και η ελπίδα του κόσμου (3 δίωρα), 6. Ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός; (4 δίωρα), 7. Γιορτάζοντας το Πάσχα (4 δίωρα), 8. Ο κόσμος μας, ένα στολίδι (4 δίωρα). Δ τάξη: 1. Όταν οι άνθρωποι προσεύχονται (3 δίωρα), 2. Η Μητέρα του Χριστού (3 δίωρα), 3. Σπουδαία «παιδιά» (3 δίωρα), 4. Όλοι ίσοι, όλοι διαφορετικοί (5 δίωρα), 6. Ιεροί τόποι και ιερές πορείες (5 δίωρα), 7. Χριστιανοί άγιοι και ιερά πρόσωπα άλλων θρησκειών (4 δίωρα), 8. Ιερά βιβλία (5 δίωρα). Ε. τάξη: 1. Μαθητές και δάσκαλοι (4 δίωρα), 2. Συμπόρευση με όρια και κανόνες (4 δίωρα), 3. Προχωράμε αλλάζοντας (4 δίωρα), 5. Προφήτες της Βίβλου: Κλήση για μετάνοια και αναγγελία του ερχομού του Μεσσία (4 δίωρα), 6. Η Εκκλησία του Χριστού στην ιστορία (4 δίωρα), 7. Αποστολές για την «καλή είδηση» (5 δίωρα), 8. Ανακαλύπτοντας τα κείμενα της Καινής Διαθήκης (4 δίωρα). ΣΤ τάξη: 1. Οι πρώτοι Χριστιανοί: Δυσκολίες και περιπέτειες (3 δίωρα), 2. Διωγμοί και εξάπλωση του Χριστιανισμού. Πρόσωπα και μαρτυρίες (3 δίωρα), 3. Η Αγία Γραφή, ένα ιστορικό και διαχρονικό βιβλίο (4 δίωρα), 4. Η Θεία Ευχαριστία: Πηγή και κορύφωση της ζωής της Εκκλησίας (4 δίωρα).

[38] Πρόκειται για τις εξής ενότητες: Α τάξη: Μεγαλώνουμε και αλλάζουμε (3 δίωρα), 2. Η συνάντηση του Χριστιανισμού με τον Ελληνισμό (5 δίωρα), 3. Πώς ζουν οι Χριστιανοί; 5. Η νέα ζωή της Εκκλησίας (4 δίωρα), 6. Πώς παίρνονται οι αποφάσεις (3 δίωρα). Β τάξη: 1. Μπορούν οι άνθρωποι να εικονίζουν τον Θεό; (4 δίωρα), 2. Ποιος είναι ο Θεός των Χριστιανών; 3. «Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι;» (4 δίωρα), 4. Ποιος είναι ο άνθρωπος; (4 δίωρα), 5. Εμείς και οι «άλλοι» (4 δίωρα), 6. Διάσπαση και αντιπαλότητα στις θρησκείες (5 δίωρα), 7. Ορθοδοξία και Νέος Ελληνισμός (3 δίωρα). Γ τάξη: 1. Η Χριστιανοσύνη στον σύγχρονο κόσμο (4 δίωρα), 2. Το ζήτημα της θρησκείας στη σύγχρονη Ευρώπη (3 δίωρα), 3. Σύγχρονες θρησκευτικές μορφές στην Ορθοδοξία και στον κόσμο (2 δίωρα), 4. «Πού είναι ο Θεός;»: Η οδύνη του σύγχρονου κόσμου και το αίτημα της σωτηρίας από το κακό (4 δίωρα), 5. Ελπίδα και αγώνας για τη μεταμόρφωση του κόσμου (4 δίωρα), 6. Από την αρχή έως το τέλος του κόσμου (4 δίωρα), 7. Διευρύνοντας τις εμπειρίες μας / Χτίζοντας τον κόσμο μας (Project) (3 δίωρα).

[39] Για τα αποσπάσματα των βιβλικών κειμένων που χρησιμοποιούνται στις θεματικές ενότητες του νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου βλ. τον σχετικό πίνακα στην αναμορφωμένη έκδοση (2014) του Οδηγού για τον Εκπαιδευτικό, σσ. 89-95.

[40] Πρόκειται για ένα διευρυμένο και με σαφείς θεολογικές προϋποθέσεις μάθημα, το οποίο εξετάζει με ερευνητικό, κριτικό και διαλεκτικό τρόπο τη συνεισφορά κάθε θρη­σκευ­­τικής παράδοσης στην ιστορία και στον πολιτισμό, αποβλέποντας στον θρησκευτικό γραμ­μα­τισμό, αλλά και στην ευαισθητοποίηση και στον αναστοχασμό των μαθητών απέ­να­ντι στον δικό τους θρησκευτικό προβληματισμόκαι το πώς αυτός αντικατοπτρίζεται στη δυ­να­μι­κή των κοινωνικών σχέσεων. Φυσικά δεν είναι δυνατόν στο Ελληνικό σχολείο να μην είναι κε­ντρικός ο λόγος της Ορθόδοξης θεολογίας και παράδοσης, η οποία μέσα από το μάθημα των Θρησκευτικών κα­λεί­ται να προχωρήσει πέρα και από τη νεωτερικότητα αποδεχόμενη τον πλου­ρα­λισμό και την ετερότητα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ταυτόχρονα να μην υποτιμά, να μην σχε­τι­κοποιεί, πο­λύ δε περισσότερο να μην εγκαταλείπει την αυτοσυνειδησία της. Στοιχεία μιας τέ­τοιας θεο­λογικής θεώρησης της πολυπολιτισμικότητας ως αλληλοσεβασμού, αποδοχής και ειρη­νι­κής συνύπαρξης με τη θρησκευτική ή όποια άλλη ετερότητα, είναι διάσπαρτα μέσα στην Αγία Γραφή, στην κληρονομιά των Πατέρων της Εκκλησίας, σε κείμενα νεότερων και σύγ­­χρο­νων χριστιανών στοχαστών, ακόμη και σε έργα τέχνης που ενσωματώνουν με γόνιμο τρό­­πο και προβάλλουν χωρίς να προκαλούν «οθνείες» θρησκευτικού χαρακτήρα επιρροές. Συνεπώς, το νέο πρόγραμμα σπουδών προωθεί μια παιδαγωγικά ευαίσθητη, με ρεαλιστικούς μα­θη­σια­κούς στόχους, διδακτικά ευέλικτη και πολυεπίπεδη πρόταση θρησκευτικής αγωγής, η οποία βασίζεται στο ισχύον νομικό πλαίσιο και ανταποκρίνεται στις σύγχρονες κοινωνικές ανά­γκες. Έχει ως επίκεντρο την Ορθόδοξη Παράδοση αλλά διαφοροποιείται από την κατή­χη­ση, διασώζει εύλογες και αναγκαίες ισορροπίες ανάμεσα στο οικείο και στο έτερο χωρίς να μετατρέπει το μάθημα σε θρησκειολογία.

[41] Βλ. το Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος «Θρησκευτικά» της Α΄, Β΄, Γ΄ τάξης Γενικού Λυκείου, ΦΕΚ 182/23.1.2015.

[42] Βλ. Οδηγός για τον Εκπαιδευτικό στα Θρησκευτικά Λυκείου, 2015.

[43] Βλ. ενδεικτικά το βιβλίο των Ζαμάρου Ρ., Μαρκαντωνάτου Γ. κ.ά., Αρχαία Ελληνική Γλώσσα, Α΄ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ 11999, στο οποίο ανθολογούνται κείμενα που παρακολουθούν την εξέλιξη της αττικής διαλέκτου και στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και ορισμένα κείμενα της Καινής Διαθήκης. Στο Εγχειρίδιο γλωσσικής διδασκαλίας Α΄ Λυκείου (για την Αρχαία Ελληνική) υπάρχουν χωρία από το πρωτότυπο κείμενο της Αγίας Γραφής (π.χ. φράσεις του «Πάτερ ημών», του «Πιστεύω» καθώς και διάφορες βιβλικές αποφθεγματικές φράσεις). Στην Έκθεση – Έκφραση της Α΄ Λυκείου απαντάται το περίφημο απόσπασμα του ύμνου της αγάπης από την Α΄ Κορ., κεφ. 13.

[44] Βλ. ενδεικτικά το βιβλίο των Ασημομύτη Β., Γρυντάκη Γ. κ.ά., Η πολιτισμική προσφορά του Ελληνισμού, Α΄ Ενιαίου Λυκείου, ΟΕΔΒ, 11997, όπου παρουσιάζεται η ιστορία του Ελληνισμού από την Αρχαιότητα ως την Αναγέννηση με ιδιαίτερη αναφορά στις σχέσεις Ελληνισμού και Χριστιανισμού καθώς και στην πολιτιστική ακτινοβολία του Βυζαντίου. Το βιβλίο αυτό ατυχώς αποσύρθηκε μετά από λίγα χρόνια.

[45] Βλ. ενδεικτικά Κοφινιώτη Ιω., Νέα Ελληνική, τόμος Α, Αθήναι 1903. Σπεράντσα Θ.,Νεοελληνικά Αναγνώσματα δια τους μαθητάς της Α΄ τάξεως των Ελληνικών σχολείων, Αθήναι 1917. Σαρά Αλ., Νεοελληνικά Αναγνώσματα Α΄, Αθήναι 1928.Κοντογιάννη Δ.-Κοντοπούλου Ν.- Οικονόμου Μ., Νεοελληνικά Αναγνώσματα, Α΄ Γυμνασίου, ΟΕΣΒ, Αθήναι 1948. Καλαματιανού Ν., Οικονόμου Μ., Βεκιαρέλη Α., Ζήση Δ., Νεοελληνικά Αναγνώσματα, ΟΕΣΒ, Αθήνα 1947. Κοντόπουλου Ν., Πετρόπουλου Δ., Σπυριδάκη Γ., Σαρά Αλ., Νεοελληνικά Αναγνώσματα, ΟΕΣΒ Αθήναι 1950. Σπεράντσα Σ., Δουφεξή Σ., Βρανούση Λ., Σφυρόερα Β., Νεοελληνικά Αναγνώσματα, ΟΕΣΒ, Αθήνα 1957. Δημητρακοπούλου Χ., Νεοελληνικά Αναγνώσματα, ΟΕΣΒ, Αθήνα 1963. Καλαματιανού Γ., Σταθοπούλου Μ., Χριστοφέλλη, Κοντοπούλου Ν., Φωτιάδου, Μηνιάτη Η., Νεοελληνικά Αναγνώσματα, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1967. Βρανούση Λ., Σφυρόερα Β., Καλαματιανού Γ., Ρωμαίου Κ., Πάρρη Π., Νεοελληνικά Αναγνώσματα, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1967, 1979 ΙΖ΄ έκδοση. Στα ισχύοντα βιβλία της Λογοτεχνίας στο Λύκειο, μολονότι δεν υφίσταται πλέον η ενότητα για τη «θρησκευτική ζωή», εντούτοις απαντώνται διάφορες θεολογικές ή θρησκευτικές αναφορές σε ποιήματα και πεζά. Βλ. ενδεικτικά: Α΄ Λυκείου: Βιτσέντζος Κορνάρος, «Η Θυσία του Αβραάμ» (στ. 1059-1126. εκδ. Γ. Μέγα), Ηλίας Μηνιάτης, «Περί φθόνου», Βασική Βιβλιοθήκη, τόμ. 8. Κοσμάς Αιτωλός, «Από τις Διδαχές», εκδ. Τήνος (Ι.Β. Μενούνος). Β΄ Λυκείου: Τ.Κ. Παπατσώνης, «Περιηγητές στη λειτουργία», Εκλογή Α” Συνάντημα, (εκδ. Ίκαρος), Ν.Γ. Πεντζίκης, «Αρχείο» (Εκδόσεις των Φίλων), Φ. Ντοστογιέφσκι, «Οι αδελφοί Καραμάζοφ» (εκδ. Γκοβόστης), Απόσπασμα από τους Αδερφούς Καραμάζωφ, «Στο κελί του Στάρετς Ζωσιμά», όπου τίθενται ερωτήματα θεολογικού και ανθρωπολογικού (ψυχολογικού) χαρακτήρα. Γ΄ Λυκείου: Γιώργος Ιωάννου, «†13-12-43 «(Για ένα φιλότιμο, εκδ. Διαγώνιος 1964). Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Στα στέφανα της κόρης του (Θόλος, εκδ. Ερμής 1989), Τ.Σ. Έλιοτ, «Φονικό στην εκκλησία», (εκδ. Ίκαρος) μτφρ.: Γ. Σεφέρης.

[46] Είναι, πράγματι χαρακτηριστικό π.χ. ότι ενώ το πολυδιάστατο θεολογικό, φιλολογικό και εκδοτικό έργο του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη, το οποίο υπήρξε σημαντικό για την Εκκλησία και για τον Ελληνισμό (υπόδουλο και κατόπιν ελεύθερο) αλλά και για τα Βαλκάνια και τη Ρωσία, εντούτοις σε καμία από τις ιστορίες ή ανθολογίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας (Κ.Θ. Δημαράς, Λ. Πολίτης, Γ. Βαλέτας, M. Vitti) δεν αναφέρεται. Ο άγιος Νικόδημος ως εκφραστής του ορθόδοξου δρόμου στον νεοελληνικό Διαφωτισμό ταξινομήθηκε αβασάνιστα στην ομάδα των συντηρητικών και θεωρήθηκε μάλιστα αντίπαλος του γενικότερου αναγεννητικού ρεύματος. Η δε φιλοκαλική κίνηση παρασιωπήθηκε συστηματικά και στους τομείς των κοινωνικών επιστημών. Γενικότερα, η θύραθεν διανόηση στην Ελλάδα, κατ’ επίδραση του Διαφωτισμού, αγνοεί, όταν δεν απορρίπτει, την πνευματική παραγωγή του εκκλησιαστικού χώρου είτε γιατί δεν την κατανοεί είτε γιατί την κρίνει με τον τρόπο που ο Διαφωτισμός έκρινε τη δυτική μεταφυσική. Θα μπορούσε, ωστόσο, και μόνο για την προσφορά της στα ελληνικά γράμματα ή για την εκπληκτική επίδρασή της σε έναν ευρύτερο γεωπολιτικό και πολιτισμικό χώρο να κάνει κάποιες στοιχειώδεις αναφορές. Αντίθετα, η νεοδιαφωτιστική παράδοση αρνείται οποιαδήποτε θέση του φιλοκαλικού κινήματος στην ιστορία και στη λογοτεχνία του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος και συνωθεί όλα αυτά τα στοιχεία της πολιτισμικής ιστορίας των Ελλήνων στο μάθημα που ονομάζεται «Θρησκευτικά». Στις ρίζες αυτής της νοοτροπίας βρίσκεται γενικότερα η στάση της ευρωπαϊκής διανόησης του Διαφωτισμού έναντι του Βυζαντίου, το οποίο καταχωρήθηκε ως ένας σκοτεινός μεσαίωνας ανατολικού τύπου, ανάξιος προσοχής και ανάλυσης. Η υποτίμηση αυτή του βυζαντινού κόσμου και πολιτισμού μετακενώθηκε και στον νεοελληνικό Διαφωτισμό, που διαπότισε τις επιλογές και τους προσανατολισμούς της νεοελληνικής παιδείας ως τα σήμερα. Βλ. σχετικά, Γιαγκάζογλου Στ., «Η παρουσία του Αγίου Νικοδήμου στη θεολογική σκέψη του εικοστού αιώνα», Επιστημονική Επιθεώρηση του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Σπουδές στην Ορθόδοξη Θεολογία», Τόμος Α΄, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, Πάτρα 2010, σσ. 71-99. «Η ελληνική παιδεία μεταξύ παράδοσης και εκσυγχρονισμού», στον συλλ. τόμο Τάξη και αταξία, επιμ. Μάριου Λιάγκη-Κουκουνάρα, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2011, σσ. 49-73. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με την απουσία των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας από τα κατά καιρούς εγχειρίδια της Φιλοσοφίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

[47] Από το διπλό αφιέρωμα του περιοδικού Ίνδικτος, τεύχη 16 & 17 με θέμα «Προβλήματα νεοελληνικής ταυτότητας» παραπέμπουμε ιδιαίτερα στα άρθρα, τα οποία συζητούν τις θέσεις των Ζαμπέλιου και Παπαρηγόπουλου σχετικά με τη σχέση Ορθοδοξίας και ελληνικού έθνους: Ζιάκα Θ., «Κατά Μανιχαίων ή μικρή εισαγωγή στη νεοελληνική ιδεολογία και ταυτότητα», Ίνδικτος 16/2002, σσ. 40-50 και Καλαϊτζίδη Π., «Ορθοδοξία και νεοελληνική ταυτότητα – Κριτικές σημειώσεις από τη σκοπιά της θεολογίας», Ίνδικτος 17/2003, σσ. 44-94.

[48] Για την έννοια του δημόσιου χώρου σε σχέση με την Εκκλησία βλ. Σύναξη 124/2012.

[49] Η θεολογική όραση του κόσμου απορρίπτεται σαφώς από την ανθρωποκεντρική στόχευση της Νεωτερικότητας. Έτσι, πολλοί διανοούμενοι θεωρούν ό,τι προέρχεται από τον χώρο της Εκκλησίας και της θεολογίας αδιάκριτα και αταξινόμητα ως θρησκευτικό πισωγύρισμα στην προνεωτερική κοινωνία, ως διχαστικό μοχλό εθνικισμού και γι’ αυτό εκλαμβάνουν τον λόγο της ως βαθύτατα συντηρητικό και φονταμενταλιστικό. Αυτό, άλλωστε, δείχνει και το διαρκές και τραγικό χάσμα μεταξύ θεολογίας και πολιτικής, θεολογίας και αριστεράς, θεολογίας και διανόησης, θεολογίας και λογοτεχνίας κλπ., εν τέλει μεταξύ θεολογίας και κοινωνίας. Εξάλλου, το γεγονός αυτό δεν είναι άσχετο με την έλλειψη πραγματικού και όχι απλώς συγκυριακού διαλόγου στον ευρύτερο δημόσιο χώρο στη χώρα μας. Οι ανανεωτικός θεολογικός λόγος της σύγχρονης Ορθοδοξίας, δείχνει να μην έχει βρει τρόπο συνομιλίας με ένα ευρύτερο ακροατήριο στον δημόσιο χώρο. Και δεν είναι ούτε λίγες ούτε αμελητέες οι ορθόδοξες φωνές ανοικτών οριζόντων, οι οποίες εδώ και καιρό έχουν θέσει την Ορθοδοξία σε έναν γόνιμο και δημιουργικό διάλογο με τον σύγχρονο κόσμο. Γενικότερα για την ευθύνη της Εκκλησίας και της Θεολογίας σήμερα βλ. Γιαγκάζογλου Στ., «Εκκλησία και νεοναζιστικός εθνικισμός. Θεολογικές προσεγγίσεις στην αναζωπύρωση του νεοναζιστικού παγανισμού», Επιστημονική Επιθεώρηση του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Σπουδές στην Ορθόδοξη Θεολογία», Τόμος Γ΄, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, Πάτρα 2012, σσ. 56-88. Μόσχου Δ., «Θεολογία και πολιτική: Η χαμένη ευκαιρία της γενιάς του ’60», στον συλλ. τόμοΑναταράξεις στη μεταπολεμική θεολογία, Η ‘θεολογία του ’60’, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2009, σσ. 683-694. «Ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός ως πτυχή της νεοελληνικής πολιτικής κουλτούρας: κριτικές παρατηρήσεις», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης4/1994, σσ. 129-138. «Η νεοδιαφωτιστική κριτική απέναντι σε κοινωνικές αναφορές της Ορθόδοξης σκέψης», Σύναξη 73/2000, σσ. 24-39. Παπαθανασίου Θ., «Φίλοι της Αριστεράς, μην κατεβάζετε τον σκούφο πάνω στα μάτια», Συνέντευξη στο έντυπο Δρόμος της Αριστεράς, Δευτέρα 22 Οκτωβρίου, τ. 136/2012. Βλ. επίσης το διπλό αφιέρωμα του περιοδικού Θεολογία, τεύχη 2 & 4/2012, με θέμα «Θεολογία και οικονομία. Προσεγγίσεις στη σύγχρονη κρίση».

[50] Στη Θεολογική Σχολή της Αθήνας υφίσταται μάθημα με τίτλο «Θρησκευτική Λογοτεχνία», το οποίο στηρίζεται σε δύο άξονες: η Βίβλος ως λογοτεχνία και η Βίβλος ως πηγή λογοτεχνίας. Βλ. το άρθρο της Κεφαλέα Κ., «ΧΙΙ. Η επίδραση της Αγίας Γραφής στη λογοτεχνία», λήμμα «Γραφή Αγία», Μεγάλη Ορθόδοξη Χριστιανική Εγκυκλοπαίδεια, τομ. 5, σσ. 378-379.

[51] Βλ. Ζουμπουλάκη Στ., «Το στοίχημα του Άρτου Ζωής: Η Βίβλος στον δημόσιο χώρο της σκέψης», Δελτίο Βιβλικών Μελετών 26/2008, σσ. 140-145.

[52] Βλ. Βασιλειάδη Π., «Ο λόγος του Θεού στη σύγχρονη Ορθόδοξη θεολογία και η βιβλική αναγέννηση στην ελληνική πραγματικότητα», Δελτίο Βιβλικών Μελετών29Β/2011, σσ. 9-26. Φωτόπουλου Ιω., «Ορθόδοξος Χριστιανισμός και ιστορική κριτική της Βίβλου», Δελτίο Βιβλικών Μελετών 29Β/2011, σσ. 63-78. Καρακόλη Χ., «Ελλαδική Εκκλησία και Επιστήμη της Καινής Διαθήκης: Προβλήματα και προοπτικές», στον συλλ. τόμο Εσωστρέφεια, Διαπίστωση ενός νεοελληνικού φαινομένου, Επετειακή έκδοση για τα 30 χρόνια του Ακρίτα, Αθήνα 2009, σσ. 161-171.

[53] Για το ζήτημα των ήδη υπαρχόντων αλλά και του σχεδιασμού νέων μεταφράσεων της Αγίας Γραφής βλ. τη σχετική αρθρογραφία του Ιωάννη Καραβιδόπουλου και του Σταύρου Ζουμπουλάκη στην εφημερίδα Το Βήμα: Ζουμπουλάκη Στ., «Ο αλληλέγγυος άνθρωπος έχει βιβλική προέλευση», Το Βήμα, 23.11.2014 και Καραβιδόπουλου Ιω., «Η Βίβλος και οι νεοελληνικές μεταφράσεις, Δύο ενστάσεις του σε απόψεις του Σταύρου Ζουμπουλάκη», καθώς και απάντηση του Σταύρου Ζουμπουλάκη, Το Βήμα, 4.1.2015.

[54] Γκανά Ευ., «Η βιβλική αφήγηση και η έκλειψή της στη νεοελληνική θεολογία και την εκκλησιαστική ζωή», Θεολογία 2/2014, σσ. 103-122. Κωνσταντίνου Μ., Αναταράξεις στη μεταπολεμική θεολογία. Η «θεολογία του ’60», εκδ. Ίνδικτος, 2009, σ. 527, 529. Αγουρίδη Σ., Οράματα και Πράγματα, Άρτος Ζωής, Αθήνα 1991, σ. 176.

[55] Γκανά Ευ., «Η βιβλική αφήγηση και η έκλειψή της στη νεοελληνική θεολογία και την εκκλησιαστική ζωή», Θεολογία 2/2014, σσ. 121-122, «Η εκ νέου ανακάλυψη και υιοθέτηση της βιβλικής αφήγησης, κατά τρόπο δημιουργικά ανάλογο με αυτόν της πατερικής περιόδου, αποτελεί για την ελλαδική εκκλησία όρο εκ των ων ουκ άνευ για την γνησιότητα της μαρτυρίας της, αλλά και για την ίδια την ιστορική της επιβίωση. Κάτι τέτοιο βέβαια συνιστά ένα γιγάντιο έργο, οι εκφραστές και οι φορείς του οποίου δεν φαίνονται προς το παρόν στον ορίζοντα».

[56] Βλ. Ricœur P. & La Cocque A., Ας σκεφτούμε τη Βίβλο, Πρόλογος, μτφρ. Αλεξάνδρα Παπαθανασίου, Φώτης Σιατίτσας, Αθήνα 2005. LuzU., «Interpretation of the Bible in ‘postmodern Europe’», Δελτίο Βιβλικών Μελετών 26/2008, σσ. 41-54. Lohse E., «Humanitarian Ethics and Biblical Tradition in modern Europe»,Δελτίο Βιβλικών Μελετών 26/2008, σσ. 67-73.

[57] Βλ. σχετικά Καλαϊτζίδη Π., «Θεολογικές προϋποθέσεις του διαλόγου με τη μοντέρνα λογοτεχνία», Νέα Εστία, 1776/2005, σσ. 326-362. Γκανά Ευ., «Μυθιστόρημα και θεολογία: δρόμοι ασύμβατοι;», Νέα Εστία, 1765/2004, σσ. 392-406. Στην αρκετά περίπλοκη σχέση θεολογίας και νεοελληνικής λογοτεχνίας δεν έχει εκτιμηθεί δεόντως η συμβολή του Ζακυνθινού Διονυσίου Ρώμα κυρίως με το γιγαντιαίο και ανολοκλήρωτο ιστορικό μυθιστόρημά του με τίτλο Περίπλους (1570-1870), Φανταστικό χρονικό σε τρεις τριλογίες, δέκα τόμοι,Αθήνα 1960-1981. Πέρα από το γεγονός ότι επιλεγμένα χωρία της Αγίας Γραφής, της αρχαιοελληνικής και της πατερικής γραμματείας τίθενται ως mottoστις προμετωπίδες των επιμέρους κεφαλαίων του, πέρα από το ότι αριστοτεχνικά συζητά στις σελίδες του πολυφωνικού του μυθιστορήματος τα μεγάλα ζητήματα που θέτει η σκέψη και ο πολιτισμός του Μεσαίωνα, της Αναγέννησης αλλά και του επερχόμενου Διαφωτισμού, ο συγγραφέας σκιαγραφεί την αργόσυρτη πολιτισμική ιστορία του Νέου Ελληνισμού με άξονα την ορθόδοξη παράδοση σε γόνιμο διάλογο με τη δυτική. Άλλωστε, η ίδια η Ζάκυνθος και τα Επτάνησα υπήρξαν χώρος όπου συναντήθηκαν η Δύση με την Ανατολή, η ελληνική με την ιταλική γλώσσα και από τη συνάντηση αυτή πλούτισε η ίδια η νεοελληνική γλώσσα. Ο Ρώμας σκόπευε να ολοκληρώσει ακριβώς το μεγάλο αυτό επικό μυθιστόρημά του με την αναφορά στον εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό ως γόνιμη κορύφωση αυτής της σύνθεσης. Στο βιβλίο Σοπρακόμιτος 2, κεφ. 14, ο Ρώμας καταπιάνεται ιδιαίτερα με το ζήτημα της μετάφρασης των έργων της αρχαιοελληνικής γλώσσας στη νέα ελληνική και χρησιμοποιεί ως motto παράθεμα από τον Πρόλογο της μετάφρασης της Παλαιάς και της Νέας Διαθήκης του Ιωαννίκιου Καρτάνου.

[58] Βλ. Ζουμπουλάκη Στ., «Η Βίβλος και οι νεοελληνικές μεταφράσεις, Το Βήμα, 4.1.2015, «Σε ό,τι αφορά τις νεοελληνικές μεταφράσεις της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης… δεν υπάρχει νεοελληνική Βίβλος… δεν υπάρχει στην αυγή του νεοελληνικού κόσμου μια μετάφραση της Βίβλου στα νέα ελληνικά που να έπαιξε καθοριστικό και διαμορφωτικό ρόλο στην πνευματική ζωή του τόπου γενικότερα. Δεν έχουμε κάτι ανάλογο με την KingJames ή τη μετάφραση του Λουθήρου. Η μόνη μετάφραση που θα μπορούσε να παίξει έναν τέτοιο ρόλο ήταν του Μάξιμου Καλλιουπολίτη, η οποία ωστόσο ουσιαστικά δεν κυκλοφόρησε, δηλαδή δεν θέλησε τελικά η διοικούσα Εκκλησία να κυκλοφορήσει. Λέω και κάτι ακόμη: στην Ελλάδα δεν αφθονούν πράγματι οι μεταφράσεις της Βίβλου,συγκριτικά όχι μόνο με τις μεταφράσεις που έχουν γίνει στις εθνικές γλώσσες της καθολικής και προτεσταντικής Δύσης, αλλά και με τις νεοελληνικές μεταφράσεις αρχαιοελληνικών κειμένων. Το ζήτημα δεν είναι μόνο ποσοτικό, ότι δηλαδή οι μεταφράσεις από την αρχαία γραμματεία είναι υπερπολλαπλάσιες των βιβλικών, είναι κυρίως ποιοτικό: μεταφράσεις αρχαιοελληνικών κειμένων έκαναν κορυφαίοι νεοέλληνες λογοτέχνες και συγγραφείς, κάτι που διόλου δεν ισχύει, με ελαχιστότατες εξαιρέσεις, για τις βιβλικές μεταφράσεις. Δεν έχει άραγε σημασία αυτό για τον Νέο Ελληνισμό και τη θέση της Βίβλου μέσα σε αυτόν;».

[59] Βλ. τα κείμενα του διεθνούς συνεδρίου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας (29 Νοεμβρίου-1 Δεκεμβρίου 2007, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών) με θέμα «Η Αγία Γραφή και ο σύγχρονος ευρωπαϊκός πολιτισμός» στο Δελτίο βιβλικών Μελετών 26/2008.

[60] Βλ. την ενδιαφέρουσα πρόταση του Λιάγκη–Κουκουνάρα Μ., «Η χρήση βιβλικών κειμένων στην κονστρουκτιβιστική προσέγγιση του μαθήματος των θρησκευτικών»,Δελτίο Βιβλικών Μελετών 29Β/2011, σσ. 194-201.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου