Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

ΕΝΑ ΒΙΩΜΑΤΙΚΟ ΜΑΘΗΜΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΣΤΟ ΜΠΑΛΟΥΚΛΙ ΤΗΣ ΛΩΞΑΝΤΡΑΣ

Του Γιάννη Γιγουρτσή
Φιλολόγου της Μεγάλης του Γένους Σχολής
Στο Μπαλουκλί της Λωξάντρας 

Πήγαμε με τα παιδιά στο Μπαλουκλί σήμερα. Με την "Λωξάντρα" στο χέρι. Και πήγαμε στην Ζωοδόχο Πηγή και μάθαμε την ιστορία του μοναστηριού. Και είδαμε τις ταφόπλακες στο προαύλιο. Σκιάχτηκαν προς στιγμή, μα διάβασαν τα Καραμανλήδικα σε κάποιες από αυτές και σάστισαν που κάποτε έγραφαν τα τούρκικα με ελληνικά γράμματα, γιατί και τότε έρχονταν στην Πόλη να σπουδάσουν και να ζήσουν Ρωμιοί που δεν μιλούσαν λέξη ελληνικά, και αφού δεν ήξεραν πως αλλιώς να δείξουν πως δεν είναι ίδιοι με τους Τούρκους, εκτός που πήγαιναν στην εκκλησία, έγραφαν και με τα γράμματα των πατέρων τους, που έβλεπαν να υπάρχουν γύρω τους σε επιγραφές παλιές και έλεγαν μέσα τους, και εμείς από εκείνους είμαστε. 
Και μετά είδαμε τους τάφους των Πατριαρχών και του Χρυσοβέργη και των άλλων ευεργετών. Εντυπωσιάστηκαν από τα μεγάλα μνήματα και τα αγάλματα τα παιδιά. Δεν είχαν ξαναδεί παρόμοια. Και κατεβήκαμε στο αγίασμα. Και ήπιαμε νερό και πλύναμε το πρόσωπό τους όπως έκανε η Λωξάντρα όταν πήγαινε εκεί. Πήραν και κάμποσο μαζί τους. Μισογάλονο βέβαια γέμιζε εκείνη. Μπόλικο, όπως όλα πάνω της. Είδαν και τα ψαράκια- ψαρούκλες πια γίνανε, και ψάχνανε να δούνε αν είναι 7 όπως λέει η παράδοση, Εφτά είναι τους διαβεβαίωσε ο φύλακας... 
Και μετά στρίψαμε αριστερά, σαν τη Λωξάντρα, την διαδρομή της ακολουθήσαμε, και μπήκαμε στο νεκροταφείο της Ρωμιοσύνης. Γεμάτο κυπαρίσσια ήταν, όπως το περιέγραφε, και μέσα στο πράσινο. Κάποια μνήματα με λουλούδια, κάποια άλλα με το καγκελάκι να το 'χει περιτυλίξει ο κισσός και η αγριοτριανταφυλλιά. Βρήκαμε και το παγκάκι, εκεί που το φανταζόμασταν, σε μια γωνία, κάτω από ένα δέντρο. Και κάτσαμε εκεί και εμείς. Και μάθαμε για την γιαγιά της την κυρά Ζωίτσα που της έμαθε να μαγειρεύει, και τον Νικολό, και όλους τους αγαπημένους που βρίσκονται εκεί, στον τάφο που είχε πληρώσει με χρυσή λίρα και καλά φυλούσε το χοτζέτι του. 
"Όταν ζεις ο τόπος σου είναι το σπίτι σου, μα σαν πεθάνεις ο τόπος σου είναι εδώ" και να το λες αυτό και να ανοίγει η καρδιά σου, να νιώθεις σιγουριά και ασφάλεια. "Γιατί αυτό έτσι ήταν, έτσι είναι και έτσι θα είναι". 
"Να εδώ καθόταν η Λωξάντρα και άνοιγε τον μπόγο για να φάει τους γιαλαντζί ντολμάδες της". " Άχ πόσο μου αρέσουν οι γιαλαντζί ντολμάδες", πετάχτηκε η Ελένη... "Και εμένα" λέει ο Δαμιανός. "Θέλουν δυόσμο και μπόλικο κρεμμύδι οι γιαλαντζί ντολμάδες, αλλιώς δεν είναι γιαλαντζί ντολμάδες", σκεφτόταν η Λωξάντρα. "Ναι, ναι" λέει ο Γιάννης. "Έτσι είναι. Ο δυόσμος πάει πολύ στους ντολμάδες". Να και οι ελιές, να και το ραπανάκι. "Τι είναι το ραπανάκι", αναρωτήθηκε η Σοφία. Η 'Έλενα της εξηγεί. "Αχ ναι το τρώμε και σήμερα στη σαλάτα." Τελείωσαν τα ντολμαδάκια, δαγκώνει και ένα κομμάτι παστουρμά η Λωξάντρα . "Αχ και να' χαμε λίγο παστουρμά", πετάγεται ο Δανιήλ. 
Έξαφνα η Λωξάντρα τα μάζεψε βιαστικά. Μια στιγμή κοντοστέκεται μόνο για λίγο για να ρευτεί. «Αχ Παναγία μου. Πολύ χωνευτικό αυτό το αγίασμα». Τρέχει προς την πόρτα του νεκροταφείου. Ξεχάστηκε. Πρέπει να πάει στο σπίτι της στο Μακροχώρι, να τηγανίσει μπαρμπούνια για τα παιδιά. «Αχ ωραία τα μπαρμπούνια», λέει πάλι ο Γιάννης. «Κάποιος πεινάει πολύ εδώ.» 
«Να φάμε και εμείς κύριε, πεινάσαμε» άρχισαν να λένε όλοι. «Να φάμε και εμείς εδώ, να εδώ στο παγκάκι» «Μα δεν έχουμε μαζί τα σάντουιτς. Είναι στο αυτοκίνητο έξω.» «Κρίμα είναι ωραία». 
«Να δούμε τον τάφο της Λωξάντρας, πριν φύγουμε;» Πάω να αλλάξω συζήτηση, γιατί δεν ξέρω που είναι. Μπορεί να μην θάφτηκε καν εδώ. Άσε τι λέει το μυθιστόρημα, δεν θέλω να χαλάσω τώρα το όνειρο στα παιδιά «Εδώ κάπου είναι, δεν τον έχω βρει». «Εδώ στο παγκάκι δίπλα πάντως πρέπει να είναι ο τάφος της κυρά Ζωϊτσας, αφού το γράφει στο βιβλίο.» «Ναι έτσι είναι, εδώ είναι» απαντώ με σιγουριά αυτή τη φορά. 
Ξεκινάμε για την αναχώρηση, στο «Καφε –Μανάστηρ» απέναντι από την εκκλησία θα καθίσουμε να πάρουμε το κολατσιό μας. «Να βγάλουμε μια φωτογραφία πριν φύγουμε. Σέλφι και κανονική» επιμένει ο Δαμιανός. «Ναι, ναι» φωνάζουν όλοι. Στήνονται όλοι με χαρά Το σκηνικό του θανάτου έχει ξεχαστεί. Βγάλανε ήδη σέλφι με τον «τάφο της κυρά Ζωϊτσας». Είχαμε ήδη ξεκινήσει νωρίτερα τα σέλφι με τους πατριάρχες, τους εκδημήσαντες ασφαλώς. 
Δεν έχω δει πιο ευτυχισμένα νεανικά πρόσωπα μέσα σε νεκροταφείο. Ανηφορίζουμε για την έξοδο. «Εσείς που θέλετε να σας θάψουν κύριε όταν πεθάνετε», ρωτά με τον πλέον φυσικό τρόπο ο Δανιήλ. «Εδώ ή κάπου αλλού;» «Δεν το σκέφτηκα ακόμα, αλλά μάλλον στον τόπο που γεννήθηκα» «Εμένα πάντως εδώ μου αρέσει» μου απαντά αφοπλιστικά. 
Ένα βιωματικό μάθημα λογοτεχνίας, απίστευτα διδακτικό για όλους μας, μόλις ολοκληρώθηκε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου