Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Δημήτριος Μόσχος (Πρόεδρος του Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου ΚΑΙΡΟΣ), Θεολογικές προϋποθέσεις αναβάθμισης της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης


Η εισήγηση του επίκουρου καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΕΚΠΑ στην ημερίδα του Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου ΚΑΙΡΟΣ με θέμα: «Μάθημα Θρησκευτικών και Δημόσιος Χώρος»


Στό τραπέζι αὐτό θά ἔχω τή χαρά νά ἀναπτύξω τίς θεολογικές προϋποθέσεις αὐτοῦ πού ὅλοι ἐμεῖς στόν ΚΑΙΡΟ συλλάβαμε ὡς «ἀναβάθμιση τῆς ΘΕ», δηλαδή θ’ ἀπαντήσω στό ἐρώτημα ἄν γι’ αὐτό τό ζήτημα πέρα ἀπό τήν παιδαγωγική καί νομική τοποθέτηση ἔχουμε καί μιά θεολογική ἄποψη καί ποιά εἶναι αὐτή. Στήν πραγματικότητα πρόκειται γιά τήν χρονολόγηση τοῦ ἴδιου τοῦ ἐγχειρήματος τοῦ ΚΑΙΡΟΥ καί τήν προσπάθεια ἑρμηνείας του μέσα στό τωρινό περιβάλλον καί μπροστά στό κοινό πρωτίστως τῶν συναδέλφων πού (φαντάζομαι ὅτι) περιμένουν μιά ἀπάντηση ἀπό μᾶς – ἐμᾶς τήν «ολιγομελή ομάδα Θεολόγων» με «ξενόφερτη οντολογική … υπόσταση», πού «ενεργώντας προβοκατόρικα, διασπά το σώμα των Θεολόγων, διασύροντας, υποτιμώντας και κατασυκοφαντώντας το ορθόδοξο μάθημα»[1], ἐμᾶς «το δεκανίκι του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου», πού «ιδρύθηκε ακριβώς για την προώθηση της απορθοδοξοποίησης του θρησκευτικού μαθήματος.»[2]! Ἔχουμε, λοιπόν, θεολογική ἄποψη ἤ ἐμφορούμαστε μόνο ἀπό «προοδευτική» ἰδεολογία γενικῶς, πού δίνει ἔμφαση στά ἀτομικά δικαιώματα, τόν πλουραλισμό, τήν σχετικοποίηση ὅλων θρησκειῶν καί τελικά ὁδηγεῖ στήν προδοσία τῆς πίστεως;


Κι ὡστόσο ἡ προσπάθεια τοῦ ΚΑΙΡΟΥ, πού ἦρθε στό τέλος τοῦ 2009 σάν κορύφωση πολλῶν συζητήσεων καί συνεδρίων ἀπό διάφορες ὁμάδες γιά τό μάθημα πού πραγματοποιήθηκαν ἀπό τήν ἄνοιξη τοῦ 1999 ἕως καί τήν ἄνοιξη τοῦ 2000 (στόν Βόλο, στήν Παναγία Σουμελά καί στή Γερμανική Σχολή Ἀθηνῶν) καί ἐνεργοποιήθηκαν μετά τό 2008 μέ τά ζητήματα τῶν ἀπαλλαγῶν, δέν προῆλθε ἀπό μιά εὐκαιριακή σημαία προοδευτισμοῦ ἀλλά ἀπό ἕνα βαθύ καί δύσκολο δίλημμα γιά τό πῶς οἱ ἄνθρωποι πού μεταφέρουμε τήν παραδοξότητα τοῦ Χριστιανικοῦ Λόγου (discourse) ἤ ἄν τό θέλετε στήν παραδοσιακή κοινή μας γλώσσα «τήν μωρία τοῦ Εὐαγγελίου» σ’ ἕνα περιβάλλον τελείως ἀσύμβατο πρός αὐτό (αὐτό τῆς συγκεντρωμένης γνώσης ἀπό ἐμπειρία καί ἐπαγωγή, πού εἶναι ἡ ὕλη τῶν μαθημάτων τοῦ νεωτερικοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος) θά συνεχίσουμε νά τό κάνουμε καί ὑπό ποιά ἰδιότητα. Παλαιότερα αὐτό τό δίλημμα κουκουλωνόταν ἀπό τίς τότε ἐπίκαιρες στοχοθεσίες τοῦ κοινωνικοῦ φρονηματισμοῦ, τῆς ὑπαγωγῆς στόν αὐταρχικό ἐθνικισμό καί τόν ἀντικομμουνισμό (ἑπταετία) κλπ. Σύνθετες διαδικασίες στήν Ἑλλάδα καί τήν Εὐρώπη τίς τελευταῖες δεκαετίες ἔκαναν ἐκεῖνες τίς ἐποχές παρελθόν – καί εὐτυχῶς, γιατί εἶναι ἡ πρώτη φορά πού αὐτά τά διλήμματα μπῆκαν καθαρά καί ξάστερα μέ ἐπιπτώσεις πολύ εὐνοϊκές καί γιά τή θεολογία.




Γι’ αὐτό τό τελευταῖο πρέπει νά θυμίσω σύντομα σέ ὅλους ὅτι τό μάθημα τῶν Θρησκευτικών ἦταν ὁ μεγάλος ἀγωγός πού ἔφερε ὅλες τίς ἀνακαινιστικές ζυμώσεις στήν θεολογία στήν Ἑλλάδα καί ἀντίστροφα ἀπετέλεσε τό πεδίο μετάδοσης αὐτῶν τῶν ζυμώσεων στήν ἑλληνική κοινωνία. Πράγματι, μεγάλοι θεολόγοι καί μεγάλα ἐγχειρήματα ξεκίνησαν ἀπό τό χῶρο αὐτό, π.χ. τό θεολογικό περιοδικό «Σύναξη», ἀπό ἕναν καθηγητή στή Μέση Ἐκπαίδευση, τόν Παναγιώτη Νέλλα μαζί μ’ ἕναν κύκλο, ἐπίσης, ἐκπαιδευτικῶν (εἶναι γνωστές σέ ὅλους οἱ «Σελίδες Διδαχῆς» κατά τήν πρώτη φάση τοῦ περιοδικοῦ). Γνωστοί νεώτεροι θεολόγοι, φορεῖς τῆς λεγόμενης θεολογίας τοῦ 60, δίδαξαν γιά ἕνα διάστημα στή Β/θμια Εκπαίδευση ὡς θεολόγοι. Δέν εἶναι ὑπερβολή νά ποῦμε ὅτι τά πραγματικά βήματα ξεκίνησαν στήν Ἑλλάδα, ὄχι ἀπό κάποια μοναστήρια (ὅπως στήν περίπτωση τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ), οὔτε ἀπό ἱερατικά σεμινάρια ἤ θεολογικές σχολές, ὅπως στό χῶρο τῆς Διαμαρτύρησης, ἀλλά ἀπό τό χῶρο τῶν θεολόγων τοῦ σχολείου. Ἀπό τήν ἄλλη, τό πιό ἀπτό ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ζύμωσης (ἐπιστροφή στούς Πατέρες, συζήτηση μέ τό σύγχρονο ὑπαρξισμό, θεολογία τῆς εἰκόνας, ἀποφατική θεολογία, εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία κλπ.) ἦταν τά κύματα ἀναθεωρήσεων στά σχολικά ἐγχειρίδια καί τά Ἀναλυτικά Προγράμματα περίπου ἀπό τή δεκαετία τοῦ 80: ἡ ὁμάδα τῶν μαθητῶν τοῦ Γεωργίου Τσανανά, οἱ συνεργάτες καί οἱ ὁμάδες πού συγκρότησε ὁ ἀείμνηστος Ἀθανάσιος Νίκας, καί ἄλλοι γνωστοί θεολόγοι, πού μετεῖχαν στή νέα φιλοσοφία τοῦ Ἀναλυτικοῦ Προγράμματος τοῦ Δημοτικοῦ, στά βιβλία τοῦ Γυμνασίου μετά τό 90, στά νέα ΔΕΠΠΣ-ΑΠΣ κλπ. ἔφεραν ὅλη τήν ἀνανεωμένη θεολογία μέσα στά Θρησκευτικά, στέλνοντας τό μάθημα πέρα ἀπό τόν κατηχητισμό, τόν ἐθνικό καί κοινωνικό φρονηματισμό. Δέν ταυτίζονται, βέβαια, ὅλες αὐτές οἱ τάσεις μεταξύ τους, τίς χαρακτηρίζει, ὅμως, ὅλες ἕνας ἀνανεωτικός θεολογικός λόγος πού προσπαθεῖ νά φέρει τό λόγο τοῦ χριστιανικοῦ Εὐαγγελίου σέ μιά σύγχρονη γλώσσα.


Εἶναι ἐνδιαφέρον ὅτι ἄνθρωποι ἀπό τούς ἴδιους ἐκείνους χώρους καί πολλές φορές καί ἴδια πρόσωπα πού ἔφεραν αὐτές τίς ἐξελίξεις (πού τώρα κρίνονται καί μέ «συντηρητικά» κριτήρια πολύ καλές) πρωτοστατοῦν σ’ ἕναν νέο προβληματισμό μέ μεγάλο ρίσκο. Κι ἀπ’ αὐτό βγῆκε ὁ ΚΑΙΡΟΣ. Γιά ποιό λόγο; Γιατί νά ἀμφισβητήσουν τήν ἴδια τή δουλειά τους; Γιά νά πάρουν χρήματα φτιάχνοντας νέα προγράμματα, ὅπως ἔχει λεχθεῖ; Μά οἱ ζυμώσεις, ὅπως εἴπαμε, φθάνουν πολύ πρίν τή δημιουργία Ἐπιτροπῶν γιά νέα Προγράμματα, καί ὁπωσδήποτε πρέπει νά διερωτηθεῖ κανείς ἄν τά χρήματα αὐτά εἶναι ἀρκετά[3] γιά νά διακυβεύσει κανείς τόσο εὐρύτερους στόχους.


Ὑπάρχει, λοιπόν, ἕνας οὐσιαστικότερος λόγος κι αὐτός εἶναι ἡ ἀγωνία ὅλων μας γιά τό πῶς συνδιαλέγεται ἡ Ἐκκλησία (μέ τήν εὐρεία ἔννοια) μέ τήν κοινωνία. Ξέρουμε ὅτι περίπου ἤδη ἀπό τήν ἀρχή τῶν λεγόμενων «σκοτεινῶν χρόνων» (ἤ τόν λεγόμενο πρώιμο Μεσαίωνα), δηλαδή ἀπό τόν 8ο αἰώνα καί κυρίως τόν 9ο ὁ κυρίαρχος τρόπος αὐτῆς τῆς παρέμβασης ἦταν ἡ ἄσκηση διοίκησης. Ἡ γνώση τῶν νόμων, ἡ παρέμβαση στούς μηχανισμούς ἐξουσίας καί (πολύ γρήγορα) οἱ πελατειακές σχέσεις, ἡ καθεστωτική νοοτροπία κλπ. ἦταν ἡ βασική μορφή, ἐνῶ ἄλλες ὅπως ἡ προφητεία, ἡ διδασκαλία, τό χάρισμα, ἡ ποιμαντική συμβουλευτική καί θεραπεία, παρέμειναν στό περιθώριο[4]. Καθώς τό νεωτερικό περιβάλλον πού ἦρθε στήν Ἑλλάδα μέ τή συγκρότηση σέ σύγχρονο ἐθνικό κράτος ἔφτιαξε ἕνα σύγχρονο διοικητικό σύστημα ἡ Ἐκκλησία βρῆκε τή θέση της μέσα σ’ αὐτό, ἀλλά ἡ συνακόλουθη χειραφέτηση τῆς κοινωνίας, καί μάλιστα ἡ μετανεωτερική κατάτμηση τῶν μηχανισμῶν παιδείας, κοινωνικοποίησης κλπ. (πού ἦταν στά χέρια τοῦ νεωτερικοῦ κράτους) σέ αὐτόνομα στοιχεῖα βρῆκε τήν Ἐκκλησία μέ τήν παλιά νοοτροπία μέ ἀποτέλεσμα αὐτό πού προσφυῶς παρατηρήθηκε «ἡ Ἐκκλησία νά δίνει μιά σειρά ἀπό χαμένες μάχες»[5] γιατί ἐπικαλεῖται τήν ἐξουσία καί δέν μιλάει (ἤ μιλάει πολύ λίγο, νά εἴμαστε ἀκριβεῖς καί δίκαιοι) μέ τήν κοινωνία. Ἀπό τήν ἄλλη τό «χάρισμα» ἔχει στριμωχθεῖ στό ἡμίφως τοῦ κοινοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου καί σύντομα προσαρμόσθηκε στό μετανεωτερικό τοπίο τῶν ἐπιμέρους κοινοτήτων κατασκευάζοντας τό δικό του κοινό: εἴδαμε καί βλέπουμε καθημερινά τίς κινήσεις κατά τῶν θεσμῶν (πού κατηγοροῦνται γιά Οἰκουμενισμό, ἐνδοτισμό στή Νέα Τάξη, κλπ.) καί προβάλλουν τόν Μεσσιανισμό τῆς δικῆς τους κοινότητας. Δέν εἶναι φυσικά ἀποκλειστικό φαινόμενο στήν Ἑλλάδα καί οὔτε πρέπει νά ἐντάσσεται μόνο στόν λεγόμενο φονταμενταλισμό, παγκοσμίως, ἀλλά σ’ ἕνα ἀκόμη εὐρύτερο φαινόμενο πού λέγεται Νέα Θρησκευτικότητα καί συνδέει πολύ διαφορετικά φαινόμενα μεταξύ τους.




Ἔτσι, λοιπόν, ὅσοι ἀσχολούμαστε μέ τή Θρησκευτική Ἐκπαίδευση σ’ ὅλα τά ἐπίπεδα, ἔχουμε μιά διαφορετική θέαση τῶν πραγμάτων πού προκύπτει ὅπως καί στό παρελθόν πού περιγράψαμε, ἀπό τήν ἐνδιάμεση θέση μας: εἴμαστε σ’ ἕνα νευραλγικό κομμάτι τοῦ δημόσιου χώρου πού εἶναι ἡ ἐκπαίδευση κι ἀπό τήν ἄλλη παλεύουμε γιά μιά ἀναδιάταξη μέσα στό ἐκκλησιαστικό σύνολο πού πρέπει νά λάβει σοβαρά καί τίς ἄλλες λειτουργίες του (ὅπως τή διδακτική) στό σύνολό του καί νά μήν λειτουργεῖ μόνο μέ τή διοικητική ἐξουσία καί τόν ἀναπόφευκτο κατόπιν κληρικαλισμό. Ἡ ἄποψή μας γιά τήν παρέμβαση στήν κοινωνία προκύπτει ἀκριβῶς ἀπό τήν ἐμπειρία μας σ’ νεωτερικό/μετανεωτερικό τοπίο πού ΔΕΝ ταυτίζεται πιά μέ τήν ἐκκλησιαστική κοινότητα.


Πρόσφατα Μητροπολίτης τοῦ Λεκανοπεδίου Ἀττικῆς ἀπέστειλε στόν Ὑπουργό Παιδείας ἐπιστολή ὅπου ἐγκαλεῖ καί τόν ΚΑΙΡΟ κι ἐμένα ὀνομαστικά γιά τήν πρότασή μας γιά τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν καί μᾶς ἀπευθύνει τό ἐρώτημα «φιλαδέλφως καί ταπεινῶς» «ἐάν οἱ προτάσεις τους αὐτές συνάδουν μέ τόν Κυριακό λόγο: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν» (Ματθ.28,19-20).Καί βέβαια ἐάν ὡς ὀρθόδοξοι θεολόγοι, μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν τό λειτούργημα καί τό χρέος τοῦ ἀποστόλου τῆς Πίστεως. Στή θέση τους οἱ θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας θά εἰσηγοῦντο ὅ,τι αὐτοί; Ἐάν ἰσχύει κατά τήν γνώμη των ὁ Γραφικός λόγος τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου: «Καί οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία· οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πραξ. 4, 12)»[6]. Νά, λοιπόν, τό πρόβλημα σύγχυσης ρόλων καί κριτηρίων πού ἀδικεῖ καί τή θρησκεία καί τό δημόσιο χῶρο. Μποροῦν οἱ ἀπόστολοι τῆς πίστεως (ὅπως ἔστω κι ἔμμεσα ἀναγνωρίζεται ὅτι εἴμαστε) νά ἀγνοοῦν τόν συνομιλητή τους, νά τόν «ἐξαφανίζουν» συμβολικά ἀδιαφορώντας γιά τήν ταυτότητά του; Θά βγοῦν ἁπλά καί θά τοῦ ποῦν ἀπροϋπόθετα γιά τήν πίστη τους; Ἡ ἀπαγγελία του Συμβόλου της πίστεως γινόταν μόνο στον καλά φυλασσόμενο χώρο των βαπτισμένων πιστών σύμφωνη με την Κυριακή απαγόρευση να «δίδονται τὰ ἅγια τοῖς κυσί». Ὑπενθυμίζω ὅτι σέ μιά κορυφαία πράξη ἐξόδου στό δημόσιο χῶρο τῶν ὑπολειμμάτων τῆς ἀρχαίας πόλεως κατά τή ρωμαϊκή ἐποχή, πού ἦταν ἡ στάση τῶν Χριστιανῶν μαρτύρων (ὅπως τουλάχιστον μέ σοβαρά ἐπιχειρήματα τό ἑρμηνεύει ὁ Glen Bowersock), τό όνομα τοῦ Θεοῦ δέν ἀποκαλυπτόταν στίς ρωμαϊκές ἀρχές πού τούς ἀνέκριναν, ὅπως φαίνεται σέ μαρτυρολογικά κείμενα[7]. Ὁ μάρτυρας δικαζόταν καί καταδικαζόταν γιά τό ὄνομα Χριστιανός, ἀλλά ἡ διαχείριση τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ γινόταν μέ πολύ μεγαλύτερη προσοχή καί σύνεση στό δημόσιο χῶρο. Ἀκόμη καί ἡ ἱεραποστολή γινόταν ὑπό προϋποθέσεις. Ὑπῆρχαν, μάλιστα, περιπτώσεις «ἀποφυγῆς ἀσκήσεως ἱεραποστολῆς» στήν ἀρχαία Ἐκκλησία, ὅπως γράφει ὁ ἀείμνηστος Ἠλίας Βουλγαράκης[8], ἐπειδή δέν ὑπῆρχαν οἱ κατάλληλες προϋποθέσεις. Ἄν ἐφαρμόσουμε ἀναλογικά αὐτό τό ἦθος καί τόν τρόπο δράσης στό σήμερα, τί θά παρατηρήσουμε;


Τό δημόσιο σχολεῖο μέ τό γενικά ἐπιβαλλόμενο πρόγραμμα σπουδῶν εἶναι βασικά δημιούργημα τῆς νεωτερικότητας γιά τήν συγκρότηση τοῦ πολίτη. Καί παρ’ ὅλο πού ἐργαλειοποιεῖται στην ἀναπαραγωγή ἰδεολογίας, στό στόχο τῆς ἐπαγγελματικῆς κατάρτισης κλπ. δέν μπορεῖ ν’ ἀρνηθεῖ τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του πού εἶναι ἡ καλλιέργεια κριτικῆς καί ἀναστοχαστικῆς γνώσης καί δημοκρατικῶν ἀξιῶν καί ἐλέγχεται δημοκρατικά. Σ’ αὐτό τό θεσμό «ἀνακρίνεται» ὁ κάθε πιστός, αὐτό εἶναι τό δικό του «ἀμφιθέατρο». Καί τίθεται τό ἐρώτημα: ἔχει νά παίξει ἐδῶ ρόλο ὄχι ἁπλά ὁ μελετητής τῆς θρησκείας καί τοῦ πολιτιστικοῦ ἀποτυπώματός της ἀλλά καί ὁ πιστός μελετητής τῆς θρησκείας; Κι ὁ πιστός Χριστιανός μελετητής ἔχει σημασία ἀπό τή σκοπιά τοῦ Χριστιανικοῦ Εὐαγγελίου νά διδάξει ὄχι μόνο τόν ὁμόπιστό του, ἀλλά καί τόν ἀλλόπιστο σωστά τή δική του θρησκεία μέ βάση ἐπιστημονική μέθοδο καί νά τόν καλέσει, μ’ αὐτόν τόν τρόπο σέ συμβίωση σέ μιά καλύτερη γιά ὅλους κοινή (καί ὄχι κατακερματισμένη σέ μετανεωτερικές κοινότητες) κοινωνία; Μήπως αὐτός εἶναι ἕνας συναφειακά νοούμενος τρόπος μαρτυρίας «τοῦ ὀνόματος» στά ἔθνη κι ὄχι νά θεωροῦμε τήν τάξη a priori λατρευτική κοινότητα; Πάνω σ’ αὐτό νά πῶ ὅτι ἔχω ἀκούσει συχνά τήν κατηγορία «Νεοβαρλααμίτες», τάχα ὅτι ἡ προσπάθειά μας ὑποστηρίζει πώς ἡ ἐπιστημονική γνώση ὁδηγεῖ στή σωτηρία, ὅπως ὁ Βαρλαάμ ὁ Καλαβρός τόν 14ο αἰώνα. Αὐτό εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἀντιστροφή. Ὅσοι πιστεύουν ὅτι μέ τό ΜτΘ πού ὅλοι (μά ὅλοι!) πάντα διατεινόμασταν ὅτι εἶναι γνωστικό μάθημα (πού βαθμολογεῖ τίς γνώσεις καί ὄχι τήν πίστη), ὁδηγοῦν στή σωτηρία τούς μαθητές, εἶναι αὐτοί πού γίνονται Νεοβαρλααμίτες, τή στιγμή πού ὁ κατηγορούμενος ἀπό τόν Βαρλαάμ μεγάλος ἡσυχαστής διδάσκαλος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀκολουθοῦσε τή θεωρία τῆς διπλῆς γνώσεως καί δέν συνέχεε τήν ἐπιστημονική γνώση μέ τήν πίστη[9]. Τό νά δώσουμε σωστή ἐπιστημονική γνώση καί στοιχεῖα ἀποκρυπτογράφησης τῆς θρησκείας τοῦ καθενός γιά τόν ἑαυτό του πρέπει νά γίνει ἡ δική μας ἠθική εὐθύνη καί διακονία, ὅπως ἄλλα ἐκκλησιαστικά διακονήματα δίνουν φαγητό σέ ὅλους, πιστούς καί ἀπίστους. Νά λοιπόν τό πρῶτο ζήτημα.




Ἕνα δεύτερο ζήτημα τό ὑπαινίχθηκα μόλις πρίν: ἡ ἐργαλειοποίηση τοῦ σχολείου σέ μηχανισμό ὑποταγῆς στήν οἰκονομική ἀπογύμνωση ἀπό νόημα στήν κοινωνία (μέ τή μετατροπή της σέ ἀγορά) ἀφήνει ἀδιάφορο τόν πιστό πού πιστεύει στήν εὐθύνη γιά τήν προστασία τοῦ ἀδύναμου, τῆς φύσης, γενικά τῆς δημιουργίας ἀπό τό κοινωνικό κακό καί τήν ἐκμετάλλευση; Εἶναι θεολογική ἄποψή μας ἡ ἀνάκτηση τοῦ σχολείου καί ἡ παρέμβαση σ’ αὐτό, ὥστε νά γίνει χῶρος ἀναστοχαστικῆς ζύμωσης καί κριτικῆς γιά νά βγοῦν ἄνθρωποι πού θά ἀναγνωρίζουν καί θά πολεμοῦν καί τήν ἀδικία καί τήν ἀνελευθερία μέσα τους κι ἔξω τους. Αὐτό εἶναι πού λέμε στή Διακήρυξή μας γιά μιά ΘΕ πού θά «συμβάλει στην οικοδόμηση μιας κοινωνίας η οποία, …, θα χαρακτηρίζεται από συνοχή και αλληλεγγύη».Αὐτό δέν θά γίνει μόνο μέ ἀκτιβισμό ἀλλά καί μέ ἐμβάθυνση τῆς θεολογικῆς μας συζήτησης καί κατάρτισης (καί ὄχι μόνο τῆς παιδαγωγικῆς). Αὐτή ἡ ἐμβάθυνση θά πρέπει νά δίνει ἐργαλεῖα γιά νά κατανοήσουμε τόν ἄνθρωπο καί τή σωτηρία του σήμερα. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τῶν πρώτων αἰώνων χρησιμοποιοῦσαν τόν Πλάτωνα, τόν Ἀριστοτέλη, ἀλλά καί τή Στωϊκή πολιτική φιλοσοφία, κι ἀργότερα και τόν Νεοπλατωνισμό γιά νά κατανοήσουν τήν ἀνθρώπινη φύση καί τόν κόσμο καί πάνω ἐκεῖ νά χτίσουν ὄχι μόνο τήν ἀνθρωπολογία τους ἀλλά καί τή θεολογία τους (αὐτό δείχνουν οἱ ὅροι οὐσία, πρόσωπο, προαίρεσις κλπ.). Σήμερα, ὁ ἄνθρωπος κατανοεῖται δυναμικά καί κοινωνικά κι ἔτσι κι ἐμεῖς μέ τή σειρά μας, ἄν θέλουμε νά προσφέρουμε, θά πρέπει νά καταλάβουμε τόν ἄνθρωπο μέσα ἀπό τή σύγχρονη κοινωνική θεωρία καί ἀνθρωπολογία, τήν πολιτική φιλοσοφία (τί εἶναι π.χ. πολιτιστικοί κώδικες, ἡ ἱστορία ὡς κοινωνικές συγκρούσεις, ποιά εἶναι τά αἰτήματα γιά μιά σύγχρονη δημοκρατία οὐσιαστική ἤ διαδικασιακή κλπ.) γιατί αὐτά ὁρίζουν σέ μεγάλο βαθμό αὐτό πού κάποτε ὀνομάζαμε «οὐσία» ἤ «πρόσωπο» τοῦ ἀνθρώπου.


Ἀπό τά παραπάνω γίνεται σαφές ὅτι οἱ θεολογικές προϋποθέσεις γιά τήν ἀναβάθμιση τῆς ΘΕ σηματοδοτοῦν μιά νέα φάση μετά τήν ἀνακάλυψη τῆς Παράδοσης, τῶν Πατέρων, τῆς Ἐκκλησιολογίας κλπ. στήν ἐπεξεργασία τους μέ γνώμονα τήν ἠθική εὐθύνη (πού εἶναι ἀντικείμενο μεγάλου σύγχρονου φιλοσοφικοῦ προβληματισμοῦ σήμερα) γιά προσφορά στή θρησκευτική ἀγωγή τοῦ πλησίον καί τόν ἀναστοχασμό πάνω στό ρόλο τῆς ἐκπαίδευσης καί τοῦ σχολείου στίς σύγχρονες κοινωνικές προκλήσεις. Σ’ αὐτό τό δύσκολο ἔργο καί ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας καλοῦμε τούς συναδέλφους σέ συστράτευση καί κοινό ἀγώνα. Γιά νά δώσουμε καί μεῖς μιά ἀπάντηση στό σύνθημα πού ἀκούστηκε τήν περασμένη Κυριακή: μέ τήν ἐπιστήμη μας, τήν παιδαγωγική μας ἐπάρκεια καί τήν κοινωνική μας δράση «μένουμε Ὀρθόδοξοι» ὅταν ἀγωνιζόμαστε γιά ἕναν καλύτερο κόσμο.




[1] www.petheol.gr (προσπελ. 18/2/2016).

[2] thriskeftika.blogspot.gr (προσπελ. 18/2/2016).

[3] Τά μυθεύματα περί «ἑκατομμυρίων» νομίζω ὅτι ἔχουν ἤδη ἀπαντηθεῖ ἰκανά.

[4] Ἡ σύνθετη αὐτή διαδικασία ἐνέχει καί ἐκκλησιολογικές διαστάσεις καί τήν ἔχω περιγράψει πιό ἀναλυτικά ἀλλοῦ, βλ. Δ. Μόσχος, Κληρικοί: μέτοχοι χαρίσματος ἤ ὑπάλληλοι; Σύναξη, 97 (Ἰανουάριος-Μάρτιος 2006), 16-26.

[5] Στ. Ζουμπουλάκη, συνέντευξη στο Βήμα, 3/02/2013.

[6] Τό πλῆρες κείμενο βλ. agioritikovima (προσπελάσθηκε στίς 10/3/2016).

[7] Βλ. π.χ. Μαρτύριον Πιονίου 19, 13: ἔκδ. Π. Κ. Χρήστου, Τά μαρτύρια τῶν ἀρχαίων Χριστιανῶν ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1978, σ. 174, ἤ Μαρτύριον τῶν ἐν Λουγδούνῳ τελειωθέντων, 1, 31: μν. ἔκδ. σ. 204.

[8] Ἠ. Βουλγαράκη, Ἀποφυγή ἀσκήσεως Ἱεραποστολής εἰς τήν Ἀρχαίαν Ἐκκλησίαν, Ἀθήνα 1969.

[9] Π. Χρήστου, Ἡ ἔννοια τῆς διπλῆς γνώσεως κατά τόν Γρηγόριον Παλαμᾶν, ΕΕΘΣΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 1963.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου