Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Οι θέσεις και ο ρόλος της Εκκλησίας για μια δίκαιη και βιώσιμη Οικονομία: Φιλολογικό μνημόσυνο στον πρόσφατα θανόντα Διδάκτορα του Τμήματος Θεολογίας Κωνσταντίνο Γιοκαρίνη

του ομότιμου καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Πέτρου Βασιλειάδη

Την περασμένη εβδομάδα το Τμήμα Θεολογίας απώλεσε ένα σημαντικό του επιστημονικό στέλεχος, τον διδάκτορά του Κωνσταντίνο Γιοκαρίνη, ο οποίος υπό την καθοδήγηση του αειμνήστου καθηγητού Νικολάου Ματσούκα προσέφερε στην παγκόσμια θεολογική επιστήμη την πρώτη Ορθόδοξη επιστημονική θεώρηση του φλέγοντος ζητήματος της εισόδου ή μη των γυναικών στην μυστηριακή ιερωσύνη (Η ιερωσύνη των γυναικών στο πλαίσιο της Οικουμενικής Κίνησης, 1995). Το θέμα αυτό συνέχισε να τον ασχολείται για πάνω από δέκα χρόνια με πολλές δημοσιεύσεις σε ξένα περιοδικά μέχρι και την μεταδιδακτορική του μονογραφία, Το έμφυλο ή άφυλο τού σαρκωθέντος Χριστού,2011.

Ο Κωνσταντίνος Γιοκαρίνης, εκτός από διδάκτωρ Θεολογίας του ΑΠΘ, σπούδασε και στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, Νομικά στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, Κοινωνιολογία στο Monash University της Μελβούρνης και Παιδαγωγικά στο New England Univeristy του Σίδνευ. Έχει διδάξει επί μία οκταετία στη Θεολογική Σχολή και στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΕΚΠΑ. Έλαβε μέρος σε πολλά θεολογικά συνέδρια των Θεολογικών Σπουδών στο Εξωτερικό και στην Ελλάδα με πιο πρόσφατο το περσινό στη Θεσσαλονίκη για τις διακόνισσες και τη χειροτονία των γυναικών στην Ορθόδοξη θεολογία.

Πρόσφατα ετοίμασε προς έκδοση ογκωδέστατη μελέτη για τη οικονομία με θέμα: ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΔΙΚΑΙΗ ΚΑΙ ΒΙΩΣΙΜΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. Την εισαγωγή αυτού του βιβλίου είχε αποστείλει ως εισήγηση στο σεμινάριο που ετοίμαζαν στα πλαίσια των μεταπτυχιακών και επιλεγομένων μαθημάτων τους οι καθ. κ. Στυλιανός Τσομπανίδης και κ. Νίκη Παπαγεωργίου, σε συνεργασία με το Κέντρο Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών και τον ομότιμο καθ. της Θεολογικής Σχολής κ. Πέτρο Βασιλειάδη.

Τα Θεολογικά Δρώμενα την δημοσιεύουν ως ελάχιστο φόρο τιμής στη μνήμη του, μια και αύριο, Τρίτη 8 Μαρτίου ψάλλεται στη γενέτειρά του η εξόδιος ακολουθία.

Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΥΠΟ ΕΚΔΟΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΙΟΚΑΡΙΝΗ

Η κρίση που ενέσκηψε στην οικονομία της χώρας μας σαφώς δεν είναι μόνον ελληνική και τούτο, γιατί η ταυτότητα της σύγχρονης Οικονομίας φέρει τη σφραγίδα της παγκοσμιοποίησης. Το γεγονός αυτό είναι αποτέλεσμα της ανατροπής ισορροπιών στη σχέση ανθρώπου και φύσης και της απεμπόλησης των θεοειδών προσανατολισμών του.

Στο κλίμα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού ο άνθρωπος εκπίπτει από τη θέση του οικονόμου της φύσης στο επίπεδο των αναλώσιμων μέσων της διεθνούς απρόσωπης χρηματαγοράς. Η οικονομία, σήμερα, συνιστά την κεντρομόλο δύναμη του σύγχρονου κοινωνικού γίγνεσθαι.

Η διαχείριση των οικονομικών πόρων μιας κοινωνίας έχει πολυσύνθετο χαρακτήρα, προσδιοριζόμενο από πολιτικές ιδεολογίες και διενεργείται από διαβαθμιζόμενους θεσμούς με σύνθετες και αδιαφανείς ενίοτε διαδικασίες. Διαφεύγει των ορίων μιας λογιστικής διαχειριστικής διαδικασίας οικονομικών αγαθών δοσμένης κοινωνίας, γιατί διαλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα παραγόντων, οι οποί-οι τελούν σε μία σχέση δυναμικής αλληλεπίδρασης και προσδιορίζονται από γεωφυσικές και γεωπολιτικές ιδιομορφίες.

Η οικονομία ως διαχειριστικός μηχανισμός παραγωγής και ανάπτυξης υλικών αγαθών συμμετέχει στη διανεμητική διαδικασία τους στο πλαίσιο ενός πολιτικού συστήματος αντιπροσωπευτικής διαχείρισης αυτών. Στο σημείο αυτό υπεισέρχεται ο ανθρώπινος παράγοντας ως φορέας ιδεών και αξιών, που απορρέουν από την ιδιοπροσωπία των ανθρώπινων κοινωνιών (έθνος, φυλή, πολιτισμική κληρονομιά, θρησκευτική Παράδοση κ.ά), ο οποίος σαφώς υπόκειται στις επιδράσεις του ιστορικού του γίγνεσθαι.

Η Οικονομία στην παραγωγική, διαχειριστική και διανεμητική διαδικασία της καλείται να λειτουργήσει με ένα τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται η ατομική και συλλογική επιβίωση, ανάπτυξη και ευημερία των μελών της κοινωνίας. Γι’ αυτό και η οικονομία εντάσσεται στο χώρο των κοινωνικών επιστημών και έχει ως αντικείμενο μελέτης αφενός μεν τις οικονομικές ενέργειες των ανθρώπων, αφετέρου δε τη σχέση και αλληλεπίδραση μεταξύ των πολιτικών και των οικονομικών θεσμών και διαδικασιών, που έχουν αναπτυχθεί.

Η λειτουργία αυτή είναι εκφαντορική των ιδεολογικών αρχών των φορέων της πολιτικής εξουσίας, οι οποίες όμως δεν εκφράζουν το σύνολο των μελών δοσμένης κοινωνίας. Κατά συνέπεια οι όποιες ιδεολογικο-πολιτικές διαφοροποιήσεις ή αντιθέσεις προκαλούν αυτονόητες αντιδράσεις σε επίπεδο ατομικό ή συλλογικό, εφόσον προσβάλλονται αντίστοιχα συμφέροντα συντεχνιακά, κλαδικά, ταξικά κλπ. και στοχεύουν είτε να επηρεάσουν είτε να πιέσουν τους φορείς της πολιτειακής διακυβέρνησης σε επίπεδο θεσμικών πρακτικών ή νομοθετικών ρυθμίσεων.

Επειδή όμως τόσον η Οικονομία, όσον και η Πολιτική δεν συνιστούν αυθύπαρκτες οντότητες μεταφυσικής προέλευσης, αλλά συστήματα διαχείρισης υλικών αγαθών (οικονομία), τα οποία δομούνται με βάση τις ιδεοληψίες (πολιτικές) μελών (κοινωνικών ομάδων), διαφοροποιούμενων ως φορέων ταυτιζόμενων ή διαφοροποιούμενων αρχών, αξιών, επιδιώξεων, στόχων και συμφερόντων, γι’ αυτό ο παράγοντας άνθρωπος είναι το σημείο αναφοράς των κοινωνικο-οικονομικών μορφωμάτων ή θεσμικών επινοημάτων κατά την ιστορική διαδρομή του. Κατά την αψευδή μαρτυρία της ιστορικής διαδρομής των λαών η Οικονομία δοσμένης κοινωνίας ως σύστημα αντιπροσωπευτικής διαχείρισης δημοσίων αγαθών υπό φορέων της Πολιτικής αδυνατεί να εξασφαλίσει τις προσδοκώμενες ισορροπίες μεταξύ της ατομικής ευημερίας και ευζωίας του διαχειριστή και επιδίωξης της κοινωνικής ωφελείας. Το δίπολο Εγώ και Εμείς προβάλλει ως καθοριστικός μοχλός και διαμορφωτικός παράγοντας της αποτελεσματικότητας των λειτουργιών της Οικονομίας και της Πολιτικής, καθ΄ όσον ο άκρατος ευδαιμονισμός ενίοτε μεταποιεί τον άνθρωπο και τον εξομοιώνει«τοῖς κτήνεσιν τοῖς ἀνοήτοις».

Τελικά, όμως τα πάντα ανάγονται στο ανθρώπινο πρόσωπο, το οποίο βρίσκεται στο επίκεντρο της ζωής, της δράσης και της καθόλου αποστολής της Εκκλησίας. Υπέρ της θέσης αυτής συνηγορεί η διακήρυξη των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών του 2008 με σημαντικές επισημάνσεις για την μεγιστοποίηση της εξαθλίωσης του ανθρώπου, τη διαίρεση και την αντιπαλότητα των λαών εξ αιτίας της εφάμαρτης διαχείρισης των φυσικών αγαθών, τα οποία μετήλλαξαν χαρακτήρα και κατεστάθησαν υπαρξιακός αυτοσκοπός:

«Οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοί συμμερίζονται μετα τῶν ἄλλων, θρησκευομένων ἤ μή ἀνθρώπων τοῦ πλανήτου, την εὐθύνη γιά τή σύγχρονη κρίση, διότι ἀνέχθηκαν ἤ συμβιβάστηκαν ἀκρίτως και πρός ἀκραῖες ἐπιλογές τοῦ ἀνθρώπου χωρίς την ἀξιόπιστη ἀντιπαράθεση πρός αὐτές τοῦ λόγου της πίστεως. Ἔχουν, συνεπῶς, και αὐτοί μείζονα ὑποχρέωση νά συμβάλλουν στήν ὑπέρβαση τῶν διασπάσεων τοῦ κόσμου.

Ἡ χριστιανική διδασκαλία διά την ὀντολογική ἑνότητα του ἀνθρώπινου γένους και της θείας δημιουργίας, ὅπως αὐτή ἐκφράζεται στό μυστήριο τοῦ ἐν Χριστῷ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου, ἀποτελεῖ θεμελιώδη βάση γιά την ἑρμηνεία της σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό και τόν κόσμον.Το χάσμα μεταξυ πλουσίων και πτωχῶν διευρύνεται δραματικά εξ αἰτίας της οἰκονομικῆς κρίσης, που συνήθως εἶναι ἀποτέλεσμα μανιακῆς κερδοσκοπίας ἐκ μέρους οἰκονομικῶν παραγόντων και στρεβλῆς οἰκονομικῆς δραστηριό-τητας, ἡ ὁποία, στερούμενη ἀνθρωπολογικῆς διαστασεως και εὐαισθησίας, δέν ἐξυπηρετεῖ, τελικά, τις πραγματικές ἀνάγκες της ἀνθρωπότητας. Βιώσιμη οἰκονομία εἶναι ἐκείνη, που συνδυάζει την ἀποτελεσματικότητα μέ την δικαιοσύνη και την κοινωνική ἀλληλεγγύη».

Το γεγονός αυτό σηματοδοτεί την προσπάθεια της Ορθόδοξης Εκκλησίας να μην θεωρεί επαρκή μία κατά πρόθεση εναρμόνιση της Οικονομίας προς τις βασικές αρχές της Βιβλικής και Πατερικής Παράδοσης, αλλά και την ανάληψη παρωθητικών διορθωτικών πρωτοβουλιών.

Σαφώς η Ορθόδοξη Εκκλησία στην προσπάθειά της να εκφέρει θεολογικό λόγο επί του ανωτέρω ζωτικού θέματος καλείται ν’ αναπτύξει ένα πλαίσιο επαναπροσανατολισμού της ισχύουσας οικονομικής «ηθικής» όχι μόνον μιας απλής εναρμόνισης προς τις αξίες της Βιβλικής και πατερικής διδασκαλίας, αλλά και προς τις νέες δομο-λειτουργικές ανάγκες των κοινωνιών, που προκαλούν οι συνεχείς οικονομικοί κλυδωνιστικοί μετασχηματισμοί.

Η εκκλησιαστική θεώρηση του οικονομικού βίου των λαών των πιστευόντων «εἰς Χριστόν καί τοῦτον ἐσταυρωμένον» οφείλει να είναι εκφαντορική των θεμελιωδών αρχών και επιταγών της αγαπητικής κοινωνίας των μελών του εκκλησιαστικού Σώματος, της αλληλοβοήθειας, της φιλανθρωπίας και της αγαθοεργίας.

Oλόκληρη η εισαγωγή σε pdf εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου