Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

«Το μάθημα των Θρησκευτικών και η αυτενέργεια των μαθητών» Η εν Χριστώ παιδεία ως δρόμος ελευθερίας

της κ.Μαρίας Χατζηαποστόλου, Καθηγήτριας Θεολογίας Μέσης Εκπαίδευσης,Mrs Δογματικής και Συστηματικής Θεολογίας, Υπ. Διδάκτορος Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

Το κουδούνι ήχησε και πάλι! Μια νέα σχολική χρονιά αρχίζει ξανά. Τα παιδιά κουβαλούν ακόμη μέσα τους το καλοκαιράκι, κρύβοντας στη ξενοιασιά της ηλικίας τους κάθε σκανδαλιά. Και οι καθηγητές το ίδιο. Απλώς σαν πιο μεγάλοι καμώνονται δήθεν το σοβαρό για να κρατήσουν τις ισορροπίες και να επιβάλουν την τάξη. Χωρά όμως η επιβολή στην παιδεία; Και η τάξη; Μήπως τελικά η ομορφιά κρύβεται στην αταξία; Να ‘μαι κι’ εγώ… Ανάμεσά τους… Για ακόμη μία φορά κοντά τους. Για να μάθω μαζί τους πως ο Θεός έγινε άνθρωπος και πως ο Λόγος σαρκώθηκε καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, κατά το μαθητή της αγάπης, άγιο Ιωάννη το Θεολόγο. Το μυστήριο όμως παραμένει πάντα άρρητο και για τούτο ακριβώς είναι και μυστήριο, καθώς η αλήθεια ποτέ δεν ορίζεται, παρά μονάχα βιώνεται με όλη μας την καρδιά. Οι καθηγητές προετοιμάζουν τα παιδιά για τη ζωή. Όμως η ζωή μονάχα στην τρέλα και στην έκπληξη ανθίζει και υφίσταται. Κι’ εκεί ακριβώς έχει κάποιος να επιλέξει: να υπάρξει ως εκπαιδευτικός ή απλώς ως ένας ακόμη δημόσιος υπάλληλος; Πνεύμα ελευθερίας, φιλοπονίας, μαθητείας και ταπείνωσης χρειάζεται και όχι καταναγκασμός, επίδειξη δύναμης και αυθεντία. Ο Χριστός ως το κατεξοχήν πρότυπο ελευθερίας για τον άνθρωπο ελευθερώνει πάντα και δεν είναι ποτέ φυλακή. Πριν από λίγα χρόνια υπήρξα αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας ενός θλιβερού γεγονότος, το οποίο συνέβη σε αμφιθέατρο της δικής μας σχολής, της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. και το καταθέτω κι’ εδώ, ως προσωπική μαρτυρία του δασκάλου μου κ. Χρυσόστομου Σταμούλη, ο οποίος υπήρξε άθελά του ίσως, ο πρωταγωνιστής αυτού του όχι και τόσο μη αναμενόμενου γεγονότος, καθώς η ελεύθερη σκέψη του πάντα προκαλεί τους κάθε λογής εφησυχασμένους, και το οποίο έχει συμπεριλάβει πολύ σοφά στην εισήγησή του: Το «θέατρο» ενός διαλόγου σε τρεις πράξεις. Μας περιγράφει λοιπόν παραστατικά το γεγονός ο καθηγητής μας: «Μόλις είχα ολοκληρώσει την ομιλία μου, με θέμα “Ώστε μη φοβηθώμεν το του έρωτος όνομα”, και κάθισα μαζί με το ακροατήριο στα έδρανα του αμφιθεάτρου. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και με πλησίασε νεαρή κοπέλα, η οποία μου συστήθηκε ως πρωτοετής φοιτήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής. “Θα ήθελα να σας ρωτήσω”, μου λέει, “εάν η θέση που διατυπώσατε για οντολογικοποίηση της παρθενίας της Θεοτόκου είναι δική σας θέση ή εάν τη συναντούμε και στους πατέρες της Εκκλησίας;”. Παρόλο το ακατάλληλο της στιγμής προσπάθησα να της πω δυο κουβέντες, μάλιστα για να μη θορυβούμε της έδωσα και το κείμενό μου, στο οποίο υπήρχαν κάποιες παραπομπές, που θα μπορούσαν να διευκολύνουν την εκ μέρους της κατανόηση του προβλήματος. Ανταλλάξαμε μερικές ακόμη κουβέντες για τον έρωτα, την παρθενία και τη θεομητρότητα και γύρισα μπροστά μου για να παρακολουθήσω την επόμενη εισήγηση που είχε ξεκινήσει. Να, όμως, που το πράγμα δεν είχε ακόμη τελειώσει ή μάλλον δεν είχε ακόμη κορυφωθεί. Δεν πέρασαν δυο τρία λεπτά και η κοπέλα επανήλθε δριμύτερη. “Και οι Λατίνοι”, μου λέει, “τι λέτε γι’ αυτούς, με τους οποίους ο Πατριάρχης και οι άλλοι συμπροσεύχονται”… Έμεινα εμβρόντητος. Πρώτον για τη στροφή της συζήτησης και δεύτερον για την εικόνα που αντίκρισα ενώπιόν μου. Το πρώην γλυκύτατο πρόσωπο της κοπέλας και μια κάποια διστακτικότητα της στάσης της είχαν εξαφανιστεί μεμιάς. Τώρα απέναντί μου, στ’ αλήθεια πίσω μου, είχα ένα πρόσωπο που είχε αγριέψει και ένα νέο κορίτσι σε κατάσταση εξαλλοσύνης να μου λέει ότι ανήκει σε ιερατικό γένος, ζει μάλιστα ανάμεσα σε πέντε ιερείς, οι οποίοι της έχουν μάθει ότι όλα αυτά που εμείς υποστηρίζουμε είναι ψευδή, παπικά και έχουν ως στόχο τους το ξεπούλημα της Ορθοδοξίας. Προσπάθησα κάτι να ψελλίσω, μα εις μάτην. Εν τέλει έμεινα άφωνος να κοιτάζω την ψυχοσωματική ένταση του κοριτσιού. Μαζί μου και κάποιοι φοιτητές, αλλά και ο ιερέας που ήταν δίπλα της. Κι εκείνη σηκώθηκε επιδεικτικά, τράβηξε μαζί της έναν αμήχανο νεαρό που τη συνόδευε, και εξήλθε από το “πανεπιστημιακό κολαστήριο” εν δόξη λαμπρά και τιμή, για την ομολογία πίστεως, προφανώς, που είχε καταθέσει». Αναμφισβήτητα το απαράδεκτο, αλλά και συνάμα χαρακτηριστικό αυτό γεγονός «θρησκευτικού ταλιμπανισμού», είναι άκρως ενδεικτικό της ψυχοπαθολογίας που υπάρχει στην αντίληψη ουκ ολίγων ανθρώπων. Στην εποχή μας όμως δεν υφιστάμεθα κανένα διωγμό, ώστε να υπάρξει ανάγκη ομολογίας και κατ’ επέκτασιν μαρτυρία της πίστεως. Τίποτα δεν υπάρχει που να δικαιολογεί εθνικιστικές εξάρσεις και ηθικιστικούς φονταμενταλισμούς. Ξεκάθαρο λοιπόν, πως στην Επιστήμη δεν χωρούν ομολογιακότητες και φανατισμοί, ούτε πάσης φύσεως ιδεολογικά «πυροτεχνήματα» και δογματισμοί. Το θέμα της πίστης εξάλλου, αποτελεί αναφαίρετο και αποκλειστικό δικαίωμα του κάθε ανθρώπου. Και η θεολογία δεν είναι απλώς ακόμη μία επιστήμη, αλλά η Επιστήμη των Επιστημών, κατά τον άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο. Επί σειρά ετών το μάθημα των θρησκευτικών γινόταν με τρόπο καθαρά ομολογιακό και για το λόγο αυτό, ήταν σχεδόν πάντα παρεξηγημένο και όχι άδικα. Φυσικά υπήρξαν και οι λαμπρές εξαιρέσεις, οι οποίες όμως επιβεβαίωναν πάντα τον ήδη ισχύοντα κανόνα. Πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι που είναι δάσκαλοι και όχι απλώς καθηγητές και οι οποίοι εμπνέουν στη μαθητεία της ζωής, σε τούτο το πανέμορφο μυστήριο που ορισμό δε γνωρίζει. Πιο συγκεκριμένα, στις μέρες μας υπάρχουν κυρίως δύο τάσεις –όσον αφορά τη διεξαγωγή του μαθήματος των θρησκευτικών– και οι οποίες «κατηγορούν» αλλήλους αμφότερες. Η μία τάση προκρίνει ένα μάθημα θρησκευτικών με διαπολιτισμικό χαρακτήρα, δίχως όμως την έκπτωση της ορθόδοξης συνείδησης, αλλά με μια ευέλικτη προσαρμογή στα υπάρχοντα δεδομένα, ώστε το μάθημα ν’ αφορά το σύγχρονο άνθρωπο και η άλλη υποστηρίζει ένα μάθημα καθαρά ομολογιακό, άποψη απολυτότητας, η οποία δύναται να οδηγήσει σε μια μονολιθική και επικίνδυνα εσωστρεφή διάσταση του μαθήματος. Και όμως η χρυσή τομή βρίσκεται στη μέση. Στη μεσότητα κατά τον Αριστοτέλη και όχι στη μετριότητα. Και σε καμία περίπτωση στις ακρότητες, απ’ όπου κι’ αν προέρχονται… Σε τούτη την προοπτική, ξεκάθαρο είναι λοιπόν, πως στο χριστιανισμό της αγάπης και της ελευθερίας δεν χωρά κανένας –ισμός καμία βία, παρά μονάχα ελευθερία και εκούσια μετοχή στο Σώμα του Ζώντος Χριστού. Το μάθημα των θρησκευτικών οφείλει να γίνει μια πραγματικότητα μυσταγωγίας σε τούτη την κατεύθυνση και δεν εναπόκειται στο ρόλο του καθηγητή ούτε η ομολογιακότητα, ούτε ο φανατισμός, ούτε η δημιουργία υπερασπιστών καμίας «ορθοδοξίας». Η κατήχηση αποτελεί κατεξοχήν έργο της Εκκλησίας και όχι της Επιστήμης. Ο θεολόγος υπηρετεί την επιστήμη του και τον ίδιο τον άνθρωπο και όχι τον εκάστοτε επίσκοπο. Ειδάλλως, η κατάσταση της εκατέρωθεν «αναπλήρωσης», της Εκκλησίας που παρεμβαίνει άκριτα στην Επιστήμη, αλλά και της Επιστήμης όταν εκείνη επιχειρεί ν’ αντικαταστήσει την Εκκλησία, μονάχα ως αρρωστημένη κι’ επικίνδυνη μπορεί να χαρακτηρισθεί.Το μάθημα των θρησκευτικών οφείλει να κάνει τα παιδιά να σκέφτονται και μάλιστα να σκέφτονται ελεύθερα. Ν’ αναζητούν τα ίδια το Θεό. Να γίνουν ελεύθεροι σκεπτόμενοι άνθρωποι που θα προβληματίζονται πάνω στα ζητήματα της υπάρξεως και της αλληλεπιδράσεως του ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον και κυρίως της σχέσης του με το συνάνθρωπο. Να μάθουν να σέβονται και ν’ αγαπούν και να μη δέχονται αναντίρρητα ότι τους επιβάλλει ο εκάστοτε καθηγητής. Το κάθε μάθημα βοηθά στη ψυχοσωματική ανάπτυξη του μαθητή, στη διάπλαση του παιδιού και στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Μιας προσωπικότητας ελεύθερης. Ο καθηγητής δεν είναι απλώς μια κινητή εγκυκλοπαίδεια που παρέχει στο παιδί στείρες γνώσεις, σα να πρόκειται για άψυχο αντικείμενο και όχι για άνθρωπο. Ο καθηγητής οφείλει να είναι δάσκαλος. Και ο δάσκαλος οφείλει να εμπνέει τα παιδιά και να τα κάνει ν’ αγαπήσουν τον ίδιο τον άνθρωπο. Χρέος του δασκάλου είναι να δημιουργεί ελεύθερους ανθρώπους και όχι υποχείρια ενός ανελεύθερου συστήματος. Πόσο μάλλον ο θεολόγος. Χρέος του έχει να γεννήσει στη ψυχή των παιδιών την αγάπη για την έρευνα και τη γνώση και να οδηγήσει σ’ ευρύτητα πνεύματος. Έτσι, ο αληθινός δάσκαλος κουβαλά πάντα μέσα του τη δυναμική εκείνη της ευθύνης, για να γεννήσει μέσα στις καρδιές των παιδιών την αγάπη προς την ελευθερία. Η παιδαγωγική της αγάπης καταργεί, αλλά κι’ εκπληρώνει ταυτοχρόνως όλους τους νόμους της παιδαγωγικής. Οδηγεί στην ευθύνη, σε μια ευθύνη ελευθερίας και ζωής.Καλή και κυρίως δημιουργική σχολική χρονιά!

Πηγή: ΑΜΕΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου