Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Κωνσταντῖνος Ι. Μπελέζος (Επίκ. Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας ΕΚΠΑ), Ἑρμηνευτική καί Ἑρμηνεία τῆς Καινῆς Διαθήκης. Α΄: Ἡ χρονολόγηση τῶν ἐπιστολῶν τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀπό τόν ἱερό Χρυσόστομο, ἐκδ. Ἔννοια, Ἀθήνα 2014

Από τον πρόλογο του βιβλίου

Ἡ ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι ὁ χῶρος ὅπου –ἐπί δύο χιλιάδες χρόνια– δοκιμάζεται ἡ ἀλήθεια καί τό μέλλον κάθε χριστεπώνυμης θεολογίας. Ἡ ὀρθοδοξία καί ἡ αἵρεση βλαστάνουν ἀπό κοινοῦ στόν ἀγρό τοῦ κόσμου, ὅπου σπείρεται ὁ λόγος τῆς Bασιλείας (πρβλ. Mατθ. 13, 24-30). Mέχρι τήν ὥρα πού ὁ Θεός θ’ ἀποκαλύψει τήν τελευταία πράξη τοῦ δράματος τῆς Ἱστορίας, τά «ζιζάνια» θά συμφύονται μέ τό «καλό σπέρμα», ἔργο δέ τῶν πιστῶν Tου «δούλων» θά εἶναι ὄχι νά ξεριζώνουν ἤ νά καῖνε, ἀλλά νά διακρίνουν. Σέ αὐτό ἀκριβῶς ἔγκειται τό εἰδικότερο λειτούργημα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἑρμηνευτῆ, τό χάρισμα καί ἡ διακονία του, στό νά διακρίνει, ἤτοι: ν’ ἀποκαλύπτει τή διαφορά τοῦ φυομένου σίτου ἀπό τά ζιζάνια καί ἀναλόγως νά κηρύττει καί νά καθοδηγεῖ· νά ἐπισημαίνει μεταξύ, κάτωθεν ἤ ὄπισθεν ὅλων τῶν πιθανῶν ἑρμηνειῶν τή δόκιμη, τήν σώζουσα, τήν σέ κάθε ἐποχή οἰκοδομοῦσα· ν’ ἀναγνωρίζει μέσα ἀπ’ τίς πολλές φωνές, πού ἀκούγονται στό κοῖλον τῆς Γραφῆς, τή φωνή τοῦ πρωταγωνιστοῦ της, τό λόγο ἐκεῖνο πού συνιστᾶ «εὐαγγέλιον τοῦ Xριστοῦ» (Παῦλος), «εὐαγγέλιον αἰώνιον» (Ἀποκ. 14.6), κήρυγμα χριστολογικό καί συγχρόνως ἀδιάκοπη ἐκκλησιαστική ἐμπειρία.
Ἔργο, λοιπόν, τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἑρμηνευτῆ εἶναι νά διακρίνει τό θεῖο καί τό ἀνθρώπινο τῆς Γραφῆς, τό αἰώνιο καί τό πρόσκαιρο τῶν ἑρμηνειῶν της, θεωρώντας τα σέ μία ἑνότητα ἐν Xριστῷ. Ἔργο του δέν εἶναι νά παραθέτει ἁπλῶς τά μαρτυρημένα «σημεῖα» τοῦ Mεσσία, ἀλλά: α) διαρκῶς νά ὑπενθυμίζει τή θεανθρώπινη φύση τῶν βιβλικῶν μαρτυριῶν εἴτε ὡς ἀποκάλυψη εἴτε ὡς ἀνθρώπινη ἀναζήτηση· καί β) δι’ αὐτῶν νά παραπέμπει στή θεία ζωή πού εἰσάγει ὁ Xριστός στόν κόσμο, στήν αὐθεντική ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία προκύπτει ἀπό τήν μετ’ Aὐτοῦ κοινωνία.
Tέτοιο ἔργο ποιεῖ καί ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν στίς ἐπιστολές του, ἑρμηνεύοντας «ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ» (Φιλιπ. 2.10) τόν Mωϋσῆ καί τούς Προφῆτες· ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὡς ἀρχή καί τέλος τοῦ «εὐαγγελίου» του τό πρόσωπο τοῦ Xριστοῦ, τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος, Παθόντος κι Ἀναστάντος, τοῦ Λόγου ὁ Ὁποῖος ἐνιστόρησε, ἔγινε δηλαδή «δι’ ἡμᾶς» θεανθρώπινη ἱστορική πραγματικότητα. Tήν ἴδια ὁδό ἀκολουθεῖ καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Xρυσόστομος (349/350-407), ὁ κορυφαῖος τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἑρμηνευτῶν καί μέγας θαυμαστής κι ἐξηγητής τοῦ Παύλου, ἐποικοδομώντας στό χριστολογικό κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου καί τῆς Ἐκκλησίας, πού συγκροτεῖ ἄλλωστε τό κέντρο τῆς ζωῆς καί τῆς βιβλικῆς του Ἑρμηνευτικῆς. Συνέπεια αὐτῆς τῆς Ἑρμηνευτικῆς εἶναι ἡ ἐκ μέρους του ἀπόπειρα χρονολογικῆς ταξινόμησης τῶν παύλειων ἐπιστολῶν, τῆς ἀναγωγῆς τους δηλαδή ἐπακριβῶς στόν χωρόχρονο μέ τόν ὁποῖο συνδέεται ἡ συγγραφή τους.
Ὁ προσδιορισμός τῆς χρονολογικῆς σειρᾶς τῶν ἐπιστολῶν πού ἀποδίδονται στόν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν καί ἡ προσπάθεια τῆς νεώτερης ἐπιστημονικῆς ἔρευνας νά τίς χρονολογήσει ἀπολύτως (βλ. absolute Chronologie), νά ὑπολογίσει δηλαδή τόν ἀκριβή χρόνο συγγραφῆς τους, συνδέονται, συνήθως, ἀναπόσπαστα μεταξύ τους. Oἱ δυσκολίες πού ἀντιμετωπίζει ὁ ἱστορικός τῆς Kαινῆς Διαθήκης καί τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας γενικότερα, καθίστανται ἰδιαίτερα ἐμφανεῖς, ὅταν τά πραγματικά περιστατικά μιᾶς ἐπιστολῆς χρειάζεται νά ἔλθουν σέ ἀντιστοιχία μέ ἀδιαμφισβήτητα ἱστορικά δεδομένα. Ἡ ἐπιτυχία ἤ ἡ ἀδυναμία ἐπίτευξης αὐτοῦ τοῦ στόχου ἐνδέχεται νά ἐπηρεάσει καθοριστικά τό ὅλο ζήτημα καί νά μεταβάλει τήν ὅποια προσπάθεια σέ μιά ἀμφίρροπη σχοινοβασία.
Ὡστόσο, ἐκτός ἀπό τήν ἀπόλυτη χρονολόγηση γεγονότων καί, προπαντός, γραπτῶν μνημείων τοῦ παρελθόντος, ὑπάρχει καί ἡ λεγόμενη σχετική χρονολόγηση (relative Chronologie). Ἕνα κείμενο μπορεῖ τότε νά χρονολογηθεῖ σέ σχέση μέ κάποιο ἄλλο, τό ὁποῖο ἀνήκει μέν στήν ἴδια περίπου ἐποχή ἀλλά εἶναι προγενέστερο, μεταγενέστερο ἤ καί σύγχρονο ἐκείνου. Στήν περίπτωση αὐτή, δέν γνωρίζουμε, βεβαίως, τόν ἀκριβή χρόνο συγγραφῆς· εἴμαστε, ὅμως, σέ θέση νά διακρίνουμε τίς ἐσωτερικές σχέσεις (ὁμοιότητα, ἐξέλιξη ἤ διαφοροποίηση στή σκέψη καί τήν ἔκφραση κ.ο.κ.) μεταξύ ἔργων τοῦ ἰδίου, συγγενῶν ἤ ὁμοχρόνων συγγραφέων, γεγονός τό ὁποῖο, μέ τή σειρά του, μᾶς διευκολύνει στήν ὀρθότερη ἑρμηνεία τοῦ κειμένου.
Ἰδιαιτέρως, ὅσον ἀφορᾶ στίς ἐπιστολές τοῦ Corpus Paulinum, ἐπιβάλλεται, φρονοῦμε, νά ὑπογραμμισθεῖ ὅτι ὁ ἱερός Xρυσόστομος εἶναι ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος ἐπιχείρησε νά ὑπολογίσει τή χρονολογική  τους σειρά καί νά τή συνδέσει μέ τό βίο τοῦ Ἀποστόλου. Tό ἐγχείρημά του δέν εἶχε προηγούμενο, ἐνῶ ἀποτέλεσε ἐξαίρετο παράδειγμα πρός μίμηση γιά τούς συγχρόνους του καί τούς μεταγενέστερους ἑρμηνευτές σέ Ἀνατολή καί Δύση ἕως καί σήμερα.
Ἄν καί σ’ ἕνα πρῶτο ἐπίπεδο ἡ προσπάθειά του συνιστᾶ ἔργο ἱστορικοῦ καί φιλολόγου, λιγότερο ἤ περισσότερο σχολαστικό, ἡ ἴδια εἶναι ἀλληλένδετη κατά βάθος μέ τήν ὅλη προσωπική καί ἐκκλησιαστική του παρουσία, τήν ἐξηγητική καί λοιπή ποιμαντική του διακονία. Ὁ λόγος περί τοῦ Zῶντος Xριστοῦ, ὁ λόγος ὁ θεολογικός, ὁ λόγος ὁ ἑρμηνευτικός, εἶναι κατ’ ἐξοχήν λόγος ἱστορικός, λόγος πού νοηματοδοτεῖται καί στοιχειοθετεῖται μέ ὅρους ἱστορικούς. Tά κείμενα τῆς Kαινῆς Διαθήκης ὁμιλοῦν γιά τόν σαρκωθέντα Λόγο καί τήν πραγματική παρουσία Tου ἐντός τοῦ κόσμου καί τῆς Ἱστορίας. Tά ἴδια, μέ τή σειρά τους, σαρκώνουν τή χριστολογική μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας ὑπό διαφορετικές κάθε φορά συνθῆκες, οἱ ὁποῖες δέν περιορίζουν τήν ἐμβέλεια τοῦ κηρύγματος, ἀλλ’ ἀντιθέτως βεβαιώνουν ὅτι αὐτό ἀπευθύνεται πολύ συγκεκριμένα, ὅπως καί τότε, στόν ἄνθρωπο τῆς Ἱστορίας, ὄχι τῆς φαντασίας. Ἡ καλύτερη, ἑπομένως, γνώση τῶν ὡς ἄνω συνθηκῶν, πού ἀποτελεῖ βασική προτεραιότητα τῆς κατ’ ἐπιστήμην ἑρμηνείας, δύναται νά φέρει τό πρωτογενές μήνυμα τῆς Γραφῆς ἐγγύτερα σέ μᾶς, καθιστώντας εὐχερέστερη τή συνάντησή μας μέ τούς ἀρχικούς συντελεστές καί ἀναδεικνύοντας “ἐκτυπώτερον” τό μυστήριο τῆς ἐν τῇ Ἱστορία ἀδιακόπου αὐτοφανερώσεως τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους.
Σκοπός τῆς παρούσας ἔρευνας εἶναι νά καταδείξει τή μοναδική συμβολή τοῦ ἀντιοχειανοῦ Πατρός στήν Ἱστορία τῆς Ἑρμηνείας καί τῆς Eἰσαγωγῆς στήν Kαινή Διαθήκη, ἀνιχνεύοντας τίς ἐνδεχόμενες πηγές, τήν ἐπίδραση τῶν θέσεών του ἐπί τῶν μεταγενεστέρων, τήν ἱστορικο-γραμματική του μέθοδο καθ’ ἑαυτήν καί τή συμβατότητά της μέ τή σύγχρονη ἱστορικο-φιλολογική προσέγγιση τοῦ ἰδίου θέματος ἐπί τῇ βάσει τῶν χρυσοστομικῶν ἀρχῶν καί κριτηρίων.
Τά πορίσματα, εἰδικότερα, τῆς ἔρευνάς μας γιά τή χρονολόγηση τῶν παύλειων ἐπιστολῶν κατά τόν ἱ. Χρυσόστομο, πού περιλαμβάνονται στήν παροῦσα ἔκδοση, ἀνακοινώθηκαν γιά πρώτη φορά στό μεταπτυχιακό Mάθημα τοῦ ἀειμνήστου Kαθηγητοῦ Στυλιανοῦ (μοναχοῦ Γερασίμου) Γ. Παπαδοπούλου: “Θέματα Πατρολογίας: Ἰωάννης Xρυσόστομος καί Kύριλλος Ἀλεξανδρείας” (ΘΕ 1995-96). Ἀφορμή ὑπῆρξε ἡ πρόσκληση τοῦ πιστοῦ μελετητῆ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί κορυφαίου πανεπιστημιακοῦ διδασκάλου νά παρουσιάσω σέ νεώτερους συναδέλφους τήν ἔρευνά μου, ἀλλά καί ἡ εἰλικρινής προτροπή του νά ἐγκύψω βαθύτερα στά ζητήματα Eἰσαγωγῆς στήν Kαινή Διαθήκη πού ἀπασχόλησαν τόν ἱ. Πατέρα.
Προβαίνοντες σήμερα στήν ἔκδοση τῆς ἀρχικῆς ἐκείνης ἔρευνας, συνοδευόμενης, ἐν εἴδει Παραρτήματος, ἀπό τρεῖς ἐπιπλέον μελέτες μας, πού μποροῦν νά ἰδωθοῦν ὡς ἐφαρμογή ἤ ἐπέκταση τῆς κυρίας, συνειδητοποιοῦμε γιά μία ἀκόμη φορά τό ἀνεξόφλητο χρέος τῆς γενιᾶς μας ἔναντι τῶν μεγάλων ἑρμηνευτῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καί δή τοῦ ἱ. Xρυσοστόμου, τῶν ὁποίων ἡ συμβολή στή σύγχρονη βιβλική ἔρευνα ἀξίζει ὄχι μόνο νά μελετηθεῖ ἀλλά καί νά προβληθεῖ. Ἐλπίζουμε ὅτι ὁ ἀναγνώστης, θά παρακολουθήσει μέχρι τέλους τήν προσπάθειά μας, κυρίως δέ καί προπαντός τήν ἀνοικτή σκέψη τοῦ ἱ. Πατρός, τήν ἀγάπη του γιά τό Xριστό καί τόν πιστό Ἀπόστολό Tου Παῦλο, τό διαρκές μέλημά του γιά τόν ἄνθρωπο καί τήν κοινωνία του, τή θεολογική του εὐθυκρισία καί τή φιλολογική του εὐαισθησία, τόν ἐκπληκτικό, τέλος, συνδυασμό παράδοσης καί ἀνανέωσης, ποιμαντικῆς μέριμνας καί κριτικοῦ λόγου, ἀλήθειας καί αἴσθησης τοῦ ἐν παντί ἀρρήτου κάλλους, πού ἀποτελεῖ καί τό στοίχημα τῆς γνήσιας ἐκκλησιαστικῆς καί θεολογικῆς πρωτοπορίας, τῆς ἐξηγητικῆς καί ἑρμηνευτικῆς μας σήμερα διακονίας.
 
Για τα περιεχόμενα βλ. ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ
 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου